Πριν από λίγες ώρες είχα βγει από το Θέατρο Βράχων κουβαλώντας ακόμη μέσα μου τις «Στρακαστρούκες». Ένα έργο που δεν τελειώνει με την τελευταία ατάκα ούτε με το παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού, αλλά συνεχίζει να σε ακολουθεί για ώρες – ίσως και για μέρες. Έπειτα από τρία χρόνια συνεχόμενων sold out, αλλεπάλληλων παρατάσεων και ενός κοινού που επιστρέφει ξανά και ξανά, ο Δημήτρης Σαμόλης διανύει ίσως την πιο δημιουργική περίοδο της καλλιτεχνικής του πορείας. Την επόμενη κιόλας ημέρα, ήρθε στο zappit και οι ερωτήσεις γεννήθηκαν σχεδόν αυθόρμητα, με τις απαντήσεις του να φωτίζουν ακόμη περισσότερο όσα είχα δει το προηγούμενο βράδυ.
Ο ηθοποιός, συγγραφέας, τραγουδοποιός και δημιουργός, που έγινε ευρύτερα γνωστός στο τηλεοπτικό κοινό μέσα από τις «Άγριες Μέλισσες», έχει καταφέρει να μετατρέψει μια βαθιά προσωπική ιστορία σε ένα έργο που αγγίζει χιλιάδες θεατές, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη μπορεί να γίνει ταυτόχρονα εξομολόγηση, κάθαρση και σημείο συνάντησης. Οι «Στρακαστρούκες» ισορροπούν ανάμεσα στο γέλιο και τη συγκίνηση, μιλούν για τα παιδικά τραύματα, την απώλεια, τον εκφοβισμό, την αποδοχή και, τελικά, την ελπίδα, με έναν τρόπο που κάνει τον θεατή να αναγνωρίζει κομμάτια του εαυτού του πάνω στη σκηνή.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Με μια ειλικρίνεια που σπάνια συναντά κανείς και έναν σχεδόν παιδικό αυθορμητισμό, ο Δημήτρης Σαμόλης μιλά για τον εκφοβισμό που βίωσε όταν ήταν μικρός και για το πώς αυτό διαμόρφωσε την προσωπικότητά του, για τη δύσκολη σχέση με τον πατέρα του και τη στιγμή που ένιωσε για πρώτη φορά την αποδοχή του, για την απώλεια της μητέρας του, αλλά και για τα «ακριβά», όπως τα χαρακτηρίζει, τραύματα που προτιμά να μεταμορφώνει σε τέχνη αντί να τα εκθέτει.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Παράλληλα, ξετυλίγει ολόκληρη τη διαδρομή του: από τη Νομική, που εγκατέλειψε με απόλυτη βεβαιότητα ότι η θέση του ήταν στη σκηνή, μέχρι τη συνάντησή του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, την αναγνωρισιμότητα που του χάρισαν οι «Άγριες Μέλισσες», τη μουσική, τα social media, τη συμμετοχή του στο Athens Pride, το αλκοόλ. Με χιούμορ, αυτοσαρκασμό και ευαισθησία, ο Δημήτρης Σαμόλης αποδεικνύει ότι η μεγαλύτερη δύναμη ενός καλλιτέχνη δεν βρίσκεται μόνο στις ιστορίες που αφηγείται πάνω στη σκηνή, αλλά και στην αλήθεια με την οποία επιλέγει να σταθεί απέναντι στη ζωή.
Ο ίδιος επιλέγει τα… καραμελάκια και μοιράζεται μαζί μας… The Full Story της ζωής του.
