Αστυνομικές αρχές στην Ελλάδα φέρονται να στρατολογούν μετανάστες προκειμένου να απωθούν βίαια άλλους μετανάστες πίσω από τα χερσαία σύνορα με την Τουρκία, σύμφωνα με εκτενή στοιχεία που έφερε στο φως μεγάλη έρευνα του BBC.

Συνολικά, τα στοιχεία της έρευνας σκιαγραφούν έναν μηχανισμό επαναπροωθήσεων που εφόσον επιβεβαιωθεί πλήρως εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς τη συμμόρφωση με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο.

Το ρεπορτάζ του BBC αναφέρει ότι διαθέτει εσωτερικά αστυνομικά έγγραφα, στα οποία συνοριοφύλακες περιγράφουν πως η στρατολόγηση των λεγόμενων «μισθοφόρων» γινόταν κατόπιν εντολής και υπό την επίβλεψη ανώτερων αξιωματικών.

Τα ευρήματα περιλαμβάνουν σοβαρές καταγγελίες για βία, με μάρτυρες να αναφέρουν ότι μετανάστες εξευτελίζονταν, ληστεύονταν, ξυλοκοπούνταν και ακόμη ότι υφίσταντο σεξουαλικές επιθέσεις. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι «μισθοφόροι» φέρεται να χρησιμοποιούνται ανεπίσημα στα σύνορα τουλάχιστον από το 2020.

Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, ο Έλληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, είχε δηλώσει στο BBC ότι ήταν «εντελώς ανενημέρωτος» για τις καταγγελίες περί χρήσης μεταναστών σε επαναπροωθήσεις, ενώ οι ελληνικές αρχές δεν είχαν απαντήσει σε αναλυτικά γραπτά αιτήματα για σχολιασμό.

Οι επαναπροωθήσεις —δηλαδή η εξαναγκαστική επιστροφή μεταναστών και αιτούντων άσυλο χωρίς τη δέουσα διαδικασία— θεωρούνται γενικά παράνομες βάσει του διεθνούς δικαίου.

Η νέα έρευνα του BBC, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την οργάνωση Consolidated Rescue Group, ξεκίνησε το περασμένο φθινόπωρο, όταν περιήλθε στην κατοχή των δημοσιογράφων βίντεο που φέρεται να δείχνει κακομεταχείριση μεταναστών από «μισθοφόρους».

Το υλικό παραχωρήθηκε από διακινητή, ο οποίος δήλωσε δυσαρεστημένος με συνεργάτες του. Αν και το BBC δεν έχει καταφέρει να επιβεβαιώσει πλήρως την αυθεντικότητα του περιεχομένου, σημειώνει ότι συνάδει με άλλες ανεξάρτητες μαρτυρίες.

Έκτοτε, το μέσο συνέθεσε στοιχεία από μαρτυρίες μεταναστών, πρώην «μισθοφόρων», αστυνομικές πηγές, επίσημα έγγραφα και διαρρεύσαντα πρακτικά.

Συνοριοφύλακας κατέθεσε σε πειθαρχική διαδικασία ότι υπήρχαν πληροφορίες —τις οποίες είχε μεταφέρει στους ανωτέρους του— πως «μισθοφόροι» βίαζαν γυναίκες μετανάστριες.

Δύο μετανάστες και ένας πρώην «μισθοφόρος» δήλωσαν ότι είδαν ακραία βία τόσο από αυτούς όσο και από Έλληνες αστυνομικούς, με ανθρώπους να ξυλοκοπούνται μέχρι λιποθυμίας.

Μετανάστρια κατήγγειλε ότι μισθοφόρος αφαίρεσε την πάνα της κόρης της αναζητώντας αντικείμενα αξίας. Η «Αμάλ», μια μητέρα από τη Συρία που αναζήτησε άσυλο στην Ελλάδα το 2025, δήλωσε στο BBC ότι η οικογένειά της συνελήφθη στην Ορεστιάδα. «Η κόρη μου φορούσε πάνα. Την έβγαλαν για να ψάξουν για κοσμήματα», είπε. «Ούρλιαζε από τον φόβο της».

