Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί τον ακούν με κατάνυξη, σεβασμό, αγάπη και αφοσίωση. Το ίδιο και οι Καθολικοί, σε όποιες δυτικές εκκλησίες βεβαίως ψάλλεται, καθώς δεν αποτελεί μέρος του λειτουργικού τυπικού τους. Ακόμη και οι μη Χριστιανοί πιστοί άλλων θρησκειών θαυμάζουν την καλαισθησία του μελωδικού ενδύματος του λόγου και του τεράστιου νοηματοδοτικού περιεχομένου του. Μέχρι και οι άθεοι εντυπωσιάζονται στο άκουσμά του.
Ο λόγος για τον Ακάθιστο Υμνο, ένα αριστούργημα της ορθόδοξης υμνογραφίας και μία από τις πιο βαθιές εκφράσεις τιμής προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Δεν είναι απλώς ένας ύμνος, συνιστά μια εμπειρία πίστης που ενώνει θεολογία, Ιστορία και λαϊκή ευλάβεια, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Το εντυπωσιακό είναι ότι αν και ψάλλεται και στα πέντε απογεύματα της κάθε Παρασκευής των Χαιρετισμών, καθ’ όλη τη διάρκεια δηλαδή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εντούτοις για πρώτη φορά ακούστηκε από τα χείλη των πιστών ένα αυγουστιάτικο βράδυ του πολύ μακρινού 626 μ.Χ., στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη.
Ηταν η νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, πριν ακριβώς 1.400 χρόνια, όταν η Βασιλεύουσα ξεπέρασε τον πρώτο μείζονα κίνδυνο της ιστορίας της. Καθώς, όπως η παράδοση αποδίδει, με θεϊκή συνδρομή, λύθηκε η πολιορκία της από τους πολυπληθέστερους Αβάρους και τους άφθονους συμμάχους τους, Πέρσες, σλαβικά και βουλγαρικά φύλα κ.ά.
Από τότε το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ», με το οποίο οι Βυζαντινοί, κλήρος και λαός, εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους στη Θεοτόκο για τη σωτηρία της Πόλης, έγινε κτήμα του κάθε ορθόδοξου πιστού. Ψάλλεται ανελλιπώς και με ιδιαίτερη κατάνυξη όποτε προβλέπεται. Είναι ένα απόλυτο σύμβολο λατρείας, αγάπης, σεβασμού και τιμής προς την Παναγία.
Γιατί ψάλλεται τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή
Ονομάστηκε Ακάθιστος Υμνος, καθώς κατά τη διάρκειά του όλοι οι πιστοί στέκονται όρθιοι για να αποδώσουν τιμή στη Θεοτόκο. Ενας ύμνος γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και μερικώς και της ομοιοκαταληξίας. Με γλώσσα σοβαρή και ρέουσα, κατάφορτη από κοσμητικά επίθετα και πολλά ακόμα σχήματα λόγου, μεταφορές, αντιθέσεις και άλλα, ποιητικότητα πολλών στίχων και προπαντός υψηλό περιεχόμενο, καθώς εξυμνεί την ενανθρώπιση του Θεού διά της Θεοτόκου. Με αλλεπάλληλες εκφράσεις χαράς, αγαλλίασης και λύτρωσης που του προσδίδουν έναν ενθουσιαστικό τόνο.
Ψάλλεται τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή για να συνοδεύσει τη μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Επειδή αυτή βρίσκεται ημερολογιακά μέσα σε περίοδο νηστείας, στερείται προεόρτιων και μεθεόρτιων. Ο Ακάθιστος Υμνος, λοιπόν, έρχεται να συνοδεύσει τη γιορτή του Ευαγγελισμού και να καλύψει το κενό που δημιουργείται λόγω της περιόδου της νηστείας, όσον αφορά τα προεόρτια και μεθεόρτια. Και επειδή ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, κατά την περίοδο νηστείας, επιτρέπεται μόνο Σάββατο και Κυριακή, ο Ακάθιστος Υμνος ψάλλεται κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών, τα οποία λειτουργικά ανήκουν στην ημέρα του Σαββάτου.
Ψάλλεται δε τμηματικά το βράδυ της Παρασκευής των τεσσάρων πρώτων εβδομάδων και ολόκληρος το βράδυ της Παρασκευής της πέμπτης και τελευταίας εβδομάδας.