Ξεκίνησα να γράφω κάτι που δεν ήξερα αν θα είναι μονόλογος, δεν ήξερα και για τι ήθελα να μιλήσω. Τις πρώτες εβδομάδες έγραφα πράγματα που δεν είχαν καμία συνοχή. Όσο περνούσε ο καιρός, συνέβη κάτι πάρα πολύ παραμυθένιο. Άρχισε να σχηματίζεται μία έτσι υποτυπώδης αφηγηματική δομή. Και εγώ όσο έγραφα αυτό, υπήρχε ένα καθημερινό παιχνίδι του χαμένου θησαυρού, όπου πήγαινα σε όποια συζήτηση, άκουγα πράγματα που κολλούσαν σε αυτό που έγραφα. Οπότε, άρχισα να συλλέγω και άρχισαν να δημιουργούνται οι ήρωες, και χωρίς να το καταλάβω, μέσα σε τρεις μήνες δημιουργήθηκαν οι Στρακαστρούκες.
Τις «Στρακάστρουκες» τις έχω τοποθετήσει στην Ανάσταση, που για μένα είναι πολύ συμβολικό, γιατί η Ανάσταση πάντα είναι το μετέχμιο πολλών πραγμάτων, δύσης, ανατολής, ζωής και θανάτου, επιτυχίας, αποτυχίας, δίπολα που για μένα είναι πάρα πολύ κοντά. Πρέπει να διαβούμε αυτά τα βήματα, και στα προσωπικά μας, στα επαγγελματικά, για να γνωρίσεις, πρέπει να περάσεις από το σκοτάδι για να γνωρίσεις το φως.
Υπήρξε κάποια σκηνή όταν την έγραφες που σε πόνεσε;
Πολλές. Η σκηνή που ο ήρωας, ο Κωνσταντής, τον έχουνε βάλει συμμαθητές του στην τουαλέτα του σχολείου και του επιτίθενται, είναι μια σκληρή σκηνή. Οπότε, και εγώ γράφοντάς το ήμουν ταραγμένος και δεν ήξερα πόσο πρέπει να το πού πρέπει να το φτάσω.
Πόσο από τον χαρακτήρα του Δημήτρη έχει ο Κωνσταντής;
Έχει στοιχεία δικά μου, σίγουρα. Έχει στοιχεία που έχω ακούσει, που έχω διαβάσει, στοιχεία φίλων μου, πράγματα που φαντάστηκα. Αυτό είναι το πολύ ωραίο με την ηθοποιία, με τη δραματουργία, ότι δεν έχεις ταβάνι, μπορείς να χρησιμοποιήσεις ό,τι θες. Οπότε, να σου πω, τα έχω μπλέξει και λίγο. Δεν ξέρω τι ακριβώς, όλα αληθινά μου φαίνονται. Μπορεί να μην είναι πραγματικά, αλλά είναι αληθινά.
Εγώ από μικρός, ό,τι ήθελα, ό,τι με πονούσε, πάντα έβαζα μπροστά ως άμυνα το χιούμορ, για να το αντέξω, να το σαρκάσω, λίγο να βγω στην επιφάνεια, να αναπνεύσω μέσα από το χιούμορ. Οπότε, αυτό μπλέχτηκε λίγο στην παράσταση, το χιούμορ με το δραματικό, έρχεται το ένα αγκαλιάζει το άλλο, σε πηγαίνει πάνω-κάτω, γιατί είμαι και εγώ έτσι ως ιδιοσυγκρασία.
Το έργο αγγίζει πάρα πολλά θέματα, θέματα εκφοβισμού. Πόσο κοντά είναι στην πραγματική σου ζωή;
Ως μικρός έχω υποστεί εκφοβισμό στο σχολείο, από τη γειτονιά μου, από παιδιά. Ήταν κάτι για το οποίο ντρεπόμουν πάρα πολύ να πω. Δεν μπορούσα να το πω στους δικούς μου. Δεν ήξερα τι να τους πω. Πίστευα ότι ίσως δεν υπήρχε η ασφάλεια να τους πω ότι μου συμβαίνει αυτό, σώστε με, ούτως ώστε να κάνουν κάτι. Οπότε, το κρατούσα και αναγκάστηκα να γίνω ένα πολύ σκληρό παιδί.
Αυτό το βίωνες μόνος σου δηλαδή;
Το βίωσες και με ακραίες μορφές;
Ακραίες μορφές σωματικά δεν είχα. Αλλά έχω συνειδητοποιήσει ότι πολλές φορές το ψυχολογικό μπορεί να είναι πολύ πιο έντονο από το σωματικό. Δηλαδή, πολλές φορές σκέφτομαι ότι αν κάποιος, που δεν είμαι καθόλου της σωματικής βίας, σου δώσει ένα χαστούκι, μπορεί να είναι λιγότερο επώδυνο από το να σου ασκεί συνεχόμενη ψυχολογική βία, που είναι και αόρατη.
Θυμάσαι τη στιγμή που ως παιδί συνειδητοποίησες ότι μία δύσκολη καθημερινότητα που ζούσες δεν ήταν φυσιολογική;
Ως μεγάλος νομίζω το συνειδητοποίησα. Επίσης, όμως, εγώ είχα και τη χαρά, επειδή στην Α’ Γυμνασίου μπήκα στη Μελωδία της Ευτυχίας, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, κάπως εκεί βρήκα μια ανάσα σε όλο αυτό. Δηλαδή, βίωνα πράγματα στο δημοτικό, μετά μπήκα στο γυμνάσιο, πήγα εκεί και ξεκίνησε μια αντίστροφη μέτρηση ότι εγώ μεγαλώνοντας, θα βρω το δρόμο μου εκεί, και όλα αυτά που αυτή τη στιγμή αισθάνομαι, θα βρω τρόπο να τα μετουσιώσω σε κάτι καλό. Πολύ υποσυνείδητα στο λέω τώρα, νομίζω, δηλαδή τώρα κοιτάζοντας πίσω, ένιωσα ότι: «Κοίταξε, Δημήτρη, υπάρχει χώρος για σένα στην κοινωνία», γιατί εκεί κατάλαβα, στη Μελωδία της Ευτυχίας, ότι θα μπορέσω κάποια στιγμή να ανήκω κάπου.
Βιώνεις και σήμερα κάποιας μορφής bullying;
Όχι, κάποια στιγμή που το βίωσα σε μια παράσταση, αποχώρησα.
Το γράψιμο αυτής της ιστορίας σε βοήθησε ίσως να επεξεργαστείς κάτι δικό σου που δεν το είχες κλείσει μέχρι τότε; Λειτούργησε δηλαδή θεραπευτικά σε κάποια κομμάτια;
Λειτούργησε, και λειτουργεί, και έχω την εντύπωση, έτσι το σκέφτομαι εγώ, σε κάθε παράσταση, αν το φανταστώ ως ψηφιδωτό, ότι μπαίνει στο ψηφιδωτό της θεραπείας μου, μπαίνει και από ένα πετραδάκι. Και κάπως, γιατί; Επειδή επικοινωνείς με τους θεατές, και έχω την εντύπωση ότι και με έναν μαγικό τρόπο όλοι είμαστε τραυματισμένοι, όσοι έχουνε όσοι περπατάνε σ’ αυτόν τον πλανήτη, είναι τραυματισμένοι με τον έναν με τον άλλον τρόπο. Ο ένας παίρνει από τον άλλον, και κάπως, δηλαδή, νιώθω ότι και το κοινό με θεραπεύει με έναν τρόπο, δηλαδή ακούγοντας την ιστορία μου, γιατί αν σου πω μια ιστορία και μου πεις: «Σε καταλαβαίνω, το έχω περάσει και εγώ», δεν νιώθουμε κατευθύνει Μια ανακούφιση. Μια ανάσα, ναι, ότι κάποιος σε καταλαβαίνει. Ναι, και ότι δεν είμαι τρελός, ότι δεν έκανα εγώ κάτι λάθος. Αισθανόμουν και ενοχές, γι’ αυτό δεν το έλεγα και στους δικούς μου. Αισθανόμουν ότι εγώ κάνω κάτι λάθος και μου κάναν bullying.
Πότε το συζήτησες πρώτη φορά μαζί τους;
Δεν το συζήτησα. Γιατί η μητέρα μου έφυγε όταν ήμουνα πιο νέος, που δεν είχα αρχίσει ακόμα να ασχολούμαι με τον εαυτό μου. Ε, με τον πατέρα μου δεν το έχω συζητήσει, όχι.
