Ο Vinicio Capossela, στα μάτια μου ήταν πάντα ένας μάγος της σκηνής κι ένας καλλιτέχνης πολύ δικός μου. Ανθρωποκεντρικός, με κοινωνική ευαισθησία, αισθητική και χιούμορ. Είναι ένας από τους πιο πολυσχιδείς Ιταλούς καλλιτέχνες κι έρχεται ξανά στην Αθήνα, ανοίγοντας το πρόγραμμα του φετινού Φ hill Sessions την Τρίτη 9 Ιουνίου, στο θέατρο «Δόρα Στράτου».

Tραγουδοποιός, συγγραφέας και performer με έντονα θεατρική σκηνική παρουσία. Από το ντεμπούτο του το 1990 μέχρι σήμερα έχει δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο καλλιτεχνικό σύμπαν που συνδυάζει στοιχεία τζαζ, μεσογειακών και βαλκανικών επιρροών, πειραματικής μουσικής και λογοτεχνικής αφήγησης, αντλώντας έμπνευση από μεγάλες λογοτεχνικές παραδόσεις και μύθους.

Έχει ασχοληθεί με το ρεμπέτικο και έχει συνεργαστεί με έλληνες καλλιτέχνες όπως ο Ψαραντώνης, ο Πάππος και ο Μυστακίδης. Βραβευμένος επανειλημμένα με το Targa Tenco και τιμημένος με το Premio Tenco για το σύνολο του έργου του, έχει εμφανιστεί σε σημαντικές σκηνές και φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο. Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλάει στο tvxs για το τραγούδι, τις ρίζες, την Ακροδεξιά, τους ήρωές του που είναι πάντα άνθρωποι χωρίς ορατότητα.

Σας γοητεύει η παράδοση — τόσο η ιταλική όσο και η ελληνική, όπως έχουμε δει και μέσα από τη σχέση σας με το ρεμπέτικο. Γιατί επιστρέφετε στις ρίζες;

Η παράδοση είναι ένας όρος διπλής σημασίας, γιατί μπορεί ταυτόχρονα να σημαίνει τόσο προδοσία όσο και αίσθηση του ανήκειν. Δεν σκέφτηκα ποτέ το ρεμπέτικο ως παραδοσιακή μουσική, αλλά ως μια μουσική έξω από τον χρόνο, γεννημένη μέσα από τον ξεριζωμό.

Οι ρεμπέτες ήταν ξεριζωμένοι· η αίσθηση της έννοιας της πατρίδας τους προερχόταν από τα ίδια τα τραγούδια. Είναι ουσιαστικά μουσικές για ανθρώπους χωρίς πατρίδα, για – όπως λέτε κι εσείς στην Ελλάδα – περιπλανώμενους. Μια υπαρξιακή κατάσταση με την οποία αισθάνομαι κοντά.

Το ίδιο ισχύει και για άλλες μουσικές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν παραδοσιακές, όπως η φολκ, η μπλουζ ή το τάνγκο: είναι μουσικές με ιστορία, αλλά δεν ανήκουν σε καμία φολκλορική παράδοση. Μας προσφέρουν μονάχα ένα έδαφος για τις ρίζες της ψυχής, όχι όμως για τις ρίζες του αίματος.

Πώς έχει επηρεάσει η καταγωγή σας από τη Νότια Ιταλία τόσο την καλλιτεχνική σας πορεία όσο και εσάς ως άνθρωπο;

Κάθε Νότος του κόσμου μοιάζει με τους υπόλοιπους, γιατί στον Νότο υπάρχει πάντοτε μια αίσθηση ανταρσίας απέναντι στη δικτατορία της εργασίας και του χρόνου. Στην Ιταλία ο Νότος ονομάζεται και Meridione, επειδή θεωρούνταν ότι τον άγγιζε ο μεσημβρινός δαίμονας.

Στον Νότο υπήρχε πάντοτε χώρος για τη μαγεία και για την αίσθηση ότι δεν έχεις ανάγκη ενός ταβανιού πάνω από το κεφάλι σου. Προσπάθησα να βρω το δικό μου σημείο πρόσβασης στα κοιτάσματα της λαϊκής μουσικής μέσα από το μικρό χωριό από το οποίο μετανάστευσαν οι γονείς μου, αναζητώντας εκεί τα ίχνη του τεράστιου αποθέματος του αγροτικού πολιτισμού.

Ωστόσο, δεν θα έκανα καμία διάκριση ανάμεσα στον Νότο και τον Βορρά, όσο ανάμεσα στον αγροτικό κόσμο και τον αστικοποιημένο κόσμο.

