Βαριά καμπάνα 200 εκατ. ευρώ επέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην εταιρεία Temu για παραβίαση του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA). Το πρόστιμο αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά «χτυπήματα» στην Temu, αλλά και γενικότερα στις κινεζικές πλατφόρμες ultra-cheap αγορών.

Η Ευρώπη έχει αποφασίσει να προστατευθεί από τις αθέμιτες, έως και επικίνδυνες εμπορικές πρακτικές κολοσσιαίων πλατφορμών, οι οποίες από την Κίνα έχουν «καταλάβει» το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη.

Η Κομισιόν διεξάγει, εδώ και μήνες, παράλληλες έρευνες για να αξιολογήσει σωστά τους κινδύνους που προκύπτουν από την πώληση παράνομων και επικίνδυνων προϊόντων μέσω της πλατφόρμας της Temu, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τους καταναλωτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Το μήνυμά μας είναι σαφές προς την εταιρεία. Αν θέλετε να έχετε πρόσβαση στην αγορά μας των 450 εκατ. καταναλωτών, πρέπει να σέβεστε τους κανόνες μας», δήλωσε ο Τόμας Ρενιέ, εκπρόσωπος της Κομισιόν για θέματα τεχνολογίας.

Χαρακτηριστικό της σοβαρότητας με την οποία αντιμετωπίζει η Επιτροπή την ασφάλεια των καταναλωτών, αλλά και την ίδια την κινεζική εταιρεία είναι το γεγονός ότι για να καταλήξει έκανε δοκιμή «μυστικών αγοραστών».

Τα αποτελέσματα της δοκιμής ήταν άκρως αποκαλυπτικά.

Η «έρευνα μυστικών καταναλωτών»  αποκάλυψε σοβαρά προβλήματα ασφάλειας.

Πολλές μικρές ηλεκτρονικές συσκευές απέτυχαν σε βασικούς ελέγχους ασφαλείας, ενώ αρκετά παιδικά παιχνίδια κρίθηκαν επικίνδυνα, επειδή περιείχαν χημικές ουσίες πάνω από τα επιτρεπόμενα όρια ή παρουσίαζαν κινδύνους πνιγμού λόγω αποσπώμενων εξαρτημάτων.Η Κομισιόν κατάρτισε και έδωσε ενδεικτική προς το παρόν λίστα των προιόντων, που εμφάνισαν σοβαρό πρόβλημα ασφάλειας.

«Η Temu φτάνει τους 130 εκατ. καταναλωτές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο η εταιρεία δεν αξιολόγησε σωστά τους κινδύνους από την πώληση παράνομων προϊόντων στην πλατφόρμα της», επισήμανε ο κ. Ρενιέ.

Όπως είπε, πρόκειται για «επικίνδυνα παιδικά παιχνίδια, μικρές ηλεκτρονικές συσκευές χωρίς την κατάλληλη σήμανση. Ρούχα και κοσμήματα που περιέχουν επιβλαβείς χημικές ουσίες, για να αναφέρουμε μόνο μερικά από τα επικίνδυνα προϊόντα της εταιρείας».

Παράλληλα, η Επιτροπή κατηγόρησε την εταιρεία ότι δεν αξιολόγησε επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο ο σχεδιασμός της πλατφόρμας της, όπως τα συστήματα προτάσεων προϊόντων και οι προωθητικές ενέργειες μέσω συνεργαζόμενων influencers, μπορεί να ενισχύει τη διάδοση παράνομων προϊόντων.

Η εταιρεία έχει προθεσμία έως τις 28 Αυγούστου να καταθέσει σχέδιο δράσης με συγκεκριμένα μέτρα συμμόρφωσης.

Το σχέδιο θα εξεταστεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ψηφιακών Υπηρεσιών και στη συνέχεια η Επιτροπή θα εκδώσει την τελική της απόφαση σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η εταιρεία ενδέχεται να αντιμετωπίσει επιπλέον χρηματικές κυρώσεις.

Η έρευνα της Κομισιόν δεν έγινε τυχαία.

Ξεκίνησε έπειτα από επίσημες καταγγελίες της BEUC (της Ευρωπαϊκής Ένωσης Καταναλωτών) και 17 εθνικών οργανώσεων προστασίας καταναλωτών.

Η πλατφόρμα, η οποία ανήκει στον κινεζικό κολοσσό PDD Holdings Inc., βρισκόταν στο μικροσκόπιο των ευρωπαϊκών αρχών ήδη από το 2024, λόγω της εκρηκτικής της ανάπτυξης στην Ευρώπη.

Το μεγάλο πρόβλημα, σύμφωνα με την Αντιπρόεδρο της Κομισιόν, Χέννα Βίρκουνεν, ήταν ότι η Temu προσπάθησε να αποφύγει τους αυστηρούς ελέγχους καταθέτοντας μια έκθεση αξιολόγησης κινδύνου (το 2024) που ήταν γεμάτη γενικότητες και θεωρητικές αναφορές για το ηλεκτρονικό εμπόριο γενικά, χωρίς να εξετάζει τι πραγματικά πωλείται μέσα στο δικό της app. Ουσιαστικά η πλατφόρμα συνεργάζεται με ανεξάρτητους προμηθευτές, χωρίς να ελέγχει την ποιότητα, την αξιοπιστία και την ασφάλεια των προϊόντων που διακινεί. Κι εδώ είναι το πρόβλημα. Οι καταναλωτές εμπιστεύονται την πλατφόρμα, όπως κάνουν στην Ευρώπη, θεωρώντας ότι τους παρέχεται ασφάλεια και πιστοποιημένη ποιότητα. Αυτό όμως είναι παραπλανητικό, επικίνδυνο, ενώ νοθεύει τον υγιή ανταγωνισμό.

«Οι αξιολογήσεις κινδύνου δεν είναι μια τυπική διαδικασία για να τσεκάρουμε απλώς κουτάκια (box-ticking exercise)», δήλωσε χαρακτηριστικά η Βίρκουνεν, τονίζοντας ότι η Temu υποτίμησε εσκεμμένα τη συχνότητα με την οποία οι Ευρωπαίοι καταναλωτές έρχονται σε επαφή με επικίνδυνα προϊόντα.