Το γεγονός ότι απ’ όλα τα κοντάκια μόνο αυτό είναι σήμερα σε χρήση στη λατρεία της Εκκλησίας υποδηλώνει τη δύναμη επιρροής και την ισχυρή εντύπωση που έκανε και εξακολουθεί να δημιουργεί στους πιστούς.
Το μήνυμα του Βαρθολομαίου
Στην Κωνσταντινούπολη, στην Γ’ Στάση των Χαιρετισμών, δηλαδή την τρίτη Παρασκευή των Νηστειών, συνηθίζεται να πηγαίνει ο Οικουμενικός Πατριάρχης στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών και να απαγγέλλει εκεί τους οίκους (στροφές) του Ακάθιστου. Η παράδοση αυτή συνιστά απότιση τιμής στη μνήμη των γεγονότων του 626 μ.Χ., δηλαδή της σωτηρίας της Πόλης και της πρώτης ψαλμώδησης του ύμνου. Ο ιστορικός αυτός συμβολισμός προσδίδει λαμπρότητα και συναισθηματική φόρτιση στην ακολουθία, την οποία παρακολουθούν κάθε χρόνο πολλοί Χριστιανοί της Πόλης, καθώς και επισκέπτες.
Στην τρίτη Παρασκευή των Χαιρετισμών φέτος, στις 13 Μαρτίου, στην Παναγία των Βλαχερνών, το μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου προς τους παρόντες πιστούς ήταν σαφέστατο: «Εάν σε όλους τους ναούς του ορθόδοξου κόσμου η ακολουθία των Χαιρετισμών προς την Υπέρμαχον Στρατηγόν της Πόλεως του Κωνσταντίνου συγκινεί τις καρδιές όλων των Χριστιανών, το άκουσμα του εξαίσιου αυτού ύμνου προς την Παναγία μητέρα μας σε αυτό εδώ το ιερό αγίασμα των Βλαχερνών, όπου εψάλη πρώτο πριν από ακριβώς 1.400 έτη, μας οδηγεί σε άλλους κόσμους και μας κάνει να αναλογισθούμε και να βιώσουμε βαθύτερα αυτό το θαύμα της επιβιώσεώς μας στον ευλογημένο αυτόν τόπο των Πατέρων μας, παρά τους χαλασμούς των καιρών και τις εναλλαγές των περιστάσεων».
Η δομή του
Με πηγές του την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο Ακάθιστος Υμνος περιγράφει ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους. Αποτελείται από το προοίμιο «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια» και 24 οίκους, με αλφαβητική ακροστιχίδα από το Α-Ω, ενώ ανάμεσα στους 72 στίχους συναντούμε 144 χαιρετισμούς στη Θεοτόκο. Το πρώτο μέρος του (Α-Μ) αναφέρεται σε γεγονότα από τη ζωή της Παναγίας (Ευαγγελισμός, επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ, αμφιβολίες του Ιωσήφ, προσκύνηση ποιμένων των μάγων, Υπαπαντή και φυγή στην Αίγυπτο), ακολουθώντας τη διήγηση του ευαγγελιστή Λουκά. Το δεύτερο μέρος (Ν-Ω) αναφέρεται σε θεολογικά θέματα, όπου ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και τον σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών, ενώ εξαίρεται η συμβολή της Παναγίας.
Οι περιττοί οίκοι (Α-Γ-Ε κ.λπ.) είναι εκτενέστεροι και αποτελούνται από 18 στίχους. Οι 5 πρώτοι στίχοι περιλαμβάνουν τη διήγηση, οι 12 επόμενοι αποτελούν τους χαιρετισμούς, οι οποίοι απευθύνονται προς τη Θεοτόκο και ο δέκατος όγδοος είναι το εφύμνιο «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε». Οι άρτιοι (Β-Δ-Ζ κ.λπ.) αποτελούνται μόνο από 5 στίχους διήγησης και το εφύμνιο «Αλληλούια».
Η ιστορία
Σύμφωνα με τον Συναξαριστή, ο Ακάθιστος Υμνος δημιουργήθηκε το 626 μ.Χ., μετά τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία των Αβάρων, οπότε και εψάλη για πρώτη φορά.
