Γιατί άραγε αρνούμαστε να κρατήσουμε την ιδιωτική μας ζωή κρυφή και μοιραζόμαστε τις πιο προσωπικές μας στιγμές στα κοινωνικά δίκτυα;

Μετατρέπουμε την καθημερινότητά μας σε δημόσιο θέαμα, τόσο που μοιάζει να μην έχει υπόσταση αν δεν την καταγράψουμε. Πόσο αληθινοί είμαστε, όμως, πίσω από τις εικόνες που επιλέγουμε να δείξουμε;

Είναι άραγε η επικοινωνία το ζητούμενο ή μήπως πρόκειται για έναν κενό μιμητισμό, μια ανάγκη επιβεβαίωσης μέσα από το βλέμμα των άλλων;

Αυτή η ανάγκη να μας βλέπουν, που σήμερα οικειοθελώς ικανοποιούμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στο συγκλονιστικό νουάρ μυθιστόρημα «Πανόραμα» της Lilia Hassaine (Γαλλία, 1991), μετατρέπεται σε έναν σκληρό και υποχρεωτικό κανόνα. Το να είσαι ορατός δεν είναι πια προσωπική επιλογή αλλά μια επιβεβλημένη πραγματικότητα.

Στη Γαλλία του 2049, η χώρα έχει μεταμορφωθεί πλήρως. Παντού κυριαρχούν γυάλινα σπίτια, η ιδιωτικότητα έχει εξαφανιστεί και η εγκληματικότητα περιορίζεται στις υποβαθμισμένες περιοχές.

Όλα ξεκινούν δύο δεκαετίες νωρίτερα, όταν οι ίδιοι οι πολίτες γίνονται τιμωροί, επιβάλλοντας ένα καθεστώς «Διαφάνειας», όπου κανείς δεν μπορεί να κρύψει τίποτα. Η ισορροπία κλονίζεται όταν μια τριμελής οικογένεια εξαφανίζεται μυστηριωδώς από το γυάλινο σπίτι της στη συνοικία Παξτόν, την εμβληματική συνοικία της «Διαφάνειας», αφήνοντας πίσω μόνο λίγες σταγόνες αίμα. Η αστυνομικός Ελέν επιστρέφει στην ενεργό δράση μετά από χρόνια και αναλαμβάνει την υπόθεση μαζί με τον συνεργάτη της, Νικό.

Η έρευνα ξεκινά από την Ολγκά, που περιγράφει τη στενή σχέση της με την αγνοούμενη αδερφή της, Ροζ, δηλώνοντας άγνοια για την εξαφάνιση. Χαρακτηρίζει τον γαμπρό της, Μιγκέλ, απόμακρο και ιδιότροπο ενώ προσθέτει πως λατρεύει το παιδί τους σαν δικό της. Η Ελέν και ο Νικό φτάνουν στα Τριζόνια, μια υποβαθμισμένη περιοχή με πέτρινα σπίτια, όπου ζουν μετανάστες, φτωχοί αλλά και όσοι αντιστέκονται στο σύστημα.

Εκεί, στο σπίτι του πατέρα του Μιγκέλ, η Ελέν εντοπίζει μια σπάνια βιβλιοθήκη -σ’ έναν κόσμο όπου τα βιβλία έχουν πια εξαφανιστεί- και μια ποιητική συλλογή γραμμένη από τον αγνοούμενο. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, έρχονται στο φως η χρεοκοπία του ζευγαριού αλλά και η νοσηλεία της Ροζ σε ψυχιατρική κλινική. Ωστόσο, το πιο ύποπτο στοιχείο είναι η μυστηριώδης οικονομική στήριξη που λαμβάνει η Ολγκά από την αδερφή της.

Οι ανακρίσεις συνεχίζονται με τη Λου, φωτογράφο και φίλη του Μιγκέλ. Αν και επιμένει πως δεν γνωρίζει τίποτα, πέρα από έναν έντονο καβγά του ζευγαριού, υλικό από κάμερα ασφαλείας τη δείχνει μαζί του λίγο πριν χαθούν τα ίχνη του, αναγκάζοντάς την να αποκαλύψει το μυστικό τους: μια αποθήκη που το καθεστώς της «Διαφάνειας» δεν πρέπει να μάθει ποτέ.

Εκεί, μια λεπτομέρεια τραβάει την προσοχή της Ελέν φέρνοντας στην επιφάνεια μια σκοτεινή δικαστική υπόθεση από το παρελθόν του Μιγκέλ. Οι δύο αστυνομικοί αντιλαμβάνονται την πολυπλοκότητα της κατάστασης και αποφασίζουν ν’ αποκρύψουν την κατάθεση της Λου και να οδηγήσουν την υπόθεση στο αρχείο.

Επτά μήνες μετά, τα πτώματα της Ροζ και του Μιγκέλ εντοπίζονται σε κοντινή απόσταση από το σπίτι τους. Η Ελέν δέχεται τελεσίγραφο από την υπηρεσία της να εξιχνιάσει το έγκλημα μέσα σ’ ένα μήνα. Παράλληλα, ο πατέρας του Μιγκέλ τής εμπιστεύεται την ποιητική συλλογή του γιου του. Διαβάζοντάς την, εκείνη ανακαλύπτει ανάμεσα στις λέξεις το κλειδί που ανατρέπει όλα τα δεδομένα της έρευνας και έρχεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα πιο σκληρή απ’ όσο μπορεί να φανταστεί.

Η συγγραφέας σκιαγραφεί την πανοραμική εικόνα μιας κοινωνίας που ζει πίσω από γυάλινους τοίχους. Στα προνομιούχα προάστια, η λάμψη και η ασφάλεια χτίζονται πάνω στον κοινωνικό αποκλεισμό όσων μένουν στο περιθώριο, απαιτώντας την απώλεια της ιδιωτικότητας, της ελευθερίας και της ταυτότητας. Μέχρι που η ψευδαίσθησή τους καταρρέει.

Ζωές πανομοιότυπες, στερημένες από κάθε αυθεντικότητα που δεν καταφέρνουν να σβήσουν τα άγρια ένστικτα της ανθρώπινης φύσης. Μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικά ελεγχόμενο τοπίο, η ηρωίδα βρίσκει καταφύγιο στη λογοτεχνία. Είναι ο τρόπος της ν’ αντισταθεί στην πραγματικότητα. Κι αυτή η εσωτερική της ανάγκη δεν αφορά μόνο την ίδια, αλλά και όλους εμάς.

Παρατηρώντας την αδυναμία μας να πράξουμε, στεκόμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα αδιέξοδο. Πώς, λοιπόν, μπορεί να γεννηθεί μια εξέγερση; Ίσως αρκεί να είμαστε διάφανοι απέναντι στους εαυτούς μας.

ΠΑΝΟΡΑΜΑ / Lilia Hassaine
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Μαριάννα Μαντά /ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΠΟΛΙΣ