Με μία ρητορική που έχει τις ρίζες της στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει στρατιωτικές επεμβάσεις στη Λατινική Αμερική με πρόσχημα τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών, περισσότερο από κάθε άλλο αμερικανό πρόεδρο τις τελευταίες δεκαετίες. Από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου μέχρι σήμερα, η πρακτική των ΗΠΑ απέναντι σε χώρες με ισχυρά αντάρτικα κινήματα όπως η Κολομβία, το Περού, η Βραζιλία και η Νικαράγουα, αποσκοπεί στην εξουδετέρωση πολιτικών αντιπάλων.
Στις 3 Ιανουαρίου 2026, αμερικανικές ειδικές δυνάμεις συνέλαβαν τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, με την κατηγορία της «ναρκο-τρομοκρατίας». Τους μήνες που προηγήθηκαν της επιχείρησης, άρχισαν να στοχοποιούνται μικρά, ταχύπλοα σκάφη στην Καραϊβική και στον ανατολικό Ειρηνικό. Ο αριθμός των νεκρών από τον συνεχιζόμενο πόλεμο εναντίον των φερόμενων ναρκο-τρομοκρατών έχει πλέον ξεπεράσει τους 200.
Στον πυρήνα αυτών των εξελίξεων βρίσκεται ο διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης Τραμπ να καταπολεμήσει τις οργανώσεις διακίνησης ναρκωτικών. Ο Λευκός Οίκος και το Υπουργείο Εξωτερικών μάλιστα έχουν χαρακτηρίσει πλήθος ανταρτικών οργανώσεων ως καρτέλ ναρκωτικών, συμμοριών και εγκληματικών δικτύων και ως «ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις», σύμφωνα με ανάλυση στο The Conversation.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον έχει ενισχύσει τη συνεργασία της στον τομέα της ασφάλειας με το Εκουαδόρ και το Ελ Σαλβαδόρ, χώρες που κυβερνώνται από δεξιούς συμμάχους του Τραμπ. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση έχει ασκήσει πιέσεις στις αριστερές κυβερνήσεις της Κολομβίας, της Γουατεμάλας, της Βραζιλίας και του Μεξικού να συμμετάσχουν στον αμερικανικό «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», διαφορετικά θα αντιμετωπίσουν την οργή του Τραμπ.
Όταν πρόκειται για τη δημιουργία νομικής βάσης που επιτρέπει τη χρήση στρατιωτικής βίας, ο χαρακτηρισμός της «ναρκο-τρομοκρατίας» αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμος. Πράγματι, με αυτό το επιχείρημα η κυβέρνηση Τραμπ δικαιολόγησε την επιχείρηση η οποία είχε ως στόχο τη σύλληψη και την παραπομπή του Μαδούρο στη δικαιοσύνη. Ωστόσο, η απόφαση του Τραμπ να απονείμει χάρη στον δεξιό σύμμαχό του και πρώην πρόεδρο της Ονδούρας, Χουάν Ορλάντο Ερνάντες, ο οποίος είχε καταδικαστεί σε 45 χρόνια φυλάκισης για διακίνηση ναρκωτικών και συναφή αδικήματα περί όπλων, φάνηκε να βρίσκεται σε αντίφαση με τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών.
Η ιστορία αυτού του πολέμου κατά των ναρκωτικών, ιδιαίτερα κατά την προεδρία του Ρόναλντ Ρήγκαν, δείχνει ότι ο όρος «ναρκο-τρομοκρατία» ήταν ανέκαθεν πολιτικά φορτισμένος. Η ασαφής φύση του όρου βοήθησε τους Αμερικανούς υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να επιτύχουν αντικομμουνιστικούς και αντικαθεστωτικούς στόχους.
Ο πρόεδρος του Περού, Φερνάντο Μπελαούντε Τέρι, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «ναρκο-τρομοκρατία» το 1982 για να περιγράψει τη διείσδυση των ανταρτών του «Sendero Luminoso» («Φωτεινό Μονοπάτι») στο εμπόριο ναρκωτικών.
Το «Φωτεινό Μονοπάτι» υπήρξε μία από τις πιο βίαιες αντάρτικες οργανώσεις στη Λατινική Αμερική. Αφού ο περουβιανός στρατός εκδίωξε τους αντάρτες από την περιοχή Αιακούτσο, στις νότιες Άνδεις, αυτοί μετακινήθηκαν βορειότερα, στην κοιλάδα Άνω Ουαγιάγα, από όπου προερχόταν περισσότερο από το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής κοκαΐνης.
