Τέσσερις δεκαετίες μετά το Τσερνόμπιλ εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για την Ευρώπη και την Ελλάδα, όχι μόνο λόγω των περιβαλλοντικών συνεπειών, αλλά και για τον κοινωνικό αντίκτυπο που προκάλεσε. Ads Με αφορμή τη συμπλήρωση 40 ετών από την πυρηνική καταστροφή, η Greenpeace υποστηρίζει ότι τα διδάγματα του δυστυχήματος παραμένουν επίκαιρα και προειδοποιεί πως η πυρηνική ενέργεια εξακολουθεί να ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τον άνθρωπο, το περιβάλλον και την ασφάλεια των κρατών. Ads Η οργάνωση επισημαίνει ότι η έκρηξη του τέταρτου αντιδραστήρα, στις 26 Απριλίου 1986, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πυρηνική καταστροφή στην ιστορία, με τεράστιες ανθρωπιστικές και περιβαλλοντικές συνέπειες που επηρέασαν εκατομμύρια ανθρώπους σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Ads Παράλληλα, στοιχεία του ΕΜΠ υπενθυμίζουν ότι, παρότι η Ελλάδα δεν βρέθηκε στο επίκεντρο της καταστροφής, οι συνέπειές της έγιναν αισθητές και στην ελληνική κοινωνία, αφήνοντας ισχυρό αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη. Ads Διαβάστε επίσης: Στέλιος Κούλογλου / Εδώ πυρηνικός σταθμός, εδώ πυρηνικός σταθμός. Σας μιλάει…

Ουκρανός δόκιμος στέκεται σε μνημείο προς τιμήν όσων έχασαν τη ζωή τους κατά τις εργασίες καθαρισμού μετά την πυρηνική καταστροφή του Τσερνομπίλ, με την ευκαιρία της 39ης επετείου της, στο Κίεβο της Ουκρανίας, στις 26 Απριλίου 2025. (EPA/SERGEY DOLZHENKO)
Οι ανθρώπινες συνέπειες
Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται η Greenpeace, περίπου 115.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από μορφές καρκίνου που αποδίδονται στη ραδιενεργό μόλυνση, κυρίως καρκίνο του θυρεοειδούς.
Παράλληλα, χιλιάδες κάτοικοι των άμεσα πληγεισών περιοχών, σε ακτίνα περίπου 30 χιλιομέτρων από τον σταθμό, εμφάνισαν σοβαρές παθήσεις όπως λευχαιμία, καταρράκτη, αναπνευστικά προβλήματα, καρδιοαγγειακές νόσους, διαταραχές του πεπτικού συστήματος και πνευμονοπάθειες.
Η οργάνωση τονίζει ότι ακόμη και χρόνια αργότερα εμφανίστηκαν σοβαρά προβλήματα υγείας σε νέους ανθρώπους και παιδιά.

Διαβάστε επίσης: Τσερνόμπιλ / Ο μυστηριώδης μαύρος μύκητας που τρέφεται με ραδιενέργεια

Οι πληθυσμοί που επλήγησαν περισσότερο
Μεταξύ όσων υπέφεραν περισσότερο ήταν οι λεγόμενοι «εκκαθαριστές» (liquidators), που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις απορρύπανσης, οι κάτοικοι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, όσοι συνέχισαν να ζουν σε μολυσμένες περιοχές, και τα παιδιά που γεννήθηκαν από γονείς εκτεθειμένους στη ραδιενέργεια.
Περίπου 350.000 άνθρωποι σε Ουκρανία, Ρωσία και Λευκορωσία εκτοπίστηκαν αναγκαστικά, ενώ σχεδόν πέντε εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να ζουν σε περιοχές με αυξημένη έκθεση στη ραδιενέργεια.

Διαβάστε επίσης: Τραγική ειρωνία της Ιστορίας / Σκοτώθηκε από ρωσικό drone η χήρα του πρώτου σοβιετικού μηχανικού που πέθανε στο Τσερνόμπιλ

Ραδιενέργεια σε όλη την Ευρώπη – Επιπτώσεις και στην Ελλάδα
Η Greenpeace σημειώνει ότι η ραδιενεργός ρύπανση εξαπλώθηκε σε έκταση περίπου 150.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Ραδιενεργά νέφη διασκορπίστηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη, επηρεάζοντας σημαντικά 14 χώρες.
Όπως υπενθυμίζει, τα νέφη έφτασαν και στην Ελλάδα, προκαλώντας βροχοπτώσεις κυρίως στη βόρεια χώρα και στη Θεσσαλία, όπου οι πρώτες μετρήσεις κατέγραψαν αυξημένα επίπεδα ραδιενέργειας.