Η μουσική σας συνδυάζει παραδόσεις της ευρύτερης περιοχής με στοιχεία μπλουζ, καμπαρέ, και άλλα είδη. Θα μπορούσατε να περιγράψετε πώς γράφετε; Ξεκινάτε από τους στίχους ή από τη μουσική; Πώς καταλαβαίνετε ποιο είναι το θέμα σας;

Η σχέση μου με τη μουσική είναι μάλλον αυθόρμητη. Ποτέ δεν ταυτίστηκα με κάποιο συγκεκριμένο είδος. Η μουσική βρίσκεται στην υπηρεσία της περιπέτειας και των χαρακτήρων και εξαρτάται από αυτούς. Δεν υπάρχει προτεραιότητα ανάμεσα στον στίχο και στη μουσική. Πρώτα έρχεται η ιδέα ενός κόσμου που θέλω να αφηγηθώ και ύστερα αρχίζω να στρατολογώ τους χαρακτήρες του, τις εμμονές τους, τις αγωνίες τους και τον ήχο των λέξεων που βγαίνουν από το στόμα τους.

Γράφετε επίσης ποίηση; Τι ρόλο παίζει η λογοτεχνία στη ζωή σας και τι σας επιτρέπει να εκφράσετε που δεν μπορεί να εκφραστεί μέσα από ένα τραγούδι;

Όσο θα υπάρχουν βιβλιοπωλεία, θα υπάρχει ελπίδα. Τα βιβλία είναι οι καλύτεροι φίλοι μας, όμως εξακολουθούν να απαιτούν βαλίτσες, ράφια και σπίτια. Το τραγούδι είναι ένας τρόπος να κάνεις τα βιβλία φορητά και ταιριάζει στους οδοιπόρους – όπως και η ποίηση. Ένας ταξιδιώτης που γνωρίζει απ’ έξω καμιά πενηνταριά ποιήματα θα τα βγάλει πέρα σε κάθε περίσταση.

Ήσασταν ένας από τους τραγουδοποιούς στους οποίους στράφηκα — ή, αν θέλετε, τους οποίους θυμήθηκα – όταν ξέσπασε η προσφυγική κρίση. Τα τραγούδια σας αποτυπώνουν τη μοίρα της μετανάστευσης και του ξεριζωμού, αλλά και τις εμπειρίες ανθρώπων που βρίσκονται διαρκώς σε κίνηση. Ποια είναι η άποψή σας για τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη και η Αμερική αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες που βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι με τον κίνδυνο και τον στιγματισμό;

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο τρόπος με τον οποίο η Αμερική και η Ευρώπη αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες, αλλά και η διαφθορά της αφήγησης που κρύβεται πίσω από αυτό. Αυτές οι αφηγήσεις, όταν προωθούνται σε μεγάλη κλίμακα, καταλήγουν να εκχυδαΐζουν τους ανθρώπους· βλέπουμε να αλλάζει το πολιτικά τοπίο ευνοώντας πρόσωπα και κόμματα που χτίζονται πάνω στις πλάτες των μεταναστών. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που τροφοδοτεί έναν φαύλο κύκλο βίας και άγνοιας και τελικά μας κάνει όλους χειρότερους.

Οι ήρωές σας — ναυτικοί, εραστές, ναυαγοί, περιπλανώμενοι — είναι συχνά αόρατοι. Ποιοι άνθρωποι και ποιες καταστάσεις σας εμπνέουν σήμερα;

Οι άνθρωποι χωρίς ορατότητα.

Το έργο σας συχνά αναδεικνύει την αναγκαιότητα του τραύματος. Μια συμφιλίωση με τον πόνο. Δίνει έμφαση στο βάθος των πραγμάτων και σε μια ευθραυστότητα που δεν είναι αδυναμία αλλά δύναμη. Χρειαζόμαστε το τραγούδι για να μας παρηγορεί;

Για να παρηγορηθούμε χρειαζόμαστε την αγάπη, την καλοσύνη, την ευγνωμοσύνη, τον πολιτισμό, την εργασία, τη δικαιοσύνη, την ποίηση, την καλή τύχη και ίσως και μερικά καλά τραγούδια.

Τι θα θέλατε να πείτε σήμερα στον κόσμο, μέσα σε έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή και μέσα σε μια σειρά διαδοχικών κρίσεων; Τι δεν πρέπει να ξεχάσουμε;

Δεν πρέπει να ξεχάσουμε την ιστορία, όλους τους αγώνες για δικαιώματα που έχουν ήδη δοθεί και που σήμερα χάνουμε. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι δεν είμαστε θεατές αλλά πολίτες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο πόλεμος είναι πάντοτε λάθος και πάντοτε μια ήττα. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύ, μα πολύ επικίνδυνοι.