Η περουβιανή αστυνομία, σε συνεργασία με την Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών των ΗΠΑ (DEA), δημιούργησε ειδικές μονάδες καταπολέμησης των ναρκωτικών με στόχο την εκρίζωση των καλλιεργειών κόκας από την περιοχή. Αυτή η στρατηγική επιδίωκε να μειώσει την προσφορά κοκαΐνης εξαλείφοντας την πρώτη ύλη. Ωστόσο, η αντίσταση των αγροτών απέναντι στις επιχειρήσεις αυτές ενίσχυσε την επιρροή του «Φωτεινού Μονοπατιού», καθώς επέτρεψε στους αντάρτες να εμφανιστούν ως προστάτες τους απέναντι στην αστυνομία.
Καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών απέκτησε ολοένα και πιο στρατιωτικό χαρακτήρα. Ενώ ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός για την καταπολέμηση των ναρκωτικών σχεδόν διπλασιάστηκε, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι πίεσαν και το Περού να στρατιωτικοποιήσει τις επιχειρήσεις του.
Ωστόσο, μόνο όταν οι περουβιανές ένοπλες δυνάμεις ακολούθησαν μια άτυπη εκεχειρία με τους διακινητές ναρκωτικών κατάφεραν να εντοπίσουν και να συλλάβουν τον ηγέτη του «Φωτεινού Μονοπατιού», Αμπιμαέλ Γκουσμάν, τον Σεπτέμβριο του 1992, διαλύοντας ουσιαστικά την οργάνωση.
Στην πράξη, οι ένοπλες δυνάμεις του Περού ήταν αυτές που ανέλαβαν τελικά τον έλεγχο του εμπορίου ναρκωτικών, αφαιρώντας αυτή την εξουσία από τους αντάρτες.
Για πολλούς αξιωματούχους του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας, οι οποίοι ενδιαφέρονταν περισσότερο για την ήττα του «Φωτεινού Μονοπατιού» παρά για τον περιορισμό της διακίνησης ναρκωτικών, ο χαρακτηρισμός «ναρκο-τρομοκρατία» είχε αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμος, καθώς παρείχε ένα πρότυπο για μελλοντικές επιχειρήσεις.
Το γεγονός που συνέδεσε οριστικά στην αμερικανική αντίληψη περί ναρκο-τρομοκρατίας τα καρτέλ ναρκωτικών με τις αντάρτικες οργανώσεις ήταν η κατάληψη του Μεγάρου της Δικαιοσύνης στην Κολομβία από την οργάνωση M-1 τον Νοέμβριο του 1985.
Η M-19 είχε ως βασικό στόχο την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού στην Κολομβία, αλλά η αιματηρή σύγκρουση με τον στρατό κόστισε τη ζωή σε σχεδόν 100 ανθρώπους, μεταξύ των οποίων στρατιώτες, αντάρτες και έντεκα δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Στη συνέχεια διατυπώθηκαν ισχυρισμοί ότι ο Πάμπλο Εσκομπάρ, επικεφαλής του διαβόητου καρτέλ του Μεντεγίν, είχε χρηματοδοτήσει την επιχείρηση της M-19. Οι αντάρτες φέρονται να αφαίρεσαν εκατοντάδες έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αιτήματα έκδοσης του Εσκομπάρ στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τον Απρίλιο του 1986, η κυβέρνηση Ρόναλντ Ρήγκαν συνέδεσε επίσημα την καταπολέμηση των ναρκωτικών με τις επιχειρήσεις αντιμετώπισης αντάρτικων κινημάτων.
Η αναγνώριση των ναρκωτικών ως ζητήματος εθνικής ασφάλειας διεύρυνε σημαντικά την αμερικανική εμπλοκή στην κολομβιανή εκστρατεία κατά οργανώσεων όπως οι Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις της Κολομβίας (FARC) και ο Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός (ELN).
Η συνεργασία αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα αν και πλέον δοκιμάζεται από την ένταση στις σχέσεις του Ντόναλντ Τραμπ και του προέδρου της Κολομβίας, Γκουστάβο Πέτρο, ο οποίος υπήρξε στο παρελθόν μέλος της M-19.
Ο χαρακτηρισμός «ναρκο-τρομοκρατία» εφαρμόστηκε επιλεκτικά όχι μόνο στις αριστερές αντάρτικες οργανώσεις, αλλά και σε κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής. Η κυβέρνηση Ρόναλντ Ρήγκαν αξιοποίησε τις κατηγορίες περί διακίνησης ναρκωτικών από τη Νικαράγουα και την Κούβα για να επηρεάσει την αμερικανική κοινή γνώμη, σε μια περίοδο κατά την οποία οι Αμερικανοί ανησυχούσαν μήπως οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπλακούν σε έναν ακόμη πόλεμο όπως στο Βιετνάμ.
Ο πόλεμος στο Βιετνάμ είχε κλονίσει τη συναίνεση γύρω από την πολιτική ανάσχεσης του κομμουνισμού. Ωστόσο, η επιδημία του «κρακ» στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1980 δημιούργησε ένα νέο ισχυρό επιχείρημα υπέρ των αμερικανικών παρεμβάσεων.