Διαβάστε επίσης: Πυρηνική ενέργεια / Η μεγάλη επιστροφή μετά το τραύμα του Τσερνόμπιλ

Μελέτες του ΕΜΠ δείχνουν ραδιενεργή επιβάρυνση σε 1.200 τ.χλμ. της Ελλάδας
Νέα στοιχεία από τα αρχεία του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου επαναφέρουν στο προσκήνιο τις συνέπειες που είχε στην Ελλάδα η πυρηνική καταστροφή του Τσέρνομπιλ, επιβεβαιώνοντας ότι το ραδιενεργό νέφος που εξαπλώθηκε μετά το δυστύχημα του 1986 έφτασε και στη χώρα μας, επηρεάζοντας σημαντικές γεωγραφικές εκτάσεις.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα αλλά και τις εκτιμήσεις της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, σχεδόν το 1% της ελληνικής επικράτειας – περίπου 1.200 τετραγωνικά χιλιόμετρα – παρουσίασε ραδιενεργή επιβάρυνση εξαιτίας του ατυχήματος.

Το νέφος έφτασε στην Ελλάδα στις 5 Μαΐου 1986
Το ραδιενεργό νέφος έφτασε στην Ελλάδα στις 5 Μαΐου 1986, λίγες ημέρες μετά την έκρηξη του τέταρτου αντιδραστήρα στο Τσέρνομπιλ, προκαλώντας έντονη ανησυχία στην κοινή γνώμη.
Η περίοδος εκείνη σημαδεύτηκε από εκτεταμένη αναστάτωση, καθώς δημοσιεύματα και ανακοινώσεις αρμόδιων φορέων ενίσχυσαν τους φόβους για πιθανή μόλυνση τροφίμων, κυρίως γαλακτοκομικών προϊόντων, φρούτων και λαχανικών.
Η αβεβαιότητα οδήγησε σε πρωτοφανείς κοινωνικές αντιδράσεις, με πολίτες να αποφεύγουν βασικά είδη διατροφής και να αναζητούν πληροφορίες για τις επιπτώσεις της ακτινοβολίας.
Χιλιάδες εκτρώσεις λόγω φόβου
Σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία της εποχής, από τον Μάιο του 1986 έως τον Μάιο του 1987 καταγράφηκαν στην Ελλάδα από 1.500 έως και 2.500 εκτρώσεις, καθώς πολλές γυναίκες φοβήθηκαν πιθανές τερατογενέσεις ή προβλήματα υγείας στα έμβρυα λόγω της ραδιενέργειας.
Το γεγονός αποτυπώνει το μέγεθος του πανικού που είχε προκαλέσει τότε η καταστροφή, σε μια εποχή περιορισμένης ενημέρωσης και ισχυρής ανασφάλειας για τις πραγματικές συνέπειες.
Τα ευρήματα του ΕΜΠ
Το Εργαστήριο Πυρηνικής Τεχνολογίας του ΕΜΠ πραγματοποίησε εκτεταμένη επιστημονική καταγραφή των επιπτώσεων.
Συγκεκριμένα, συλλέχθηκαν 1.500 δείγματα εδάφους από διάφορες περιοχές της Ελλάδας την περίοδο 1986-1987, και επιπλέον 1.000 δείγματα συγκεντρώθηκαν από το 1987 έως το 2007
Οι μετρήσεις επιβεβαίωσαν ότι το ραδιενεργό νέφος έφτασε στην Ελλάδα και άφησε ίχνη στο έδαφος, αν και – σύμφωνα με τους ειδικούς – τα επίπεδα που καταγράφηκαν δεν κρίθηκαν επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία.
Ανάμεσα στις περιοχές όπου καταγράφηκε μεγαλύτερη επιβάρυνση περιλαμβάνονται η Καρδίτσα, η Νάουσα αλλά και η Αθήνα.
Οι επιπτώσεις συνδέθηκαν σε μεγάλο βαθμό με τις καιρικές συνθήκες και τις βροχοπτώσεις που σημειώθηκαν όταν το νέφος πέρασε πάνω από τη χώρα, γεγονός που αύξησε την εναπόθεση ραδιενεργών σωματιδίων στο έδαφος.