Με τον πατέρα σου οι σχέσεις σας, πριν μπει το θέατρο ανάμεσα, ήταν καλή;
Ήτανε δύσκολη, ναι. Υπάρχει μια δυσκολία σ’ αυτή τη σχέση. Υπάρχει αυτό που λέμε η γενιά των πατεράδων μας, τους κληροδοτήθηκε μία νοοτροπία. Δηλαδή, συνειδητοποιώ ότι δεν μπορείς να δώσεις κάτι που δεν σου έχει δοθεί. Οπότε, την τρυφερότητα που εγώ έψαχνα, και που κάθε παιδί ψάχνει, επειδή δεν την έχει πάρει, δεν την έχουνε λάβει οι μεγαλύτερες γενιές από τους δικούς τους πατεράδες, δεν μπορούσαν ούτε να τη δώσουνε. Πάνω εκεί συνέβησαν τα πράγματα, ότι εγώ ένιωθα λίγο μόνος μου σε όλο αυτό. Στο λέω λίγο πολύ γενικά, γιατί είναι μια κουβέντα που σίγουρα δεν θα την έκανα δημόσια στο κομμάτι της της ουσίας της. Θα σου πω, γιατί μπορώ να μιλήσω για τα καθολικά και τα γενικά, αλλά ξέρεις, είναι και ακριβά τα τραύματα αυτά που στη σκηνή καθαγιάζονται κάπως. Είναι πολύ ακριβά τα τραύματα αυτά. Ακριβά το λέω με την έννοια της του πολύτιμου. Είναι πολύτιμο, ξέρεις, είναι ένα τραύμα το οποίο θέλω να το προστατεύω κιόλας.
Πότε ένιωσες πρώτη φορά την αποδοχή από τον πατέρα σου;
Όταν ήμουνα στις Άγριες Μέλισσες.
Ήταν μία καθολική αποδοχή για σένα οι Άγριες Μέλισσες.
Ναι, για το ευρύ κοινό, ναι, και η αυτή η σειρά θεωρώ ότι έχει γράψει ιστορία. Θυμάμαι ότι στο πρώτο επεισόδιο έπαιξα δευτερόλεπτα, μέχρι να μπει ο ρόλος. Όταν σου λέω δευτερόλεπτα, δευτερόλεπτα. Και την επόμενη ακριβώς μέρα, το επόμενο πρωί, μπαίνω μέσα στο μετρό για να πάω στα Σπάτα, να κάνουμε το γύρισμα. Και ειλικρινώς σου λέω, ήτανε 07:00 το πρωί, είχαμε πρωινό γύρισμα. Μπαίνω μέσα, και νιώθω όλα τα κεφάλια να με κοιτάζουν. Και στην αρχή, το πρώτο πράγμα που έκανα, κοίταξα το φερμουάρ μου, μήπως είναι ανοιχτό, ή επειδή κρατούσα έναν καφέ, μήπως τον έχω χύσει πάνω μου. Και ήρθαν κατευθείαν, και μου λένε: «Γιατρέ, σε είδαμε», και λέω: «Πού με θυμάστε; Με είδατε δευτερόλεπτα!» Εγώ κιόλας, επειδή δεν είχα πάρει την αποδοχή που ήθελα, ειδικά παλιότερα, την αποζητούσα πάρα πολύ στον έξω κόσμο, δεν το συζητώ.
«Η Νομική ήταν ό,τι χειρότερο έχω βιώσει στη ζωή μου! Αίσχος»!
Μπαίνοντας στη Μελωδία της Ευτυχίας, μου είπε ο πατέρας μου ότι αν δεν φέρεις αριστείο στο πρώτο τρίμηνο, κόβεσαι από όλα. Και ξεκίνησα να διαβάζω σαν τρελός για να μη με κόψουν από το θέατρο. Και επειδή είχα και μια τάση στα θεωρητικά, πέρασα στη νομική. Έλεγα: «Θέλω, θα μπω στη νομική για να διαχειρίζομαι τα συμβόλαιά μου ως καλλιτέχνης, να είμαι ένας άνθρωπος που να μην μπορούν να με κοροϊδέψουν, και όπερ και εγένετο, γιατί πλέον εγώ στα συμβόλαιά μου, πρώτα τα παίρνω εγώ και μετά τα δίνω στους δικηγόρους μου.