Η Ελλάδα έχει δεχθεί πάνω από ένα εκατομμύριο αφίξεις μεταναστών από το 2015, κυρίως μέσω θαλάσσης αλλά και από τα χερσαία σύνορα με την Τουρκία.

Οι μετανάστες που διασχίζουν τον ποταμό του Έβρου εισέρχονται σε μια αυστηρά φυλασσόμενη και στρατιωτικοποιημένη ζώνη.

Πηγή από την αστυνομία της περιοχής ανέφερε ότι οι «μισθοφόροι» χρησιμοποιούνται για την επαναπροώθηση εκατοντάδων ανθρώπων κάθε εβδομάδα.

«Δεν υπάρχει στρατιώτης, αστυνομικός ή στέλεχος της Frontex που να υπηρετεί εδώ στον Έβρο και να μην γνωρίζει ότι γίνονται επαναπροωθήσεις», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι «μισθοφόροι» είναι μετανάστες, προερχόμενοι από χώρες όπως το Πακιστάν, τη Συρία και το Αφγανιστάν, και ανταμείβονται με χρήματα, κινητά τηλέφωνα που αφαιρούνται από άλλους μετανάστες, αλλά και έγγραφα που ουσιαστικά τους επιτρέπουν να κινηθούν εντός της Ελλάδας.

Το BBC έχει επίσης στη διάθεση του βίντεο από τις 22 Ιουνίου 2023, όπου ομάδα μεταναστών που είχε μόλις περάσει στον Έβρο και ήθελε να ζητήσει άσυλο, δέχθηκε επίθεση.

Έκθεση του Γραφείου Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Frontex κατέληξε ότι, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, 10 έως 20 υπήκοοι τρίτων χωρών δρούσαν κατ’ εντολή Ελλήνων αξιωματικών.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι μετανάστες υπέστησαν σωματική και λεκτική κακοποίηση, απειλές θανάτου και βιασμού, εξευτελιστικούς σωματικούς ελέγχους, καθώς και ξυλοδαρμούς, μαχαιρώματα, περιορισμό και κλοπές προσωπικών αντικειμένων.

Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν εξαναγκαστικά πίσω στην Τουρκία, κατά παράβαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Μαρία Γαβουνέλη, δήλωσε ότι τα ευρήματα ενδέχεται να συνιστούν «εξαιρετικά σοβαρή» παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όπως σημείωσε, έχουν καταγραφεί πάνω από 100 περιστατικά από το 2020.

Σε σύντομη συνομιλία με το BBC τον Μάρτιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε ότι δεν γνώριζε τις σχετικές καταγγελίες, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η Ελλάδα προστατεύει τα σύνορά της.

Η Frontex απορρίπτει ότι αγνοεί παραβιάσεις, δηλώνοντας ότι συμβάλλει στη νόμιμη διαχείριση των συνόρων.

Πρώην συμμετέχοντες στις επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι εξαναγκάστηκαν να λάβουν μέρος, φοβούμενοι αντίποινα, περιγράφοντας ένα σύστημα που —όπως λένε— λειτουργεί υπό πίεση και εκφοβισμό.

Ο «Μαρουάν», ένας Μαροκινός που ζει πλέον στο Παρίσι, δήλωσε στο BBC ότι στρατολογήθηκε ενώ βρισκόταν σε ελληνικό αστυνομικό κελί το 2020.

«Ο αξιωματικός μου είπε: Φαίνεσαι καλό παιδί, μιλάς αγγλικά. Θέλεις να δουλέψεις για μένα;», θυμάται ο Μαρουάν. «Ένιωσα αναγκασμένος να πω ναι, γιατί φοβόμουν ότι αν αρνιόμουν θα με χτυπούσαν».

Στον απόηχο του ρεπορτάζ, κατατέθηκε προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ερώτηση του Κώστα Αρβανίτη, Αντιπροέδρου της Αριστεράς (The Left) και μέλους της Eπιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (LIBE).