Στις αρχές του 7ου αιώνα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία εκτεινόταν σε μεγάλο τμήμα της Ευρώπης και της Δυτικής Ασίας, συμπεριλαμβάνοντας και τους Αγιους Τόπους. Οι Πέρσες καταπάτησαν τις ανατολικές ακτές της Αυτοκρατορίας, εισέβαλαν στα Ιεροσόλυμα και άρπαξαν τον Τίμιο Σταυρό, που βρισκόταν εκεί από την εποχή που τον είχε βρει η Αγία Ελένη. Οι Πέρσες μετέφεραν τον Σταυρό στην πρωτεύουσά τους, Κτησιφώντα. Κατόπιν τούτων, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος, ένας από τους πιο αποτελεσματικούς και πετυχημένους ηγέτες του Βυζαντίου, εκστράτευσε με μεγάλο στράτευμα προς την Ανατολή εναντίον των Περσών. Εφτασε μέχρι την Κτησιφώντα, επιτέθηκε στους Πέρσες, τους συνέτριψε και πήρε πίσω τον Τίμιο Σταυρό, στις 14 Σεπτεμβρίου 628 μ.Χ.
Νωρίτερα όμως, εν μέσω αυτής της εκστρατείας και ενώ στην Κωνσταντινούπολη είχε απομείνει ελάχιστος στρατός, η βυζαντινή πρωτεύουσα πολιορκήθηκε από τους Αβάρους, τους Πέρσες και τους συμμάχους τους, που επιδίωξαν να εκμεταλλευτούν την απουσία του Ηράκλειου και να καταλάβουν την Πόλη.
Ο αυτοκράτορας βρισκόταν τότε στη Σεβάστεια και αποφάσισε να μην επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Ανέθεσε την άμυνά της στον μάγιστρο (πρωθυπουργό) Βώνο, τον πατριάρχη Σέργιο και τον μικρό καίσαρα Ηράκλειο-Κωνσταντίνο. Τους απέστειλε οδηγίες αλλά και ενισχύσεις 12.000 ιππέων υπό τον ικανότατο στρατιωτικό, αδερφό του Θεόδωρο, που όμως βρισκόταν περίπου 1.000 χιλιόμετρα μακριά από την Κωνσταντινούπολη.
Οι Αβαροι, στα τέλη Απριλίου-αρχές Μαΐου του 626 μ.Χ., έφτασαν στη Θεσσαλονίκη. Αφού την πολιόρκησαν μάταια για έναν μήνα, κινήθηκαν εναντίον της Κωνσταντινούπολης.
Στις 29 Ιουνίου, ισχυρότατη εμπροσθοφυλακή 30.000 ανδρών των Αβάρων έφτασε μπροστά στα τείχη της Πόλης. Στις 8 Ιουλίου επιτέθηκαν στη φρουρά και ξεκίνησαν την πολιορκία της. Στις 29 Ιουλίου έφτασε ο κύριος όγκος των αβαρικών στρατευμάτων. Υπολογίστηκαν μεταξύ 110.000 και 150.000 ανδρών. Στην υπό πολιορκία Βασιλεύουσα, ο Βώνος επιθεωρούσε τον στρατό και τις οχυρώσεις.
Την επόμενη ημέρα, ο χαγάνος (σ.σ.: αρχηγός των Αβάρων) έστησε τα πολιορκητικά μηχανήματα και στις 31 Ιουλίου άρχισε η επίθεση εναντίον της Πόλης. Τότε ο Βώνος πρότεινε στον χαγάνο την πληρωμή μιας έκτακτης χορηγίας, μαζί με την ετήσια, εκείνος όμως αρνήθηκε. Ακολούθησαν νέες συγκρούσεις ταυτόχρονα με τις προσπάθειες επίτευξης ειρηνευτικής συμφωνίας, χωρίς αποτέλεσμα.
Το βράδυ της Δευτέρας 4 Αυγούστου, 4.000 Πέρσες κατόρθωσαν να αποβιβαστούν με σλαβικά μονόξυλα στη Χαλκηδόνα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αρμένιου επισκόπου και ιστορικού Σέβεου. Οι Βυζαντινοί, όμως, εξόντωσαν τους Πέρσες και βύθισαν τα μονόξυλα.
Ο πατριάρχης Σέργιος δεν άφησε την υπεράσπιση της Κωνσταντινούπολης μόνο στο μειωμένο και ουσιαστικά ακέφαλο, λόγω της απουσίας του αυτοκράτορα, στράτευμα. Κάλεσε τους πιστούς της να προσευχηθούν γονυπετείς στην Παναγία και να της ζητήσουν τη συνδρομή της στη διάσωση της Πόλης. Ο ίδιος περιγράφεται ότι όλες τις προηγούμενες ημέρες περιέφερε την εικόνα της Παναγίας από τη Μονή της Βλαχέρνας κατά μήκος των τειχών της Κωνσταντινούπολης, ώστε να εμψυχώσει τους υπερασπιστές της.
Στις 6 Αυγούστου, οι Αβαροι κατέλαβαν τη Μονή των Βλαχερνών και οχυρώθηκαν εκεί. Στη θάλασσα, ο σλαβικός στολίσκος ενισχυμένος με βουλγαρικό Πεζικό, επικέντρωσε την προσπάθειά του στον Κεράτειο Κόλπο.
Τη νύχτα της 7ης Αυγούστου 626 μ.Χ. έγινε μια ναυμαχία που έκρινε την τύχη της πολιορκίας. Σύμφωνα με τη θρησκευτική παράδοση, τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, προκάλεσε σφοδρή τρικυμία καταστρέφοντας τον εχθρικό στόλο, δίνοντας την ευχέρεια στους αμυνόμενους να προχωρήσουν σε αντεπίθεση και να προξενήσουν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι. Ολοι μίλησαν για «θαύμα». Κάποιοι από αυτούς που αντιστέκονταν στους επιδρομείς είπαν ότι κατά την ώρα της πολιορκίας στα τείχη της Κωνσταντινούπολης εμφανίστηκε η Παναγία.
Αλλες ιστορικές πηγές καταγράφουν ότι η ολοκληρωτική καταστροφή του εχθρικού στόλου από τον βυζαντινό προήλθε κατόπιν ενέδρας που έστησαν οι Βυζαντινοί στους πολιορκητές, με διαταγή του Βώνου.
Σε κάθε περίπτωση, μετά την πανωλεθρία, ο χαγάνος έδωσε εντολή να λυθεί η πολιορκία. Νωρίς το πρωί της 8ης Αυγούστου, οι Αβαροι, αφού έκαψαν τις πολιορκητικές μηχανές τους, αποχώρησαν, ενώ την ίδια στιγμή και οι αποδεκατισθέντες σύμμαχοί τους έντρομοι διασκορπίστηκαν. Οι Βυζαντινοί στη συνέχεια καταδίωξαν τους Αβάρους έως τα βόρεια σύνορα της Χερσονήσου του Αίμου. Εκτοτε, οι Αβαροι δεν ενόχλησαν ποτέ ξανά το Βυζάντιο. Ενώ οι Πέρσες επέστρεψαν στις βάσεις τους.
Σύσσωμη η βυζαντινή ηγεσία και ο λαός κατευθύνθηκαν στην Παναγία των Βλαχερνών για να ευχαριστήσουν τη Θεοτόκο, στην οποία απέδωσαν τη νίκη. Ολοι όρθιοι έψαλαν για πρώτη φορά τον από τότε λεγόμενο Ακάθιστο Υμνο, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη τους στη Θεοτόκο. («Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια»).
Ο συνθέτης
Αν και ο ύμνος ακούστηκε για πρώτη φορά εκείνη τη νύχτα, κατά την επικρατέστερη άποψη δεν ήταν δυνατό να συνετέθη τόσο άμεσα. Λογικά, μάλλον, είχε συντεθεί νωρίτερα. Μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στον συγκεκριμένο ναό στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε έτους. Ομως, εκείνη την ημέρα εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το έως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει») με το έως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο στον έως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.
Το ποιος συνέθεσε τον ύμνο και το πότε αυτό συνέβη, βεβαίως, είναι αλληλένδετα, αλλά σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε τον χρόνο της σύνθεσής του ούτε τον μελωδό του.
Το περιεχόμενό του, πάντως, απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου, επομένως το 431 μ.Χ., όταν και συνεκλήθη, αποτελεί μια σταθερά, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν συνετέθη νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν επί Ιουστινιανού (527-565). Αν τούτο ισχύει, αφενός σημαίνει ότι γράφτηκε, το αργότερο, επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.
Η παράδοση αποδίδει τον Ακάθιστο Υμνο στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί σημαντικοί ερευνητές, (Krypiakiewicz, Doelger, Wellesz, Maas, Ευστρατιάδης), που θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική αρτιότητα και δογματική του πληρότητα οδηγούν στον Ρωμανό. Ενας άλλος ερευνητής, ο J. Grosdidier de Matons, θεωρεί ότι ένα κοντάκιο του Ρωμανού ακολουθεί τη μουσική και το μέτρο του α’ οίκου του Ακάθιστου Υμνου, πράγμα που κατ’ αυτόν σημαίνει ότι ο Ρωμανός τουλάχιστον γνώριζε, αν δεν συνέγραψε ο ίδιος, τον Υμνο. Επιπλέον, σε κώδικα του 13ου αιώνα υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα, η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του Υμνου.
Σύμφωνα, πάντως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Υμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717-718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ’ (860 μ.Χ.). Αναλόγως, δε, ως πιθανός δημιουργός του ύμνου καταγράφεται ο πατριάρχης Γερμανός Α’, ο οποίος έζησε τα γεγονότα της λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Αραβες το 718 μ.Χ., επί αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Τούτο βασίζεται στο ότι μία λατινική μετάφρασή του από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο τον αναφέρει ως δημιουργό του.
Μια άλλη εκδοχή βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της Μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται κι ένας μοναχός που κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α’ οίκου του Ακάθιστου Υμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο Αγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό, ο οποίος έζησε επίσης τα γεγονότα του 718 μ.Χ.
Αλλες απόψεις αποδίδουν τον Υμνο στον πατριάρχη Σέργιο, τον σύγχρονο με την πολιορκία του 626 μ.Χ., Γεώργιο Πισίδη, τον ιερό Φώτιο, τον απολινάριο τον Αλεξανδρέα και τον μητροπολίτη Νικομηδείας Γεώργιο Σικελιώτη.
Δεδομένων, επομένως, των τότε ιστορικών συνθηκών, δεν θεωρείται απίθανο η παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να μπει σφραγίδα απόλυτης βεβαιότητας στο ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ακάθιστου Υμνου και φυσικά να απαντηθεί και το ερώτημα για το ποιος ήταν ο συνθέτης του.
Εικόνες του Ακάθιστου
Κατά καιρούς έχουν αγιογραφηθεί διάφορες εικόνες με θέμα τον Ακάθιστο Υμνο, στις οποίες παρουσιάζεται η Παναγία και γύρω της μικρές εικόνες που αναφέρονται σε κάθε οίκο του. Από τις φορητές εικόνες, η πιο γνωστή σήμερα είναι εκείνη της Παναγίας των Χαιρετισμών (ή Μυροβλήτισσας), που φυλάσσεται στη Μονή Διονυσίου του Αγίου Ορους. Πρόκειται για μια μικρή και δυσδιάκριτη φορητή εικόνα, η οποία, κατά την παράδοση, είναι αυτή μπροστά στην οποία εψάλη για πρώτη φορά ο ύμνος από τον πατριάρχη Σέργιο. Αυτό γράφει και αργυρή πλάκα στο πίσω μέρος της. Η παράδοση αναφέρει θαύματα που σχετίζονται με αυτή. Φυλάσσεται σε ομώνυμο παρεκκλήσιο.
Επίσης, στο Καθολικό της Μονής Χιλανδαρίου του Αγίου Ορους φυλάσσεται η εικόνα της Θεοτόκου του Ακαθίστου Υμνου, ενώ στη Μονή Ζωγράφου, πάλι του Αγίου Ορους, φυλάσσεται η Παναγία του Ακαθίστου ή Προαναγγελόμενη.
Στην καθημερινή γλώσσα
Κάτι που λίγοι γνωρίζουν είναι ότι ορισμένες εκφράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά προέρχονται από τον Ακάθιστο Υμνο, έχοντας μεταφερθεί πλέον αυτούσιες απ’ αυτόν. Από τις γνωστότερες είναι η «απορώ και εξίσταμαι», που λέγεται όταν κάποιος θέλει να εκφράσει ιδιαίτερη έκπληξη και απορία για κάτι. Προέρχεται από τον Υμνο: «…ο Γαβριήλ καταπλαγείς εβόα Σοι, Θεοτόκε: «Ποιόν Σοι εγκώμιον προσαγάγω επάξιον; Τι δε ονομάσω Σε; Απορώ και εξίσταμαι διό, ως προσετάγην, βοώ Σοι: Χαίρε, η Κεχαριτωμένη».
Το ίδιο και η φράση «Χαίρε βάθος αμέτρητο», που λέγεται για κάτι που είναι παράλογο είτε εξαιρετικά δύσκολο να εξηγηθεί ή μια κατάσταση απόλυτης σύγχυσης και ασάφειας. Στην αρχική του μορφή στον Ακάθιστο Υμνο; «Χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και αγγέλοις οφθαλμοίς…(Στάσις Πρώτη)».