Πότε κατάλαβες ότι η νομική δεν είναι ο τελικός σου προορισμός;
Το ήξερα, το ήξερα έτσι κι αλλιώς. Το ήξερα πριν καν μπω. Ήξερα ότι θα είναι ένα μονοπάτι που θα το ακολουθήσω για λίγο. Δούλεψα τέσσερις μήνες για να βγάλω κάποια χρήματα.
Πώς ήταν αυτοί οι τέσσερις μήνες;
Αίσχος, ό,τι χειρότερο έχω βιώσει στη ζωή μου, ό,τι χειρότερο. Αίσχος, αίσχος, αίσχος. Σας θαυμάζω πάρα πολύ τους δικηγόρους, σας θαυμάζω. Δεν είμαι εγώ αυτό το πράγμα, δηλαδή ήμουνα στην Ευελπίδων για να καταθέτω αγωγές, να παίρνω παράβολα και τα λοιπά, και έπαθα τις πρώτες κρίσεις πανικού εκεί πέρα. Θυμάμαι ότι είχα τα χαρτιά και ίδρωναν τα χέρια μου, μούσκευα τα χαρτιά, γιατί έλεγα: «Τι κάνω εγώ εδώ; Δεν το πιστεύω». Και στην Ευελπίδων ξεκίνησα να γράφω τα πρώτα μου τραγούδια, στο κινητό. Ενώ μου ‘ρχονταν μελωδίες και τα λοιπά, προσπαθούσα να ξεφύγω από όλο αυτό που ζούσα, και φαντασιωνόμουνα πράγματα.
Και άρχισες να γράφεις, λοιπόν, τραγούδια. Ουσιαστικά είναι το κάθε τραγούδι σου μια μικρή παράσταση;
Ναι, μ’ αρέσει που το λες έτσι. Και εγώ έτσι το ‘χω στο κεφάλι μου, ότι είναι σαν ένα μικρό θεατρικό έργο, με την έννοια έχει αρχή, μέση και τέλος, έχει μια πολύ συγκεκριμένη ιστορία. Αυτό που γράφω εγώ με την κιθάρα μου στο σπίτι μου, που είναι τόσο από κάτι δικό μου, ξαφνικά το βλέπω… Στις συναυλίες που από κάτω ξέρουν τα λόγια οριακά καλύτερα και από μένα, δηλαδή, βγάζω το ακουστικό και λέω: όντως ξέρετε τόσο καλά τα λόγια; Γιατί είναι πολλά τα λόγια που γράφω, δεν είναι δυο τρεις στίχους. Είναι ολόκληρες ιστορίες και πάνε και Είναι πάρα πολύ ωραίο, και τώρα μου ‘χει δώσει και μια αυτοπεποίθηση, να είμαι ειλικρινής.
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη πώς βρέθηκε στο δρόμο σου;
Έχω περάσει την ενήλικη ζωή μου να τσακώνομαι σε παρέες για την Αλίκη Βουγιουκλάκη, να την υπερασπίζομαι. Συγχύζομαι πάρα πολύ όταν κάποιος αμφισβητεί το ταλέντο της και το πόσα έδωσε στο ελληνικό σινεμά και στο θέατρο. Νιώθω ότι ήταν ένα αστέρι που κινήθηκε σε ταχύτητες που δεν μπορούσε να τις διαχειριστεί ο κόσμος. Το φως και τη λάμψη που έχει η Αλίκη Βουγιουκλάκη, την έχουμε όλοι, αλλά μπαίνει ένα αλλά. Οι συγκυρίες του καθενός μας οδηγούνε στο να μην εμπιστευόμαστε αυτό το άστρο και συνήθως τείνουμε να πάμε προς τη μάζα, να πάμε κάπου που δεν θα ξεχωρίσουμε, γιατί φοβόμαστε ότι μπορεί να μην μας αποδεχτούν.
