Με το νέο της βιβλίο «Όλα τα δέντρα» (Eκδόσεις Αντίποδες), η Μαρία Φακίνου μας προσφέρει καλή λογοτεχνία και μια από τις πιο συγκινητικές ηρωίδες που έχουμε γνωρίσει μέσα από την εγχώρια λογοτεχνία των τελευταίων χρόνων.
Έτσι, καθώς περιμένει κανείς να διαβάσει πώς μια γνωριμία σε ένα πάρτι, έγινε φλερτ, μετά πτώση, μετά εκδρομή και αρχείο σε ένα βιβλίο, καταλήγει να αγαπά αυτήν την Μαρίνα Λιοντήρη, την οποία γνωρίζουμε με αφορμή τον έρωτα της για τον Πέτρο Χατζημιχαήλ.
Η εξωτερική δράση -που είναι ελάχιστη μπροστά στα όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της τοπίο-, αλλά ακόμα κι ο ίδιος ο παρτενέρ της σε αυτή την διαδρομή, δεν μας αφορούν παρά μόνο στον βαθμό που ενεργοποιούν μέσα της δονήσεις πρωτόγνωρες, την συνδέουν με ξεχασμένες ή μη ρίζες, με την πατρική οικογένεια, και κυρίως με έναν εαυτό που πηγαίνει καρφωτός προς τα βάθη του, παρατηρητής της δράσης και της αδράνειας του στο αθέατο παρασκήνιο του.
Ακούει τη νύχτα τους ήχους της πόλης, ακούει τα βιβλία να συνομιλούν στα ράφια, ακούει τη φωνή του νου, παρατηρεί τι αρέσει στα μάτια της να βλέπουν, τα τραύματα στα σπίτια, παρατηρεί βασανιστικά τις λεπτομέρειες και τις συνάψεις που κάνουν μέσα της οι λέξεις και οι έννοιες της γλώσσας που έχει για πατρίδα. Μέσα στον κόσμο της Μαρίνας Λιοντήρη, η απώλεια και η οδύνη κάνουν κρότο χωρίς να «μιλούν», να κατονομάζονται, να φανερώνονται, καθώς το πιο υπαινικτικό στοιχείο στην γοητευτική αυτή αφήγηση, αφορά τα όσα αισθάνεται η ηρωίδα στη διαδρομή αυτή.
Με αφορμή ένα θέμα χιλιοειπωμένο (γνωριμία, έρωτας, σχέση, προδοσία) κάνεις ένα βιβλίο που έχει ενθουσιάσει και συγκινήσει πολλές και πολλούς από εμάς τους αναγνώστες. Ποια υλικά χρειάζεται τελικά η καλή λογοτεχνία;
Σκέφτομαι πόσο μεγάλη συζήτηση είναι η έννοια «καλή λογοτεχνία» και τι είδους διαχωρισμούς και διακρίσεις μπορεί να δημιουργεί ανάμεσα σε συγγραφείς αλλά και στο αναγνωστικό κοινό. Ποιος κρίνει τι είναι «καλή λογοτεχνία»; Από ποια θέση μιλά; Ποιοι παράγοντες συνυπολογίζονται και ποιοι μένουν απέξω; Σκέφτομαι, πάντως, ότι τα βιβλία που έχω αγαπήσει είναι αυτά με τα οποία, με κάποιον τρόπο, έχω ταυτιστεί μαζί τους είτε με όρους αισθητικής ή υφολογικής ομορφιάς είτε με όρους βραδύτητας είτε κοινών αναφορών ή βιωμάτων. Είναι, επίσης, αυτά που μου πρόσφεραν μια νέα πρόταση, μια διαφορετική προσέγγιση απ’ ό,τι έχω συνηθίσει, πάλι με όρους όπως οι παραπάνω.
