Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να προωθήσει, μέσω εκτελεστικού διατάγματος, τη χρηματοδότηση ερευνών για θεραπείες βασισμένες σε ψυχεδελικές ουσίες και να επιταχύνει τη διαδικασία αξιολόγησής τους έχει χαιρετιστεί από πολλούς ως σημαντικό βήμα προόδου.

Και όχι άδικα, γράφει η εφημερίδα The Washington Post.

Ουσίες όπως η ψιλοκυβίνη και το MDMA έχουν παρουσιάσει εντυπωσιακά αποτελέσματα σε κλινικές δοκιμές για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης, της μετατραυματικής διαταραχής στρες και άλλων σοβαρών ψυχικών παθήσεων.

Η κυβερνητική αυτή πρωτοβουλία δίνει ώθηση σε έναν ταχέως αναπτυσσόμενο επιστημονικό τομέα και δημιουργεί ελπίδες σε ασθενείς που αναζητούν νέες θεραπευτικές επιλογές.

Ωστόσο, όσο ενθαρρυντική κι αν είναι η εξέλιξη, απαιτείται μεγάλη επιφύλαξη, υπογραμμίζει η εφημερίδα.

Τα δεδομένα της έρευνας παραμένουν σύνθετα, ενώ βασικά μεθοδολογικά προβλήματα δεν έχουν ακόμη επιλυθεί.

Η πολιτική και η δημόσια συζήτηση δεν θα πρέπει να προηγηθούν της επιστήμης, όπως προσθέτει.

Αρκετές μελέτες που δημοσιεύθηκαν σε κορυφαία ιατρικά περιοδικά, όπως το JAMA και το New England Journal of Medicine, κατέληξαν ότι η θεραπεία με ψυχεδελικά σε συνδυασμό με ψυχοθεραπεία μπορεί να βελτιώσει θεαματικά καταστάσεις που συνήθως είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν.

Παρόλα αυτά, οι περισσότερες από αυτές τις μελέτες ήταν μικρής κλίμακας και δεν πληρούσαν απολύτως το πρότυπο της «διπλά τυφλής δοκιμής», που θεωρείται ο χρυσός κανόνας στην αξιολόγηση φαρμάκων.

Ο όρος «διπλά τυφλή δοκιμή» (σ.σ. “double-blind trial”) αναφέρεται στη μεθοδολογική προσέγγιση όπου τόσο ο ερευνητής (ιατρός) όσο και ο συμμετέχων ασθενής δεν γνωρίζουν ποια συγκεκριμένη αγωγή χορηγείται. Η θεραπεία μπορεί να είναι το υπό μελέτη δραστικό μόριο/ουσία, ένα εικονικό φάρμακο (placebo) ή μια ήδη καθιερωμένη θεραπεία αναφοράς (το λεγόμενο active control). Αυτός ο σχεδιασμός είναι υψίστης σημασίας για την αποφυγή μεροληψίας (το bias) κατά την καταγραφή, την αναφορά και την αξιολόγηση των κλινικών σημείων και συμπτωμάτων. Αυτή λοιπόν η «τυφλοποίηση» διασφαλίζει ότι οι όποιες βελτιώσεις ή παρενέργειες παρατηρηθούν θα αποδοθούν αποκλειστικά στη φαρμακολογική δράση της ουσίας και όχι σε ψυχολογικούς παράγοντες.

Ο λόγος είναι προφανής, καθώς οι ψυχεδελικές ουσίες προκαλούν έντονες μεταβολές στη συνείδηση, οπτικές παραμορφώσεις και ισχυρές αισθητηριακές εμπειρίες. Έτσι, οι συμμετέχοντες αντιλαμβάνονται σχεδόν αμέσως αν έλαβαν το πραγματικό σκεύασμα ή placebo.

Όπως σημειώνει ο επιδημιολόγος Έρικ Λις, «η ομάδα που λαμβάνει το φάρμακο το γνωρίζει ξεκάθαρα».

Οι ερευνητές επιχείρησαν να ξεπεράσουν αυτό το πρόβλημα χορηγώντας στην ομάδα placebo ουσίες που μιμούνται ορισμένες σωματικές αντιδράσεις, όπως η νιασίνη, η οποία προκαλεί αίσθημα θερμότητας και ερυθρότητα στο δέρμα, ή πολύ χαμηλές δόσεις της ίδιας της ψυχεδελικής ουσίας.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Λις, καμία από αυτές τις προσεγγίσεις δεν υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχής.

Αντίθετα, ενισχύεται αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν «φαινόμενο προσδοκίας», το ότι όσοι συμμετέχουν σε τέτοιες δοκιμές είναι συχνά άτομα που ήδη πιστεύουν πως τα ψυχεδελικά θα τους βοηθήσουν. Αν αντιληφθούν ότι έλαβαν το πραγματικό φάρμακο, είναι πιθανό να αναφέρουν καλύτερα αποτελέσματα.

Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι περισσότερες δοκιμές πραγματοποιούνται σε αυστηρά ελεγχόμενο περιβάλλον.