Η οικογένειά σου πώς αντιμετώπισε εκείνη την περίοδο, το πρώτο σου καλλιτεχνικό βήμα;
Κοίτα, η μητέρα μου ήταν πολύ θετική. Ο πατέρας μου δεν ήταν καθόλου θετικός, καθόλου όμως.
Τα έχετε συζητήσει αυτά;
Έχουμε συζητήσει αρκετά πράγματα, ναι. Εντάξει, καταλαβαίνω ότι ήταν η ανασφάλειά του, που ως μεγάλος μπορώ να καταλάβω γιατί κάποιος μπορεί να έχει ανασφάλεια, τώρα ένα παιδί να βρεθεί σε έναν χώρο ενηλίκων που δεν τον γνώριζε και ο ίδιος, έτσι; Οπότε, μπορώ να του πιστώσω κάποιες ανησυχίες.
Φέτος τραγούδησες και στο Pride. Πώς ήταν η εμπειρία αυτή για σένα;
Το ήθελα πάρα πολύ καιρό να γίνει αυτό. Έχω ψάξει πολύ, ξέρεις, κάθε φορά που υπάρχει το Pride, υπάρχει αυτός αυτό το debate αν χρειάζονται τα Pride, για ποιο λόγο γίνονται. Αυτή τη στιγμή περίπου σε 60 χώρες διώκεται ποινικά η ομοφυλοφιλία και σε κάποιες από αυτές υπάρχει και η θανατική ποινή. Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι που το Pride είναι, για μένα, απαραίτητο. Επίσης, είναι μια γιορτή αγάπης και ξέρεις, εγώ πάντα έχω στο μυαλό μου ότι αυτό το ουράνιο τόξο είναι μια γέφυρα που μας ενώνει, δεν μας χωρίζει, δηλαδή το Pride στην ουσία του θέλει να φέρει κοντά τους ανθρώπους, όχι να τους χωρίσει και θέλει απλά να κάνει ορατό αυτό που ήδη υπάρχει.
Πώς ένιωσες όταν βρισκόσουν στη σκηνή, στο Σύνταγμα;
Χαρούμενος. Στο κέντρο της Αθήνας; Στο κέντρο, μπροστά από τη Βουλή. Χαρούμενος, χαρούμενος γιατί άλλοτε, ξέρεις, σκέφτομαι όλους αυτούς που ντρέπονταν για πράγματα και πλέον οι κοινωνίες μας τα γιορτάζουνε αυτά. Οι περήφανοι και ορατοί.
Πώς βλέπεις να έχει αλλάξει η κουβέντα για τη σεξουαλικότητα στην Ελλάδα, σε σχέση με την περίοδο που ήσουν εσύ έφηβος, ας πούμε;
Έχει αλλάξει, υπάρχει στο δημόσιο διάλογο, παρόλα αυτά τα άκρα είναι πολύ, δηλαδή αρκεί μια βόλτα στα social media που εκεί τα πράγματα είναι πολύ σκληρά. Υπάρχουνε δηλαδή αντίρροπες δυνάμεις που από τη μία προχωράμε, από την άλλη πηγαίνουνε πολύ προς τα πίσω.
Έχεις δεχτεί κακά σχόλια στα social media;
Δες το τελευταίο post, τι να σου πω, είναι, και ειδικά όλα τα posts που έκανα από το Pride, είναι πάρα πολύ αρνητικά. Ε θα σου πω ότι δεν απαντάω ποτέ σε κανένα σχόλιο, αλλά δεν σβήνω και κανένα σχόλιο. Ε και επειδή κάποια από αυτά είναι και πάρα πολύ ακραία, πολλές φορές σκέφτομαι ότι, εντός εισαγωγικών, η πιο σκληρή τιμωρία κάποιου που εκτοξεύει ένα τόσο σκληρό σχόλιο είναι να παραμείνει εκεί.
