Μία αδιανόητη ιστορία σεξουαλικής κακοποίησης, βιασμού και ενδοοικογενειακής βίας αποκαλύφθηκε στον Ωρωπό, μετά από καταγγελία μίας 31χρονης γυναίκας, που υποστήριξε ότι την Παρασκευή 5 Ιουνίου, ο 32χρονος σύζυγός της την εξανάγκασε σε γενετήσιες πράξεις χωρίς τη θέλησή της, ενώ βιντεοσκόπησε την αποτρόπαια πράξη του και την έστειλε σε άγνωστο αριθμό ατόμων.
Οι αρχές προχώρησαν στη σύλληψη του άνδρα, που σύμφωνα με την καταγγελία βίασε και κακοποίησε την σύζυγό του, μπροστά στα μάτια του οκτάχρονου γιου τους. Το σώμα της 31χρονης ήταν γεμάτο κοψίματα και καψίματα από το προηγούμενο διάστημα της κακοποίησης ενώ όπως η ίδια είπε την Παρασκευή ο σύζυγός της κατανάλωσε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και μετά άρχισε να την χτυπά, να την βιάζει και παράλληλα να κάνει σχόλια (σαν να απευθυνόταν σε κάποιους) βιντεοσκοπώντας με το κινητό τις πράξεις του.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η γυναίκα είχε μεταβεί στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής αρκετές φορές και στο παρελθόν, όμως είχε τελικά αποσύρει όλες τις προηγούμενες καταγγελίες της.
Ο 32χρονος φαίνεται πως είχε μετατρέψει το σπίτι του σε ένα ιδιότυπο «στούντιο» βασανιστηρίων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ο δράστης κατέγραφε με το κινητό του τηλέφωνο τις στιγμές που χτυπούσε, εξευτέλιζε και βίαζε τη σύζυγό του.
Στη συνέχεια, θεωρείται πιθανόν να ανέβαζε το υλικό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, απευθυνόμενος στους ακολούθους του με κυνισμό. Στο πρόσφατο σοκαριστικό βίντεο, ο δράστης χτυπούσε τη γυναίκα και έλεγε χαρακτηριστικά στην κάμερα: «Κοιτάξτε πώς κλαίει», την ώρα που το θύμα βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτου τρόμου και αβοήθητο.
Μετά την καταγγελία της γυναίκας, αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας Ωρωπού, πραγματοποίησαν αιφνιδιαστική επιχείρηση στο σπίτι και τον συνέλαβαν. Αναζήτησαν το κινητό του τηλέφωνο αλλά το παιδί, τους πληροφόρησε πως ο δράστης «το πέταξε στην θάλασσα».
Ο συλληφθείς οδηγείται ενώπιον της δικαιοσύνης αντιμέτωπος με κατηγορίες για βιασμό, ενδοοικογενειακή βία και παραβίαση των προσωπικών δεδομένων μέσω της ανάρτησης του οπτικοακουστικού υλικού στο διαδίκτυο.
Μία επικίνδυνη και άκρως διεστραμμένη «μόδα» αποκάλυψε πρόσφατα έρευνα σε διεθνές επίπεδο που δημοσιοποίησε το CNN, με αφορμή την υπόθεση Πελικό στη Γαλλία, της γυναίκας που επί χρόνια νάρκωνε, βίαζε και εξέδιδε ο ίδιος της ο σύζυγος και πατέρας των παιδιών της.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, χιλιάδες άνδρες από διάφορες χώρες του κόσμου συμμετείχαν σε ένα κλειστό, μυστικό δίκτυο, με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή οδηγιών για το πώς να ναρκώνουν, να κακοποιούν σεξουαλικά και να βιάζουν τις ίδιες τους τις συζύγους μέσα στα σπίτια τους.
Η αποκάλυψη αυτή, αποδεικνύει ότι η πρακτική της βίας και της χημικής υποταγής (chemical submission) εντός του γάμου έχει λάβει διαστάσεις οργανωμένου εγκλήματος στο διαδίκτυο.
Οι συμμετέχοντες στην ψηφιακή κοινότητα χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφημένες πλατφόρμες επικοινωνίας για να μην εντοπίζονται από τις διωκτικές αρχές. Μέσα σε αυτούς τους διαύλους, τα μέλη λειτουργούσαν ως «μαθητές» και «δάσκαλοι», μοιραζόμενοι συγκεκριμένες μεθόδους και στρατηγικές.
Η δράση του δικτύου δεν σταματούσε στην παροχή θεωρητικών οδηγιών. Οι χιλιάδες άνδρες που συμμετείχαν στην «ακαδημία» χρησιμοποιούσαν την πλατφόρμα για να επιδείξουν τα εγκλήματά τους, μετατρέποντας τις συζύγους τους σε αντικείμενα δημόσιου εξευτελισμού.
Τα μέλη ανέβαζαν φωτογραφίες και βίντεο από τις στιγμές που οι γυναίκες τους ήταν αναίσθητες ή υποβασταζόμενες, καθώς και οπτικοακουστικό υλικό από τους βιασμούς που διέπρατταν εις βάρος τους. Το υλικό αυτό λειτουργούσε ως «απόδειξη» της επιτυχούς εφαρμογής των οδηγιών της ομάδας και ως μέσο για να κερδίσουν τον σεβασμό και την αναγνώριση των υπόλοιπων μελών της κοινότητας.
Η αποκάλυψη της ύπαρξης αυτής της παγκόσμιας ψηφιακής πλατφόρμας έχει σημάνει συναγερμό στις διεθνείς αστυνομικές υπηρεσίες (Interpol, Europol) και στις δικαστικές αρχές πολλών κρατών. Λόγω του τεράστιου αριθμού των εμπλεκόμενων ανδρών και της γεωγραφικής τους διασποράς, βρίσκεται σε εξέλιξη μια γιγαντιαία επιχείρηση για την ταυτοποίηση των χρηστών μέσω των ψηφιακών τους ιχνών (IP addresses) και των τραπεζικών ή κρυπτογραφημένων συναλλαγών που ενδέχεται να πραγματοποιούσαν για την αγορά των παράνομων ουσιών.