Οι συμμετέχοντες αξιολογούνται εκ των προτέρων, αποκλείονται όσοι έχουν ιστορικό σχιζοφρένειας ή διπολικής διαταραχής και στη συνέχεια περνούν ώρες με ειδικά εκπαιδευμένους θεραπευτές, οι οποίοι τους καθοδηγούν κατά τη διάρκεια της εμπειρίας και τους βοηθούν μετά να επεξεργαστούν όσα βίωσαν.

Αυτό γίνεται κυρίως για λόγους ασφάλειας. Οι ουσίες αυτές μπορούν να προκαλέσουν παραισθήσεις, μανία, ψυχωσικά επεισόδια ή ακραίο άγχος.

Ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να βιώσουν θεραπευτική πρόοδο, όμως άλλοι μπορεί να οδηγηθούν σε πανικό, παράνοια ή ακόμη και αυτοκτονικό ιδεασμό, αν δεν υπάρχει άμεση επαγγελματική υποστήριξη.

Ο Λις επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Ίσως δεν θα ήταν ηθικά αποδεκτό να πεις σε κάποιον στο πλαίσιο δοκιμής: “Ορίστε μερικά μανιτάρια, πάρ’ τα και θα μιλήσουμε την επόμενη εβδομάδα”».

Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα τι θα γίνει όταν αυτά τα φάρμακα βγουν από το προστατευμένο περιβάλλον των δοκιμών και περάσουν στην καθημερινή κλινική πρακτική.

Είναι πιθανό χωρίς εντατική ψυχοθεραπευτική υποστήριξη να μην διατηρούνται τα οφέλη. Είναι επίσης πιθανό να προκληθούν σοβαρές βλάβες, ιδιαίτερα αν άνθρωποι επιλέξουν αυτοθεραπεία αντί για θεραπείες που έχουν ήδη αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα.

Αυτό ακριβώς είναι, κατά τον Λις, το μεγαλύτερο αναπάντητο ερώτημα – αν τα αποτελέσματα των δοκιμών μπορούν να αναπαραχθούν σε συνηθισμένες ιατρικές συνθήκες.

Ένας από τους λόγους που η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ απέρριψε το 2024 αίτηση έγκρισης θεραπείας με υποβοήθηση MDMA ήταν ακριβώς αυτές οι αβεβαιότητες.

Οι ρυθμιστικές αρχές είχαν επίσης αναφέρει πρόσθετα ζητήματα, μεταξύ των οποίων και καταγγελίες για σεξουαλική ανάρμοστη συμπεριφορά θεραπευτών που συμμετείχαν στις δοκιμές.

Περισσότερη χρηματοδότηση θα μπορούσε να βοηθήσει, επιτρέποντας μεγαλύτερες και καλύτερα σχεδιασμένες μελέτες.

Αυτό όμως απαιτεί χρόνο, και οι εγκρίσεις δεν θα πρέπει να επισπευσθούν πριν ολοκληρωθεί η αναγκαία επιστημονική τεκμηρίωση.

Η καθηγήτρια πολιτικής υγείας Κριστίνα Άντριους τονίζει: «Βρισκόμαστε ακόμη σε στάδιο όπου πολλά στοιχεία είναι ενδεικτικά ή προκαταρκτικά. Δεν διαθέτουμε αρκετές αυστηρές μελέτες για να απαντήσουμε στα πιο κρίσιμα ερωτήματα γύρω από την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα».

Όσοι αναζητούν αυτές τις θεραπείες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η ασφαλέστερη οδός είναι μόνο μέσα από αυστηρά οργανωμένα κλινικά πλαίσια, με τα ίδια πρωτόκολλα που χρησιμοποιούνται στις δοκιμές.

Η πραγματικότητα, όμως, απέχει πολύ από αυτό.

Σύμφωνα με έκθεση της RAND Corporation, το 2025 περίπου 11 εκατομμύρια ενήλικοι Αμερικανοί δοκίμασαν ψιλοκυβίνη και 4,7 εκατομμύρια χρησιμοποίησαν MDMA.

Τα περισσότερα από αυτά τα προϊόντα κυκλοφορούν ουσιαστικά χωρίς επαρκή έλεγχο, ενώ μελέτες έχουν εντοπίσει μεγάλες αποκλίσεις στις δοσολογίες και συχνή παρουσία αδήλωτων ή επιμολυσμένων ουσιών.

Καθώς η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ προωθεί την ατζέντα της γύρω από τα ψυχεδελικά, καλείται να αντιμετωπίσει αυτή τη δύσκολη πραγματικότητα.

Η ενίσχυση της έρευνας για ιατρικές χρήσεις είναι θετική εξέλιξη. Όμως πρέπει να συνοδευτεί από αυστηρή εποπτεία, ισχυρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο και σαφείς κανόνες για την αγορά.

Η ελπίδα που γεννούν οι θεραπευτικές δυνατότητες αυτών των ουσιών δεν πρέπει να συγχέεται με την παραδοχή ότι είναι γενικά ασφαλείς ή κατάλληλες για ανεξέλεγκτη και ψυχαγωγική χρήση.