«Είχα φτάσει σε σημείο να πίνω δύο μπουκάλια κρασί το βράδυ μόνος μου»
Πριν από ένα χρόνο εξομολογήθηκες πως είχες εξάρτηση από το αλκοόλ.
Είχα, ναι. Ξεκίνησα να πίνω πολύ έντονα στην καραντίνα και αυτό λειτούργησε ύπουλα, με έναν πολύ υπόγειο τρόπο, επειδή το έκανα κοινωνικά, δεν έπινα ποτέ μόνος μου στο σπίτι, αλλά έφτασα να πίνω κάθε μέρα με το φαγητό, με φίλους. Και ένιωθα ότι πηγαίνω σε μια τροχιά που δεν ήταν καλό για μένα. Δηλαδή, είχα φτάσει σε σημείο να πίνω δύο μπουκάλια κρασί το βράδυ μόνος μου, σε ένα εστιατόριο. Αλλά επειδή συνέβαινε μαζί με φαγητό, μαζί με τους φίλους, οι άλλοι δεν μου δεν μου μετρούσαν τις μπουκιές, δεν ήξεραν και εγώ πόσο έπινα. Νομίζω το κλικ έγινε με ένα γεγονός. Λοιπόν, είναι πρωί και μιλάω με μια κολλητή μου φίλη. Και της λέω: “έμαθες”, της λέω, “θα είμαι σε αυτή τη δουλειά;”. Μου λέει: “Καλά, χαζός είσαι; Δεν μου το ‘πες χθες;”. “Πότε καλέ, αφού χθες το έμαθα;”. “Χθες το βράδυ”, μου λέει, “δεν μιλούσαμε;”. Της λέω: “Εγώ μιλούσα μαζί σου χθες το βράδυ;”. Μου λέει: “Δημήτρη, 20 λεπτά μιλούσαμε”. Και της λέω: “Μισό”. Πηγαίνω στο κινητό και βλέπω 25 λεπτά κλήση. Της λέω: “Δεν θυμάμαι τίποτα. Δεν θυμάμαι να σου μιλάω”. Και είπα: “Όπα, όπα, όπα. Πάμε αλλού τώρα”. Είναι σοκαριστικό. Οπότε εκεί είπα στον εαυτό μου: “Stop”. Και το έκοψα μαχαίρι μόνος μου. Μαχαίρι, εννοώ μαχαίρι, δεν έχω πιει σταγόνα, εδώ και 2 χρόνια. Ούτε σταγόνα, τίποτα, τίποτα, τίποτα. Και είμαι τόσο καλύτερα..
«Έχω κάνει καντάδα στην Κυψέλη, 12 η ώρα το βράδυ, με κιθάρα»
Αν κάνεις ένα recap στη ζωή σου, η μεγαλύτερη στιγμή ευτυχίας ποια ήταν μέχρι τώρα για σένα;
Θα πω πάντα αυτό που μου έρχεται πρώτο, όταν είχα χωρίσει με τη σχέση μου και είχε επανέλθει. Που πίστευα ότι δεν θα γύριζε. Ήμουν πάρα πολύ χαρούμενος, γιατί το είχα το είχα ξεγραμμένο και περάσαμε κάποιους πολύ ωραίους μήνες μαζί. Πάντα τα προσωπικά θα βάζω πρώτα.