Η απειλή στο Τσερνόμπιλ παραμένει ενεργή
Η Greenpeace τονίζει ότι ο κίνδυνος στο Τσερνόμπιλ δεν έχει εκλείψει.
Η γνωστή «σαρκοφάγος» που κατασκευάστηκε γύρω από τον αντιδραστήρα Νο. 4 μετά το δυστύχημα χαρακτηρίζεται προσωρινή λύση, η οποία χρειάζεται ενίσχυση και αντικατάσταση.
Ωστόσο, οι εργασίες έχουν παγώσει εξαιτίας του πολέμου στην περιοχή. Παράλληλα, περσινή ρωσική επίθεση με drone, σύμφωνα με την Greenpeace, αύξησε τον κίνδυνο αστοχίας της κατασκευής.
Σε περίπτωση κατάρρευσης, προειδοποιεί, θα μπορούσαν να απελευθερωθούν στην ατμόσφαιρα ραδιενεργή σκόνη και κατάλοιπα πυρηνικού καυσίμου.
Ουκρανός στρατιώτης φωτίζει ένα κατεστραμμένο προστατευτικό κάλυμμα πάνω από τα ερείπια του αντιδραστήρα της Μονάδας 4 στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ, κοντά στην πόλη Τσερνομπίλ της Ουκρανίας, στις 14 Φεβρουαρίου 2025.(EPA/SERGEY DOLZHENKO)
Εργάτες πάνω σε ένα κατεστραμμένο προστατευτικό κάλυμμα που καλύπτει τα ερείπια του αντιδραστήρα της Μονάδας 4 στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ, κοντά στην πόλη Τσερνομπίλ της Ουκρανίας, στις 14 Φεβρουαρίου 2025.(EPA/SERGEY DOLZHENKO)
Κριτική στην επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας
Παρά το ιστορικό βάρος του Τσερνόμπιλ, η Greenpeace σημειώνει ότι στην Ευρώπη παρατηρείται νέα ώθηση προς την πυρηνική ενέργεια, η οποία παρουσιάζεται ως λύση για την κλιματική κρίση.
Η οργάνωση αντιτείνει ότι η πυρηνική τεχνολογία παραμένει προβληματική, είτε αφορά μεγάλους αντιδραστήρες είτε μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (SMRs), καθώς – όπως υποστηρίζει – βασίζεται στις ίδιες αρχές και συνοδεύεται από τους ίδιους κινδύνους.
Οι βασικές ενστάσεις
Η Greenpeace απαριθμεί τέσσερα βασικά προβλήματα της πυρηνικής ενέργειας:

αποτελεί την ακριβότερη μορφή παραγωγής ενέργειας, με υψηλά και συχνά κρυφά κόστη
αυξάνει την εξάρτηση μιας χώρας από την τεχνολογία και τις εισαγωγές τρίτων κρατών
παράγει πυρηνικά απόβλητα που απαιτούν ασφαλή αποθήκευση για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια
ενέχει πάντα τον κίνδυνο ατυχήματος από ανθρώπινο λάθος, φυσικές καταστροφές ή πολεμικές συγκρούσεις

Έκκληση για ανανεώσιμες πηγές
Καταλήγοντας, η Greenpeace υποστηρίζει ότι σαράντα χρόνια μετά το Τσερνόμπιλ το μήνυμα είναι ξεκάθαρο – ο πυρηνικός κίνδυνος είναι μακροχρόνιος και δεν μπορεί να εξαλειφθεί πλήρως.
Η οργάνωση καλεί την Ελλάδα και τις κυβερνήσεις διεθνώς να στραφούν σε αποκεντρωμένα ενεργειακά συστήματα βασισμένα στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ώστε να ενισχυθεί η ενεργειακή ασφάλεια, να περιοριστεί η εξάρτηση και να διαμορφωθεί ένα πιο σταθερό και βιώσιμο ενεργειακό μέλλον.