Κατέρρευσε το FCAS – Νέο μαχητικό 6ης γενιάς σχεδιάζει η Γαλλία, προσχωρεί η Ελλάδα Η Γαλλία και η Γερμανία ανακοίνωσαν το οριστικό τέλος της συνεργασίας τους για το μαχητικό 6ης γενιάς FCAS, λόγω ανυπέρβλητων διαφωνιών μεταξύ των βιομηχανιών τους. Η κατάρρευση του προγράμματος αναδιαμορφώνει τον χάρτη της ευρωπαϊκής άμυνας, με τη Γαλλία να σχεδιάζει αυτόνομη πορεία και την Ελλάδα να προσανατολίζεται σε συνεργασία μαζί της, εστιάζοντας στη συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας στην έρευνα και ανάπτυξη. EN ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χρήστος Μαζανίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ 07:33, Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026 Πολιτική
ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ Τα βασικά σημεία του άρθρου Γαλλία και Γερμανία ανακοίνωσαν το οριστικό τέλος της συνεργασίας για το μαχητικό 6ης γενιάς FCAS, μετά από χρόνια έντονων τριβών και διαφωνιών. Παρά το ναυάγιο, η Γαλλία ενεργοποιεί το «Σχέδιο Β» για την αυτόνομη ανάπτυξη μαχητικού, ενώ η Γερμανία στρέφεται προς το F-35 ή το ευρω-ασιατικό πρόγραμμα GCAP. Η Ελλάδα αναμένεται να συμπορευτεί με τη Γαλλία στο νέο της πρόγραμμα 6ης γενιάς, με την ελληνική αμυντική βιομηχανία να συμμετέχει στη φάση της έρευνας και ανάπτυξης. Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του enikos.gr
Του Χρήστου Μαζανίτη
Γι’ ακόμη μία φορά η Ευρώπη δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις εσωτερικές διαφωνίες της, με την Γερμανία να τινάζει στον αέρα την συμφωνία για την παραγωγή μαχητικού 6ης γενιάς. Στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής ΕΕ-Δυτικών Βαλκανίων, ο Γερμανός Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν αποφάσισαν να σταματήσουν εντελώς το έργο, αφού δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν μήνες πολιτικού και τεχνικού αδιεξόδου.
Η πρόσφατη, οριστική κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας για το κοινό μαχητικό του προγράμματος FCAS (Future Combat Air System) αποτελεί έναν ισχυρό γεωπολιτικό και βιομηχανικό σεισμό για την ευρωπαϊκή άμυνα. Μετά από χρόνια έντονων τριβών, οι δύο ηγέτες ανακοίνωσαν τον τερματισμό της κοινής ανάπτυξης του επανδρωμένου αεροσκάφους επόμενης γενιάς, καθώς οι βιομηχανίες τους, κυρίως η γαλλική Dassault και η γερμανική πλευρά της Airbus, δεν κατάφεραν ποτέ να βρουν κοινό έδαφος.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η διαφωνία αυτή δεν ήταν απλώς μια οικονομική διαμάχη, αλλά μια βαθιά σύγκρουση φιλοσοφίας και εθνικών αναγκών. Η Γαλλία απαιτούσε ένα μαχητικό με δυνατότητα προσνήωσης σε αεροπλανοφόρο και ικανότητα μεταφοράς πυρηνικών όπλων, διαφυλάσσοντας παράλληλα την πνευματική ιδιοκτησία των τεχνολογιών της. Αντίθετα, η Γερμανία επιθυμούσε ένα αεροσκάφος εδαφικής και συμμαχικής άμυνας χωρίς τις δαπανηρές ναυτικές προδιαγραφές, ενώ πίεζε για πλήρη πρόσβαση στα γαλλικά τεχνολογικά μυστικά με το επιχείρημα της ισότιμης χρηματοδότησης. Το αποτέλεσμα αυτής της ασυμφωνίας είναι η διάσπαση του προγράμματος. Το μόνο που διασώζεται από το αρχικό FCAS είναι μια χαλαρή συνεργασία για την ανάπτυξη συνοδευτικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) και του κοινού δικτύου δεδομένων (Combat Cloud).
Παρά το ναυάγιο, το μαχητικό έκτης γενιάς θα αναπτυχθεί κανονικά, αλλά πλέον ο χάρτης των εξοπλισμών στην Ευρώπη επανασχεδιάζεται με βάση δύο ξεχωριστά στρατόπεδα. Η Γαλλία ενεργοποιεί το λεγόμενο «Σχέδιο Β», επιδιώκοντας να προχωρήσει αυτόνομα ή με νέους διεθνείς εταίρους, όπως η Ινδία, εκμεταλλευόμενη την τεράστια τεχνογνωσία της Dassault από τα Rafale και το πρωτότυπο drone nEUROn. Από την άλλη πλευρά, η Γερμανία, η οποία δεν διαθέτει την αυτόνομη βιομηχανική υποδομή για να σχεδιάσει μόνη της ένα τέτοιο αεροσκάφος, στρέφει το βλέμμα της είτε προς το έτοιμο αμερικανικό F-35 για τις επόμενες δεκαετίες είτε προς το αντίπαλο ευρω-ασιατικό πρόγραμμα GCAP (Global Combat Air Programme), στο οποίο ηγούνται η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία. Το GCAP αυτή τη στιγμή φαντάζει ως η πιο σταθερή και προχωρημένη προσπάθεια για αεροσκάφος έκτης γενιάς εκτός ΗΠΑ, με στόχο την παραγωγή του Tempest.
Μέσα σε αυτό το ρευστό σκηνικό, η θέση και οι επιλογές της Ελλάδας αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η Αθήνα παρακολουθούσε στενά το FCAS, καθώς η Πολεμική Αεροπορία παραδοσιακά επιδιώκει να βρίσκεται στην αιχμή της τεχνολογίας για να διατηρεί την ποιοτική υπεροχή στο Αιγαίο. Η Ελλάδα δεν είχε ενταχθεί επίσημα στο πρόγραμμα, αλλά βρισκόταν σε φάση διερεύνησης των δυνατοτήτων συμμετοχής της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Η ακύρωση του κοινού γαλλογερμανικού μαχητικού απλοποιεί κατά μία έννοια τα πράγματα για την ελληνική διπλωματία και την αμυντική στρατηγική, καθώς εξαλείφει την ανάγκη να ισορροπήσει ανάμεσα στο Παρίσι και το Βερολίνο. Όλες οι ενδείξεις και η στρατηγική λογική δείχνουν ότι η Ελλάδα, αν αποφασίσει να επενδύσει σε πρόγραμμα έκτης γενιάς, θα πάει τελικά με τη Γαλλία. Η σχέση αυτή στηρίζεται σε πολύ στέρεα θεμέλια, καθώς η χώρα μας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πελάτες της γαλλικής αμυντικής βιομηχανίας, έχοντας στο οπλοστάσιό της τα μαχητικά Rafale και τις φρεγάτες Belharra, ενώ καλύπτεται και από τη διμερή ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής. Άλλωστε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε προαναγγείλει κατά την επίσκεψη του Εμμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα την απόφαση της Ελλάδας να συμπορευτεί με την Γαλλία.
Η ελληνική συμμετοχή στο νέο, γαλλικό πλέον πρόγραμμα έκτης γενιάς δεν θα αφορά την αγορά αεροσκαφών στο άμεσο μέλλον, καθώς η Πολεμική Αεροπορία είναι πλήρως καλυμμένη για τις επόμενες δύο δεκαετίες με τα Rafale, τα εκσυγχρονισμένα F-16 Viper και τα επερχόμενα F-35 πέμπτης γενιάς. Η ουσιαστική κίνηση της Ελλάδας θα είναι η συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας στη φάση της έρευνας και της ανάπτυξης του γαλλικού σχεδίου. Το Παρίσι, αναζητώντας νέους χρηματοδότες και εταίρους για να μοιραστεί το τεράστιο κόστος μετά την αποχώρηση της Γερμανίας, είναι πολύ πιο ανοιχτό σε βιομηχανικές συνεργασίες με πιστούς συμμάχους.
Ωστόσο, μένουν να γίνουν ακόμη αρκετά βήματα πριν η Αθήνα δεσμεύσει δισεκατομμύρια σε ένα πρόγραμμα που βρίσκεται ακόμη στα χαρτιά. Η ελληνική στρατηγική θα επικεντρωθεί πρώτα στην ομαλή ενσωμάτωση του F-35 και στη διασφάλιση ότι η ελληνική αεροπορική βιομηχανία θα λάβει ουσιαστικό έργο υψηλής τεχνολογίας και υποκατασκευαστικό έργο με διευρυμένο οικονομικό αποτύπωμα στο νέο γαλλικό εγχείρημα. Η επιλογή της Γαλλίας δείχνει να αποτελεί για την Ελλάδα τον πιο φυσικό και ασφαλή δρόμο, καθώς διασφαλίζει τη συνέχεια στην υλικοτεχνική υποστήριξη και την επιχειρησιακή φιλοσοφία της Πολεμικής Αεροπορίας, μακριά από τις πολιτικές αγκυλώσεις του Βερολίνου που συχνά μπλοκάρουν τις εξαγωγές όπλων. Το βέβαιο είναι ότι η ελληνική πλευρά θα επιδιώξει να εξαργυρώσει τη στρατηγική της συμμαχία με το Παρίσι, εξασφαλίζοντας θέση στο τραπέζι των τεχνολογιών του μέλλοντος, όποτε και με όποιον τρόπο αυτές υλοποιηθούν.