Είναι ο έρωτας, τελικά, ίσως το μεγαλύτερο πράγμα που μπορεί να αισθανθεί κάποιος σε αυτή τη ζωή;
Ναι, σίγουρα. Και, εντάξει, ως μεγαλώνοντας τώρα, θα έλεγα η μετουσίωση σε αγάπη. Δηλαδή, όλο αυτό το ταξίδι που ξεκινάει με το τυράκι του έρωτα, περνάει από όλα αυτά τα στάδια που περνάει ένας έρωτας, και μετά το να μετουσιωθείς σε αγάπη, που είναι το πιο βαθύ και ουσιαστικό, είναι τεράστιο ταξίδι, είναι τεράστιο ταξίδι. Αλλά ξεκινάει με τον έρωτα. Ο έρωτας είναι ζωοποιός, εγώ έχω κάνει πράγματα για τον έρωτα που δεν το πίστευα, αν τα άκουγα σε άλλον, θα έλεγα…
Έχω κάνει καντάδα στην Κυψέλη, 12 η ώρα το βράδυ, με κιθάρα. Έχω κάνει ακραία πράγματα, έχω φτάσει με μια πτήση στην Ισπανία για λίγες ώρες. Έχω κάνει πολλά πράγματα. Και επίσης, έχω γράψει δίσκους ολόκληρους για έρωτες, δηλαδή μου αρέσει, το ζω έντονα. Και είναι και η τροφή της τέχνης μου ο έρωτας.
«Είχα θυμώσει που έβλεπα να φεύγει η μητέρα μου, δεν ήμουν υποστηρικτικός μαζί της»
Ποια στιγμή της ζωής σου, όταν τη φέρνεις στο μυαλό σου, είναι αυτή που σε πονάει περισσότερο;
Νομίζω όταν έχασα τη μητέρα μου. Ήμουνα 20 και κάτι. Με πονάει γιατί είχα κάπως αποστασιοποιηθεί, επειδή έβλεπα το τέλος, και για να το αντέξω. Και ίσως και είχα θυμώσει που έβλεπα να φεύγει, γιατί είχε καρκίνο και πολλά χρόνια, οπότε ερχότανε πολύ, κάποια στιγμή προς το τέλος καταλάβαμε όλοι ότι πηγαίνει προς τα εκεί. Και νομίζω ότι είχα θυμώσει επειδή με άφηνε. Και είχα πάρει απόσταση, είχα παγώσει το συναίσθημά μου. Σχεδόν ήμουνα, πώς να σου πω, δεν ήμουνα υποστηρικτικός μαζί της, γιατί δεν μπορούσα να το δεχτώ ότι θα μας άφηνε. Ίσως υποσυνείδητα προσπαθούσα να προστατεύσω και τον εαυτό μου από την κατάρρευση. Ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος και μάλιστα, όταν έφυγε κιόλας, ήμουν πολύ παγωμένος, δεν μπορούσα να το αισθανθώ.
Την πένθησες;
Μετά από αρκετά χρόνια.
Νιώθεις ότι ζεις σήμερα το όνειρό σου;
Αυτό που ζω είναι πάνω και από τα όνειρα, λόγω της ποιότητας, όχι της ποσότητας. Δηλαδή, δεν φανταζόμουν ποτέ αυτό που είδες στο θέατρο Βράχων, ότι εγώ θα γέμιζα ένα ολόκληρο θέατρο με κάτι που με αφορά πραγματικά, που δεν χρύσωσα το χάπι για να με αποδεχτούν, που δεν τους λείανα τις γωνίες. Είναι κάτι το οποίο είδες κι εσύ, είπα μια ιστορία που μάλιστα φοβόμουν και να τη βγάλω, γιατί είπα: “πω πω, τι θα πουν και ποιος θα ‘ρθει και σιγά”, και αυτό το αγκάλιασαν. Δεν θα μπορούσα να ζητήσω κάτι περισσότερο. Γιατί, πολλές φορές σκέφτομαι ότι, πω, αν έκανες επιτυχία με κάτι που δεν σε εκφράζει, και έχεις κάνει εκπτώσεις για να κερδίσεις τον κόσμο, θα ήσουν εξίσου χαρούμενος; Σίγουρα όχι. Μπορεί να ένιωθα και παγιδευμένος, ότι “ξέρεις, το έκανες, αλλά τώρα είναι κάτι που δεν σε εκφράζει”. Οπότε, απ’ τη στιγμή που εμένα με εκφράζει αυτό, δεν θέλω τίποτα παραπάνω.
Δημήτρη, σήμερα, από τις τσέπες σου τι βγάζεις περισσότερο στους ανθρώπους; Στρακαστρούκες ή καραμελάκια;
Καραμελάκια! Καραμελάκια!
