Σαράντα χρόνια μετά την καταστροφή του Τσερνόμπιλ, η πυρηνική ενέργεια επιστρέφει σταδιακά στο κέντρο της παγκόσμιας ενεργειακής συζήτησης. Ads Το δυστύχημα του 1986 είχε παγώσει για δεκαετίες την ανάπτυξη του κλάδου, ενισχύοντας τους φόβους για την ασφάλεια των αντιδραστήρων, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Ads Σήμερα, όμως, η ενεργειακή ανασφάλεια, η ανάγκη απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, η κλιματική κρίση και οι γεωπολιτικές αναταράξεις – με πιο πρόσφατη την κρίση στη Μέση Ανατολή – επαναφέρουν την πυρηνική τεχνολογία ως στρατηγική επιλογή. Ads Σε παγκόσμιο επίπεδο λειτουργούν περισσότεροι από 400 πυρηνικοί αντιδραστήρες σε 31 χώρες, ενώ περίπου 70 ακόμη βρίσκονται υπό κατασκευή. Η πυρηνική ενέργεια καλύπτει περίπου το 10% της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής και αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τέταρτο της παραγωγής από πηγές χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Ads Οι σύγχρονοι αντιδραστήρες είναι τεχνολογικά πολύ πιο εξελιγμένοι σε σχέση με το παρελθόν, με περισσότερα συστήματα ασφαλείας και μειωμένο κόστος κατασκευής και λειτουργίας.
Παρότι οι καταστροφές στο Τσερνόμπιλ, και στη Φουκουσίμα το 2011, ανέκοψαν τις επενδύσεις, αρκετοί ειδικοί θεωρούσαν εδώ και χρόνια ότι η πυρηνική ενέργεια θα επέστρεφε, καθώς προσφέρει σταθερή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς εκπομπές άνθρακα.
Ο εκτελεστικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, το διατυπώνει με απόλυτη βεβαιότητα: «Είμαι 100% σίγουρος ότι η πυρηνική ενέργεια επιστρέφει». Όπως τονίζει, η τεχνολογία αντιμετωπίζεται πλέον ως ασφαλής μορφή ηλεκτροπαραγωγής, με ισχυρή δυναμική στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και την Ασία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη στον κόσμο ως προς την παραγωγή, με 94 αντιδραστήρες που καλύπτουν περίπου το 30% της παγκόσμιας πυρηνικής ηλεκτροπαραγωγής.
Η Ουάσιγκτον σχεδιάζει μάλιστα να τετραπλασιάσει την πυρηνική της ισχύ έως το 2050. Την ίδια στιγμή, η Κίνα κινείται με εντυπωσιακούς ρυθμούς, καθώς διαθέτει 61 αντιδραστήρες και κατασκευάζει σχεδόν 40 νέες μονάδες, με στόχο να ξεπεράσει τις ΗΠΑ.
Διαβάστε: Στέλιος Κούλογλου / Εδώ πυρηνικός σταθμός, εδώ πυρηνικός σταθμός. Σας μιλάει…
Η πυρηνική ενέργεια στην Ευρώπη
Στην Ευρώπη, η συζήτηση μάλλον αλλάζει – έστω σταδιακά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει πλέον ότι η απομάκρυνση από την πυρηνική ενέργεια υπήρξε στρατηγικό λάθος, ειδικά μετά την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία και η εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο.
Το 1990 η πυρηνική ενέργεια κάλυπτε περίπου το ένα τρίτο της ηλεκτρικής παραγωγής στην Ευρώπη – σήμερα το ποσοστό έχει υποχωρήσει κοντά στο 15%.
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει δηλώσει χαρακτηριστικά: «Πιστεύω ότι ήταν στρατηγικό λάθος εκ μέρους της Ευρώπης να γυρίσει την πλάτη σε μια αξιόπιστη και οικονομικά προσιτή πηγή ενέργειας με χαμηλές εκπομπές».
Πρόσθεσε ακόμη: «Τα τελευταία χρόνια, παρατηρούμε μια παγκόσμια αναβίωση της πυρηνικής ενέργειας. Και η Ευρώπη θέλει να συμμετέχει σε αυτήν».
Κεντρικό ρόλο στη νέα εποχή αναμένεται να παίξουν οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες, γνωστοί ως SMRs.
Πρόκειται για μικρότερες, πιο ευέλικτες και ταχύτερες στην κατασκευή μονάδες, που θεωρούνται οικονομικότερες και πιο προσαρμόσιμες στις ανάγκες των σύγχρονων δικτύων. Η πρώτη εμπορική τους λειτουργία αναμένεται στις αρχές της δεκαετίας του 2030.