Η δράση της ιστορίας σου είναι εσωτερική. Λίγα τα εξωτερικά γεγονότα αλλά αρκετά ώστε να κινητοποιήσουν εκρήξεις, εικόνες, συσχετίσεις μέσα στους ήρωές σου ιδιαίτερα στο εσωτερικό σύμπαν της Μαρίνας της ηρωίδας σου, μέσα από το βλέμμα της οποίας προκύπτει κατά τη γνώμη μου όλη η συγκίνηση της ιστορίας. Πώς πλάθεις τους ήρωές σου, πώς ξεκινά η αφήγηση, πώς ξέρεις πότε έχεις το θέμα;
Ξέρω ότι έχω το θέμα όταν δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο. Όταν αυτή η ιστορία, σε πολύ αρχική μορφή ακόμα, καταλαμβάνει σχεδόν όλες τις σκέψεις μου, όταν προσπαθώ να βρω απαντήσεις και λύσεις σε κενά και χάσματα που ανοίγονται, φτιάχνοντας έτσι ένα σύμπαν. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, χτίζονται κι οι ήρωες. Και μόλις βρω το κατάλληλο ύφος αφήγησης, μέσα από δοκιμές, απογοητεύσεις, επανεκκινήσεις, κείμενα άλλων συγγραφέων που κάτι ξεκλειδώνουν, ξεκινώ μια πορεία με ευθείες και ζιγκ ζαγκ και ανηφόρες.
Ο τίτλος «Όλα τα δέντρα» νιώθω ότι δεν έχει αναφορά μόνο στο σπίτι με όλα τα δέντρα που περιγράφεις αλλά και στους ίδιους τους ανθρώπους. Χρησιμοποίησες την ιστορία αυτή για να μιλήσεις για πιο μύχιες πτυχές της ανθρώπινης φύσης;
Ο τίτλος προέκυψε μέσα από το κείμενο επειδή επανερχόταν η φράση σαν μοτίβο και μου άρεσε ηχητικά, μου άρεσε για την απλότητά του και την ηρεμία που ένιωθα ότι έβγαζε. Δεν έχει κανέναν συμβολισμό από τη πλευρά μου, ενίοτε τα δέντρα αποκτούν σχεδόν ανθρώπινες διαστάσεις στηρίζοντας, ακούγοντας, υπάρχοντας απλώς, ως μια επαφή με την πραγματικότητα. Κάθε ιστορία, όποιο επίθετο κι αν της βάλουμε, μιλά αναπόφευκτα για την ανθρώπινη φύση και συνθήκη.
Η διαδικασία της συγγραφής είναι για σένα κάτι βασανιστικό, λυτρωτικό, ζωτικό;
Ζωτικό δεν θα το έλεγα, μου φαίνεται μεγάλη κουβέντα. Θα έλεγα ότι είναι μια ρυθμιστική λειτουργία, κάπως σαν τη ζυγοστάθμιση-ευθυγράμμιση ενός αυτοκινήτου. Με δυσκολεύει πολύ η διαδικασία, με κάνει ακόμα πιο κλειστή όσο γράφω, αλλά και με ανταμείβει όταν τα καταφέρνω, δημιουργώντας έπειτα μέσα μου ένα αίσθημα πληρότητας και ηρεμίας.
Ποια είναι η περιπέτεια γραφής του συγκεκριμένου βιβλίου; Μου είπες πριν το διαβάσω πως στην πραγματικότητα το έγραψες δύο φορές.
Στην πραγματικότητα έγραψα δύο διαφορετικά βιβλία πάνω στο ίδιο θέμα. Η πρώτη εκδοχή είχε πρωτοπρόσωπη αφήγηση αλλά έβρισκα ότι της έλειπε η λογοτεχνικότητα. Η δεύτερη είναι τριτοπρόσωπη και μπορεί να της λείπει η ποιητικότητα. Ίσως πάντα κάτι θα λείπει. Μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης εκδοχής, έπεσα πάνω σε μια φράση της Κρίστα Βολφ από το βιβλίο της Ένα πρότυπο παιδικής ηλικίας όπου περιγράφει πόσο βασανιζόταν να βρει το ύφος για να ξεκινήσει να γράφει: «Μετά από μήνες ολόκληρους διαμορφώθηκε το δίλημμα: ή μένεις άφωνη ή θα ζήσεις στο τρίτο πρόσωπο». Αυτό με ξεκλείδωσε και ξεκίνησα από την αρχή, τριτοπρόσωπη πια, γιατί ποια θέλει να μένει άφωνη;
Γιατί επέλεξες την τριτοπρόσωπη αφήγηση για να περιγράψεις μια ερωτική ιστορία; Εξυπηρετεί η απόσταση μια πιο στοχαστική ματιά;
Η ζυγαριά στην περιγραφή συναισθημάτων και σκηνών, ειδικά σε μια ερωτική ιστορία, μπορεί να γείρει επικίνδυνα προς μελοδραματισμούς ή πομπώδεις φράσεις στο πρώτο πρόσωπο, ενώ η αποστασιοποίηση που μπορεί να σου εξασφαλίσει η τριτοπρόσωπη αφήγηση, η ευχέρεια που προσφέρει να μετακινηθείς από το έξω στο μέσα πολλαπλών χαρακτήρων, η εναλλαγή ανάμεσα σε υποκειμενική και αντικειμενική ματιά, μου φαίνονταν ότι έδιναν περισσότερο χώρο για να αναπτυχθεί και να αποτυπωθεί, κυρίως, ο εσωτερικός κόσμος του γυναικείου χαρακτήρα που μ’ ενδιέφερε, οι σκέψεις κι η φωνή της.
Η γλώσσα είναι σαν να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτόν τον έρωτα της Μαρίνας και του Πέτρου. Ως αναγνώστρια την ένιωθα ως μια οντότητα ανάμεσα τους, ως ένα τρίτο μέλος της παρέας. Δεν είναι μόνο το ερμηνευτικό εργαλείο της Μαρίνας στα δύσκολα, αλλά και μια πατρίδα στην οποία επιστρέφει για να θυμηθεί, να αισθανθεί ασφάλεια. Τι είναι για σένα η γλώσσα;
Όντως, η γλώσσα ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες αναπτύσσεται όσο αναπτύσσεται και εξελίσσεται η σχέση τους μέχρι που γίνεται μια κοινή επικράτεια με μόλις δύο υπηκόους. Για μένα, η γλώσσα είναι ένας από τους πιο βασικούς τρόπους με τους οποίους συνδέομαι με τον άλλον. Δημιουργεί έναν κώδικα, αποκαλύπτει κοινές αναφορές και εκλεκτικές συγγένειες, την αίσθηση του χιούμορ. Μπορώ να καταλάβω πολλά για τον άλλον από τις λέξεις που επιλέγει να χρησιμοποιήσει, μου δημιουργεί ένα πλαίσιο πολιτισμικό και κοινωνικό, δείχνει στοιχεία του χαρακτήρα, με ωθεί καμιά φορά να υιοθετήσω το λεξιλόγιο του άλλου ή και αντίστροφα μετέχοντας έτσι ο ένας στο σύμπαν του άλλου. Είναι κι η γλώσσα ένας τρόπος ταύτισης.
To ότι αλλάζεις ύφος και γλώσσα από βιβλίο σε βιβλίο σημαίνει ότι πειραματίζεσαι, διερευνάς διάφορους τρόπους λογοτεχνικής έκφρασης ή κάτι άλλο;
Από τη μία λέω ότι κάθε ιστορία επιβάλλει το ύφος αφήγησής της και, πριν ξεκινήσω να γράφω, κάθομαι και το ακούω, σαν μουσική που έρχεται από μακριά, και όσο πλησιάζει αρχίζω να αναγνωρίζω τα μοτίβα, τα όργανα που δεν ακούγονταν τόσο καθαρά στην αρχή, μέχρι ότου εμφανίζεται όλη η μπάντα μπροστά μου. Από την άλλη σκέφτομαι ότι το ύφος και η γλώσσα με τα οποία γράφω δεν είναι, τελικά, και τόσο διαφορετικά μεταξύ τους μέσα στα χρόνια, διακρίνω κοινά στοιχεία κι εμμονές, άρα μάλλον είναι ένα ύφος που με τον χρόνο και την τριβή εξελίσσεται και γίνεται πιο διακριτό.
