- Η νέα τουρκική πρόκληση στο Αιγαίο έρχεται να εκθέσει για ακόμη μία φορά την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η οποία φαίνεται να έχει εγκλωβιστεί σε μια πολιτική διαρκών διακηρύξεων περί «ήρεμων νερών», ενώ η Άγκυρα επαναφέρει χωρίς σταματημό τις γνωστές αναθεωρητικές της αξιώσεις.
Η Τουρκία αντέδρασε στο ελληνικό Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, επιχειρώντας ξανά να δημιουργήσει τετελεσμένα μέσω της ρητορικής της περί περιοχών των οποίων δήθεν η κυριότητα δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα.
Το ελληνικό ΥΠΕΞ απάντησε χαρακτηρίζοντας τους τουρκικούς ισχυρισμούς «αβάσιμους» και «απολύτως απαράδεκτους». Μόνο που το ίδιο έργο το έχουμε δει πολλές φορές: η Άγκυρα προκαλεί, η Αθήνα καταγγέλλει, εκδίδεται μια αυστηρή ανακοίνωση και λίγες ημέρες αργότερα η Τουρκία επανέρχεται σαν να μην συνέβη τίποτα.
Τόση είναι η επιτυχία της περίφημης κυβερνητικής πολιτικής των «ήρεμων νερών».
Μάλιστα, μέσα σε μόλις δώδεκα ημέρες η Τουρκία επανέφερε αντίστοιχες αξιώσεις και με αφορμή το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό. Δηλαδή, ενώ η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την υποτιθέμενη αποκλιμάκωση, η Άγκυρα συνεχίζει να αμφισβητεί ελληνικές κυριαρχικές αρμοδιότητες με αξιοσημείωτη συνέπεια.
Η Αθήνα επαναλαμβάνει ότι η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο είναι κατοχυρωμένη από το Διεθνές Δίκαιο και δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Και ασφαλώς αυτό είναι το αυτονόητο. Το ερώτημα όμως είναι άλλο: τι ακριβώς κάνει η κυβέρνηση όταν η Τουρκία επιμένει να αμφισβητεί αυτό το αυτονόητο;
Γιατί η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται σε λεκτικές αντιδράσεις μετά από κάθε τουρκική ανακοίνωση.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα της «αποκλιμάκωσης» και των «ήρεμων νερών». Όμως όσο η Άγκυρα επαναφέρει τις ίδιες διεκδικήσεις, η συγκεκριμένη αφήγηση μοιάζει όλο και περισσότερο με επικοινωνιακό σύνθημα παρά με πραγματικότητα.
Η Τουρκία μιλά για «αλληλένδετα ζητήματα» του Αιγαίου, επαναφέρει τις γνωστές θέσεις της και επιχειρεί να εμφανίσει ελληνικές αποφάσεις ως αντικείμενο διμερούς συνεννόησης. Και η Αθήνα περιορίζεται να απαντά ότι αυτά δεν γίνονται αποδεκτά.
Αυτό δεν είναι στρατηγική. Είναι διαχείριση των τουρκικών προκλήσεων εκ των υστέρων.
Η κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει να μιλά για διάλογο και καλή γειτονία. Κανείς δεν διαφωνεί με την ανάγκη διαλόγου. Όμως διάλογος χωρίς σαφή αποτρεπτική στρατηγική και χωρίς κόστος για όποιον επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα κινδυνεύει να μετατραπεί σε μονόλογο της Άγκυρας.
Και κάπου εδώ η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: πόσες ακόμη τουρκικές «διαψεύσεις» και πόσες ακόμη ελληνικές «αυστηρές ανακοινώσεις» χρειάζονται για να καταλάβουμε ότι τα περί «ήρεμων νερών» δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα;