Παρά τη μεταστροφή, η Ευρώπη παραμένει βαθιά διχασμένη.
Η Γαλλία, η Σουηδία και η Φινλανδία στηρίζουν ενεργά την πυρηνική ενέργεια, ενώ η Γερμανία, η Αυστρία και η Ιταλία την έχουν εγκαταλείψει.
Το Βέλγιο έκανε πρόσφατα στροφή, καταργώντας νόμο που προέβλεπε το κλείσιμο των αντιδραστήρων του και παρατείνοντας τη λειτουργία τους.
Αντίθετα, η Ισπανία επιμένει στο σχέδιο σταδιακής απόσυρσης των επτά αντιδραστήρων της από το 2027 έως το 2035.
Η Γαλλία αποτελεί το χαρακτηριστικότερο ευρωπαϊκό παράδειγμα πυρηνικής εξάρτησης και στρατηγικής συνέχειας. Με 57 αντιδραστήρες, παράγει περίπου το 70% της ηλεκτρικής της ενέργειας από πυρηνικές μονάδες. Ο Εμανουέλ Μακρόν έχει ανακοινώσει την κατασκευή έξι νέων αντιδραστήρων, συνδέοντας την επιλογή αυτή με την ενεργειακή ανεξαρτησία και τη μείωση των εκπομπών.
Ο Νικολά Γκόλντμπεργκ, της συμβουλευτικής εταιρείας Colombus Consulting στο Παρίσι, σημειώνει ότι η πανδημία και η κρίση φυσικού αερίου μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία «αποκάλυψαν τα όρια της αξιοποίησης της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την εξάρτηση της Ευρώπης από το φυσικό αέριο».
Γι’ αυτό, όπως προσθέτει, η Γαλλία επιβεβαίωσε τη στρατηγική διατήρησης των υφιστάμενων πυρηνικών σταθμών, παρατείνοντας τη διάρκεια ζωής τους όσο το δυνατόν περισσότερο.
Στον αντίποδα, η Γερμανία έκλεισε το 2023 τους τελευταίους τρεις αντιδραστήρες της, ολοκληρώνοντας μια μακρά πολιτική αποπυρηνικοποίησης. Παρότι κατά καιρούς ανοίγει συζήτηση για επιστροφή μέσω νέων τεχνολογιών, η απόφαση θεωρείται πλέον δύσκολα αναστρέψιμη.
Διαβάστε επίσης: Η άποψή μας / Η πυρηνική μετάλλαξη του Κυριάκου Μητσοτάκη
Ρωσία
Η Ρωσία, από την πλευρά της, κινείται επιθετικά στον πυρηνικό τομέα, όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά και διεθνώς.
Διαθέτει 34 αντιδραστήρες και κατασκευάζει ακόμη 20 μονάδες σε Ευρώπη, Αφρική, Ασία και Μέση Ανατολή, ενώ επενδύει και σε καινοτόμες λύσεις, όπως πλωτοί πυρηνικοί σταθμοί.
Παράλληλα, χώρες όπως η Ιαπωνία επανεκκινούν αντιδραστήρες μετά τη Φουκουσίμα, ενώ η Αφρική αρχίζει να διερευνά πιο ενεργά την πυρηνική τεχνολογία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα έργα στην Αίγυπτο.
Το τραύμα του Τσερνόμπιλ, πάντως, παραμένει. Η έκρηξη στον αντιδραστήρα 4, στις 26 Απριλίου 1986, μόλυνε τεράστιες εκτάσεις και διέσπειρε ραδιενέργεια σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Η Ουκρανία, παρά την ιστορική αυτή πληγή και παρά τη ρωσική εισβολή του 2022, εξακολουθεί να καλύπτει περίπου το μισό της ηλεκτροπαραγωγής της από πυρηνικούς σταθμούς.
Η νέα πυρηνική αναγέννηση, όπως την περιγράφει ο επικεφαλής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσι, αντανακλά την ανάγκη για αξιόπιστη, σταθερή και χαμηλών εκπομπών ηλεκτρική ενέργεια σε έναν κόσμο όπου η ζήτηση αυξάνεται συνεχώς.
Παρά τις αντιδράσεις, τους κινδύνους και τα ανοιχτά ερωτήματα για τα απόβλητα, την ασφάλεια και το κόστος, η πυρηνική ενέργεια επιστρέφει δυναμικά στο παγκόσμιο ενεργειακό τραπέζι.
Όχι πλέον ως τεχνολογία του παρελθόντος, αλλά ως πιθανό εργαλείο για την ενεργειακή ασφάλεια, την απανθρακοποίηση και τη στρατηγική αυτονομία των κρατών.