Διάβασα κάπου να λες πως υπάρχουν προσωπικά στοιχεία ή ιστορίες σε αυτά που γράφεις, αλλά διαστρεβλωμένα, μυθοπλαστικά πειραγμένα. Γίνεται να αποφύγει κανείς το βίωμα κατά τη συγγραφή είναι το ένα ερώτημα. Και από την άλλη, πως είναι για σένα η ισορροπία αυτή ανάμεσα σε αληθινά και μυθοπλαστικά στοιχεία;
Φυσικά και γίνεται και επιβάλλεται. Δεν είναι βιωματικό καθετί που γράφουμε, ούτε καθετί βιωματικό είναι άξιο ή ενδιαφέρον συγγραφικά, αλλιώς θα εκδίδαμε όλοι τα ημερολόγιά μας. Ακόμα κι οι αυτοβιογραφίες πιστεύω ότι έχουν μυθοπλαστικά στοιχεία επειδή πάντα μεσολαβεί ο χρόνος, η απόσταση, η εκ των υστέρων επεξεργασία, άρα η μνήμη συχνά εμφανίζεται διαστρεβλωμένη, διαμεσολαβημένη. Τα αληθινά στοιχεία σε μια αφήγηση έχουν νόημα ύπαρξης αν εξυπηρετούν σε κάτι μυθοπλαστικά. Αν ξεπερνούν τη φαντασία τόσο ώστε αξίζει να διασωθούν, έστω και ενδεδυμένα ως μυθοπλαστικό προϊόν. Αν κάνουν πιο αληθοφανή μια αφήγηση ή έναν χαρακτήρα.
Πώς είναι να στοιχίζεται κανείς πίσω από δύο γονείς συγγραφείς και πότε κατάλαβες πως αυτός είναι ο δρόμος σου;
Αναρωτιέμαι, αστειευόμενη κάπως, μετά από πόσα βιβλία θα εκλείψουν παρόμοιες ερωτήσεις για τις οποίες κατανοώ τη φυσική περιέργεια από την οποία προέρχονται αλλά που πιστεύω ότι πια ο ίδιος ο χρόνος τις έχει απαντήσει. Πάντως, ποτέ δεν ένιωσα ότι στοιχίζομαι πίσω από την Ευγενία και τον Μιχάλη. Είμαι πάντα δίπλα τους, όπως κι εκείνοι. Αυθύπαρκτοι κι ο καθένας με το δικό του προσωπικό ύφος. Μέσα από τους δύο γονείς αποφορτίστηκε από νωρίς η έννοια της συγγραφής, είδα δηλαδή εμπράκτως ότι είναι μια δουλειά όπως όλες, με ωράριο, προσωπικές χρονικές προθεσμίες, παιδιά, εφορίες. Στην εφηβεία ξεκίνησα να γράφω μικρά πεζά που δεν τα έδειχνα σε κανέναν. Μετά ένιωθα πιο ήρεμη, κάπως σαν να είχε μπει μια τάξη στο χάος μέσα μου, και μάλλον γι’ αυτό συνέχισα.
Πώς αξιολογείς τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία;
Πολυφωνική και πολυπρισματική, ενίοτε και υβριδική, η ποίηση και η λογοτεχνία ανθρώπων, ας πούμε, της γενιάς μου, δείχνουν φροντίδα για το ύφος και τη γλώσσα, διαθέτουν μια ευρύτερη θεματολογική γκάμα, δίνουν το δικό τους στίγμα σε ζητήματα που μας απασχολούν ή μας έχουν καθορίσει, δείχνουν επίσης και τις πολύ περισσότερες λογοτεχνικές αναφορές που έχουμε την τύχη να έχουμε έρθει σε επαφή, σε σύγκριση με συγγραφείς παλαιότερων γενιών, είτε μέσα από περισσότερες μεταφράσεις είτε από το ίδιο το πρωτότυπο πια. Ακόμα και γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας αποτυπώνονται με έναν τρόπο ελκυστικό και φρέσκο ενώ και το βιβλίο ως αισθητικό αντικείμενο συμβάλλει σε αυτή την εικόνα.
Σίγουρα είναι ένας ενδιαφέρον τρόπος για να γνωρίσει κανείς την Ελλάδα του σήμερα. Αν υπήρχε κάποιου είδους κρατική υποστήριξη –με τη μορφή επιδοτήσεων στους ίδιους τους συγγραφείς που σε συντριπτική πλειονότητα ασκούν άλλα επαγγέλματα για να βιοποριστούν, με ουσιαστική παρουσία στις διεθνείς εκθέσεις, με προγράμματα μετάφρασης–, θα μπορούσε να βρει τη θέση της στην παγκόσμια λογοτεχνία και να ακούγεται εξίσου δυνατά.
