Υπερψηφίστηκε από την Ολομέλεια της Βουλής το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που περιλαμβάνει τη ρύθμιση για τους ενήμερους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη.

Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης / Φωτογραφία eurokinissi

Συγκεκριμένα, με την θετική ψήφο της ΝΔ ψηφίσθηκε επί της Αρχής και στο σύνολό του το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών «Μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, μισθολογικές και φορολογικές διατάξεις, ρυθμίσεις για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου, ρυθμίσεις για την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων και βελτίωση του πλαισίου για τα παίγνια, ρυθμίσεις για την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία και λοιπές διατάξεις» από την Ολομέλεια.

Το σχέδιο νόμου, επί της Αρχής και στο σύνολό του το καταψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και Νίκη, ενώ με το «παρών» τοποθετήθηκαν το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ και η Ελληνική Λύση. Η Πλεύση Ελευθερίας, όπως δήλωσε ο αγορητής της κατά την τοποθέτησή του, καταψηφίζει το νομοσχέδιο αλλά θα καταθέσει το ψηφοδέλτιο τις επόμενες ώρες.

Η τροπολογία για τα δάνεια του Νόμου Κατσέλη ψηφίσθηκε από τη ΝΔ. το ΠΑΣΟΚ- ΚΙΝΑΛ και την Ελληνική Λύση ενώ ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και Νίκη τοποθετήθηκαν με το «παρών».

Την δεύτερη υπουργική τροπολογία με τις διατάξεις που αφορούν αρμοδιότητες της ΕΛΑΣ για κακουργήματα, φοροδιαφυγή, την εγκατάσταση σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας και τον ΟΑΣΘ την ψήφισαν η ΝΔ, την καταψήφισε το ΚΚΕ ενώ όλα τα άλλα κόμματα τοποθετήθηκαν με το «παρών»

Η συζήτηση στη Βουλή διεξήχθη σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, με την αντιπολίτευση να υποστηρίζει ότι οι προβλέψεις του νομοσχεδίου ευνοούν κυρίως τράπεζες και επενδυτικά funds. Από την πλευρά της κυβέρνησης, τονίζεται ότι πρόκειται για μια συνολική και αναδρομική αντιμετώπιση ενός χρόνιου ζητήματος που αφορά τα «κόκκινα» δάνεια.

Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης υποστήριξε ότι η κυβέρνηση δεν περιορίστηκε στην απλή εφαρμογή απόφασης του Αρείου Πάγου, αλλά προχώρησε σε ευρύτερη νομοθετική παρέμβαση.

Όπως ανέφερε:

η ρύθμιση έχει αναδρομική ισχύ από 1η Απριλίου 2019

αντιμετωπίζει ένα χρόνιο πρόβλημα που χαρακτήρισε «βραδυφλεγή βόμβα»

περισσότεροι από 100.000 δανειολήπτες θα δουν μείωση στις μηνιαίες δόσεις τους

Η διάταξη αφορά ενήμερους δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη, έχουν δικαστικές αποφάσεις ή ρυθμίσεις οφειλών και τηρούν τις υποχρεώσεις τους.

Κύρια στοιχεία:

Η βασική αλλαγή εντοπίζεται στον τρόπο υπολογισμού των τόκων, οι οποίοι μειώνονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, οδηγώντας σε μικρότερες μηνιαίες καταβολές.

Για στεγαστικό δάνειο 100.000 ευρώ διάρκειας 20 ετών με επιτόκιο 4%:

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρουσιάστηκαν:

Η αναδρομικότητα θεωρείται κομβικό στοιχείο της παρέμβασης. Σε ενδεικτική περίπτωση δανείου που ρυθμίστηκε τον Ιούνιο του 2023:

το όφελος από τη διαφορά στους τόκους ανέρχεται σε περίπου 6.443 ευρώ

το ποσό αυτό συμψηφίζεται με μελλοντικές δόσεις

ο δανειολήπτης απαλλάσσεται από περίπου 15 δόσεις των 433 ευρώ

η αποπληρωμή ολοκληρώνεται 15 μήνες νωρίτερα

Η ρύθμιση εντάσσεται σε ευρύτερο πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο περιλαμβάνει επίσης:

Η κυβέρνηση χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη διάταξη ως την πιο σημαντική του νομοσχεδίου.

Η αντιπαράθεση στη Βουλή ήταν έντονη. Η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι τα μέτρα είναι ανεπαρκή και καθυστερημένα, δεν αντιμετωπίζουν ουσιαστικά τα προβλήματα των πολιτών και ότι ευνοούνται κυρίως τράπεζες και funds.

Ο Δημήτρης Κουτσούμπας (ΚΚΕ) καταψήφισε το νομοσχέδιο και αναγέρθηκε σε προηγούμενα αιτήματα για αναδρομικότητα και μείωση τόκων. Ο Κυριάκος Βελόπουλος (Ελληνική Λύση) χαρακτήρισε τη ρύθμιση ανεπαρκή και έθεσε θέμα συνολικού κόστους. Ο Σωκράτης Φάμελλος (ΣΥΡΙΖΑ) ανέφερε ότι η κυβέρνηση κινήθηκε υπό πίεση εξελίξεων και ο Παύλος Γερουλάνος (ΠΑΣΟΚ): υποστήριξε ότι η κυβέρνηση υιοθετεί προτάσεις της αντιπολίτευσης και αλλάζει προηγούμενες θέσεις

Ο υπουργός Κυριάκος Πιερρακάκης απάντησε στην κριτική, τονίζοντας ότι η ρύθμιση αποτελεί πολιτική επιλογή με ευθύνη της κυβέρνησης και όχι απλή συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση, καλώντας τα κόμματα να την υπερψηφίσουν.