Αφού το Κογκρέσο, επικαλούμενο παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, περιόρισε τη βοήθεια προς τους αντικομμουνιστές αντάρτες Κόντρας που πολεμούσαν τη σοσιαλιστική κυβέρνηση των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, ο Ρόναλντ Ρήγκαν κατηγόρησε δημόσια τους Σαντινίστας ότι εμπλέκονταν στη διακίνηση ναρκωτικών.
Τα μοναδικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν προς υποστήριξη αυτής της κατηγορίας φαίνεται ότι προήλθαν από κοινή επιχείρηση της DEA και της CIA με πρωταγωνιστή τον Μπάρι Σιλ, Αμερικανό λαθρέμπορο ναρκωτικών που είχε μετατραπεί σε πληροφοριοδότη της DEA και αργότερα έγινε γνωστός από την κινηματογραφική ταινία «American Made» με πρωταγωνιστή τον Τομ Κρουζ.
Στη συνέχεια διατυπώθηκαν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο ο Νικαραγουανός διακινητής που εντοπίστηκε μέσω της επιχείρησης είχε πράγματι οποιαδήποτε σχέση με την κυβέρνηση των Σαντινίστας.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Ρήγκαν αγνόησε τις καταγγελίες ότι οι ίδιοι οι Κόντρας διακινούσαν κοκαΐνη προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μάλιστα, έρευνα της Γερουσίας αποκάλυψε ότι κυβερνητικοί αξιωματούχοι είχαν επανειλημμένα αγνοήσει ή εμποδίσει τη διερεύνηση στοιχείων που συνέδεαν τους Κόντρας με τη διακίνηση ναρκωτικών.
Οι ενέργειες αυτές έγιναν ανεκτές επειδή συνέβαλλαν στη χρηματοδότηση ενός σκοπού που ο Ρήγκαν και οι υποστηρικτές του θεωρούσαν δίκαιο. Οι Κόντρας αντιμετωπίζονταν ως «μαχητές της ελευθερίας», οι οποίοι αγωνίζονταν να απελευθερώσουν τη Νικαράγουα από τον κομμουνισμό.
Όπως και τότε, έτσι και σήμερα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Ουάσιγκτον επιδιώκουν μια περιφερειακή στρατηγική που αποσκοπεί στην ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας και στην αύξηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων των συμμάχων τους.
Τον Μάρτιο του 2026, η κυβέρνηση Τραμπ δημιούργησε τον Συνασπισμό κατά των Καρτέλ (Americas Counter Cartel Coalition). Πρόκειται για μια συμμαχία ασφαλείας που έχει ως στόχο την αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης, της ρωσικής και κινεζικής επιρροής, καθώς και των «ναρκο-τρομοκρατικών συμμοριών και καρτέλ».
Ο Τραμπ δήλωσε ότι «ο μόνος τρόπος να νικήσουμε αυτούς τους εχθρούς είναι να απελευθερώσουμε τη δύναμη των στρατών μας». Όπως και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, έτσι και σήμερα, αυτή η συνεργασία φαίνεται να στρέφεται κυρίως εναντίον αριστερών και κομμουνιστικών κυβερνήσεων.
Σε πολλές περιπτώσεις, η επίκληση της διακίνησης ναρκωτικών χρησιμοποιείται ως άμεση αιτιολόγηση για την ανάληψη δράσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πρόσφατος χαρακτηρισμός των δύο μεγαλύτερων εγκληματικών οργανώσεων της Βραζιλίας ως ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που οδήγησε αξιωματούχους της αριστερής κυβέρνησης του Λούλα να προειδοποιήσουν ότι οποιοδήποτε πρόσχημα για ξένη επέμβαση θα ήταν «απαράδεκτο».
Σε άλλες περιπτώσεις, το επιχείρημα της αμερικανικής κυβέρνησης είναι ευρύτερο. Η εντατικοποίηση των στρατιωτικών κινήσεων, της επιθετικής ρητορικής και των κυρώσεων κατά της Κούβας, συμπεριλαμβανομένου του χαρακτηρισμού της χώρας ως «ασυνήθιστης και εξαιρετικής απειλής» για την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές να εκτιμούν ότι η Κούβα ενδέχεται να αποτελεί τον επόμενο στόχο μιας πολιτικής αλλαγής καθεστώτος.
Παρότι ο χαρακτηρισμός της «ναρκο-τρομοκρατίας» εφαρμόζεται επιλεκτικά, ανάλογα με την κάθε περίπτωση, το τελικό αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Η εξυπηρέτηση αντικομμουνιστικών πολιτικών στόχων, οι οποίοι έχουν τις ρίζες τους ήδη από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου.
