Η στρατηγική του Μπενιαμίν Νετανιάχου για την εξουδετέρωση του Ιράν φαίνεται να καταρρέει, υπό το βάρος της συμφωνίας της Ουάσιγκτον με την Τεχεράνη, γράφει στην ανάλυση της η ισραηλινή εφημερίδα Haaretz.

Ενώ ο Νετανιάχου υποσχέθηκε στους Ισραηλινούς στις 28 Φεβρουαρίου ότι ο στόχος της επιχείρησης ήταν ο οριστικός τερματισμός της απειλής των Αγιατολάχ, 15 εβδομάδες οι ΗΠΑ βρίσκονται κοντά στην υπογραφή μνημονίου συνεργασίας με την Τεχεράνη.

Οι διαπραγματεύσεις αφήνουν ανέπαφο το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν για τους επόμενους δύο μήνες. Οι πύραυλοι και το δίκτυο των περιφερειακών συμμάχων της Τεχεράνης παραμένουν εκτός διαπραγματεύσεων.

Για τον Νετανιάχου, πρόκειται για μια αποτυχία σε πολλά μέτωπα. Οι επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν το τελευταίο έτος από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ υποτίθεται ότι θα αποτελούσαν το αποκορύφωμα της δεκαετούς εμμονής του να εξουδετερώσει πλήρως την ικανότητα του Ιράν να απειλεί το Ισραήλ.

Ωστόσο, η συμφωνία που διαμορφώνεται απέχει πολύ από αυτόν τον στόχο. Αντίθετα, φαίνεται πιο πιθανό ότι το Ιράν θα βγει από την οικονομική κατάψυξη των κυρώσεων και θα μπορεί να διοχετεύσει πολύ περισσότερα χρήματα και πυρομαχικά στην ανάπτυξη των πυραύλων και των συμμάχων του.

Η υπόθεση που διατυπώνεται σε πρόσφατες αναφορές ότι το ίδιο το Ιράν θα αραιώσει το εμπλουτισμένο ουράνιο είναι, για να το θέσουμε διπλωματικά, ελάχιστα πιστευτή.

Η απογοήτευση του Αμερικανού Προέδρου με τον Νετανιάχου είναι πλέον έκδηλη. Σύμφωνα με αναφορές, ο Τραμπ δήλωσε μετά την επίθεση στη Βηρυτό την Κυριακή ότι είναι «πολύ εκνευρισμένος» με τον Νετανιάχου, προσθέτοντας ότι ο Ισραηλινός ηγέτης «δεν έχει καμία κρίση».

Ο Λευκός Οίκος φαίνεται να έχει κουραστεί από το δόγμα της «ισχύος μέσω δύναμης» που πρεσβεύει ο Νετανιάχου, επιλέγοντας να προωθήσει μια συμφωνία που ικανοποιεί το ακροατήριο του Τραμπ, αδιαφορώντας για τις ισραηλινές επιδιώξεις.

Η κατάσταση επιδεινώνεται από την αδυναμία του Νετανιάχου να επιτύχει τον στόχο της ανάδειξης του Ισραήλ σε περιφερειακό ηγεμόνα. Παρά τις προσδοκίες για μια «νέα Μέση Ανατολή» μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023, η πολιτική του Νετανιάχου, που βασίζεται σε συνεχή βομβαρδισμούς αντί για διπλωματία, έχει απομονώσει τη χώρα.

Η Σαουδική Αραβία αρνείται να βελτιώσει τις σχέσεις με το Ισραήλ χωρίς πρόοδο στο Παλαιστινιακό ζήτημα, ένα θέμα που ο Νετανιάχου συστηματικά αρνείται να αναγνωρίσει. Για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, η αποτυχία είναι πολυεπίπεδη. Η υποτιθέμενη «αποτρεπτική ισχύς» που κέρδισε το Ισραήλ τα τελευταία τρία χρόνια έχει εξανεμιστεί, ενώ η εσωτερική πολιτική πίεση ενόψει των εκλογών του 2026 τον ωθεί σε ακόμη πιο ακραίες κινήσεις.

Η διαταγή για τον βομβαρδισμό της συνοικίας Νταχίγια στη Βηρυτό την περασμένη Κυριακή, θεωρείται από αναλυτές ως μια απεγνωσμένη προσπάθεια να τορπιλίσει το μνημόνιο με το Ιράν και να ικανοποιήσει τους ακροδεξιούς συμμάχους του. Θυσιάζοντας τη σταθερότητα της περιοχής στον βωμό της παραμονής του στην εξουσία.

Σε περίοδο εκλογών, τα πάντα – από την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και των μέσων ενημέρωσης, μέχρι την επέκταση των εποικισμών στη Δυτική Όχθη και τις ζωές των Παλαιστινίων και των Λιβανέζων – μπορεί να τα πουλήσει για να εδραιώσει τον ετερόκλητο συνασπισμό του.

Αν ο Νετανιάχου μπλοκαριστεί στο θέμα του Ιράν και του Λιβάνου, θα στραφεί στη Γάζα, για άλλη μια φορά.

Καθώς το χάσμα ανάμεσα στις υποσχέσεις περί «ολοκληρωτικής νίκης» και την πραγματικότητα διευρύνεται, η ισραηλινή κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες. Πολιτικοί παρατηρητές, επισημαίνουν ότι ο Νετανιάχου αποτελεί σύμπτωμα μιας βαθύτερης «συστημικής νόσου» του ισραηλινού πολιτικού συστήματος, το οποίο δυσκολεύεται να αποδεχθεί μια διπλωματική λύση για την ειρήνη.

Η ανησυχία για το μέλλον παραμένει έντονη, καταλήγει η ανάλυση της ισραηλινής εφημερίδας, καθώς πολλοί υποστηρίζουν ότι ούτε η απομάκρυνση του Νετανιάχου θα αρκούσε για να αλλάξει η πορεία της χώρας, όσο η προσκόλληση στη χρήση βίας παραμένει ο μοναδικός τρόπος που αντιλαμβάνεται την ασφάλεια το πολιτικό κατεστημένο.