«Το ρεπορτάζ, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την οργάνωση Consolidated Rescue Group (CRG), αποκαλύπτει ένα οργανωμένο σύστημα παράνομων επαναπροωθήσεων στον Έβρο, στο οποίο η ελληνική αστυνομία φέρεται να στρατολογεί μετανάστες από χώρες όπως το Πακιστάν, η Συρία και το Αφγανιστάν, ως ανεπίσημους «μισθοφόρους». Ως αντάλλαγμα λαμβάνουν μετρητά, κινητά τηλέφωνα λεηλατημένα από άλλους μετανάστες και έγγραφα διέλευσης», αναφέρει η ερώτηση και προσθέτει:

«Σύμφωνα με εσωτερικά αστυνομικά έγγραφα, που το BBC αναφέρει ότι εξασφάλισε, η στρατολόγηση των μισθοφόρων διατάχθηκε και επιβλεπόταν από ανώτερους αξιωματικούς και μάλιστα επισημαίνεται ότι δεν υπάρχει ένστολος στον Έβρο που να μην γνωρίζει ότι γίνονταν επαναπροωθήσεις. Τα ευρήματα σοκάρουν, καθώς μάρτυρες περιγράφουν μετανάστες που απογυμνώθηκαν, ληστεύτηκαν, ξυλοκοπήθηκαν μέχρι λιποθυμίας, ενώ υπάρχουν καταγγελίες για σεξουαλικές επιθέσεις σε βάρος γυναικών. Ακόμη και από ένα μωρό έβγαλε την πάνα μασκοφόρος που αναζητούσε αντικείμενα αξίας. Η Υπηρεσία Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της FRONTEX σε σχετική έκθεσή της επιβεβαιώνει ότι «υπήκοοι τρίτων χωρών» ενεργούσαν κατ’ εντολή Ελλήνων αξιωματικών και υπέβαλαν τους μετανάστες σε σωματικές κακοποιήσεις, απειλές βιασμού και θανάτου και στη συνέχεια τους μετέφεραν βίαια πίσω στην Τουρκία, κατά παράβαση του ευρωπαϊκού δικαίου».

Η ερώτηση καταλήγει σε δύο κρίσιμα ερωτήματα: «Και για αυτήν την υπόθεση -όπως και για όλα τα σοβαρά θέματα που έχουν προκύψει τα τελευταία 7 χρόνια της πρωθυπουργίας του- ο Κ. Μητσοτάκης δήλωσε πλήρη άγνοια.

Απέναντι σε αυτές τις εξαιρετικά σοβαρές καταγγελίες, ο Κώστας Αρβανίτης θέτει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύο κρίσιμα ερωτήματα: ποιες ενέργειες προτίθεται να αναλάβει για τα καταγγελθέντα, και πώς σκοπεύει να βελτιώσει τις διαδικασίες έγκαιρης παρέμβασης σε αντίστοιχες περιπτώσεις».

Σύμφωνα με την απάντηση που δόθηκε από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, «οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί συνδέονται με περιστατικά που φέρονται να σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της υπηρεσιακής κυβέρνησης το 2023». Παράλληλα, επισημαίνεται ότι «οι ελληνικές Αρχές έχουν τοποθετηθεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια για παρόμοιες καταγγελίες, με σαφή και τεκμηριωμένο τρόπο. Υπενθυμίζεται δε ότι η πάγια θέση της Ελληνικής Αστυνομίας είναι ξεκάθαρη: η φύλαξη των συνόρων πραγματοποιείται με βάση το διεθνές, ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, με πλήρη σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».

Οι ίδιες πηγές τονίζουν ακόμη ότι αντίστοιχες εκθέσεις και δημοσιεύματα στηρίζονται κυρίως σε μαρτυρίες και δευτερογενή στοιχεία, τα οποία –όπως αναφέρουν– δεν μπορούν να επαληθευτούν, ενώ η αξιολόγησή τους βασίζεται συχνά στη σύγκλιση καταγγελιών και όχι σε απτά αποδεικτικά στοιχεία.

Σε κάθε περίπτωση, υπογραμμίζεται ότι «τέτοιου είδους καταγγελίες αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα, εξετάζονται άμεσα και διερευνώνται θεσμικά, σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο και τους μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας που ισχύουν τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο».