«Να έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου». Αυτή η ευχή και «κατάρα» των γονιών, που πηγαίνει αρκετά πίσω στον χρόνο, συμπυκνώνει την ανάγκη ασφάλειας, ιδιοκτησίας και σταθερότητας που διαμορφώθηκε στη χώρα μας από την Ιστορία: προσφυγιά, πόλεμοι, Κατοχή, Εμφύλιος, φτώχεια και εσωτερική μετανάστευση. Το σπίτι μετατράπηκε σε ένα σταθερό σημείο μέσα σε ένα ασταθές περιβάλλον. Μια βάση από την οποία κάθε καταστροφή μπορούσε να αντιμετωπιστεί, όλα μπορούσαν να ξαναγίνουν από την αρχή.
H σημασία της ιδιόκτητης κατοικίας ενισχύθηκε από την απουσία εκτεταμένης κρατικής πρόνοιας και συνδέθηκε άμεσα με μηχανισμούς όπως η αντιπαροχή, που επέτρεψαν να γίνει πραγματικότητα το ελληνικό όνειρο. Οχι τυχαία, η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, στο 70% -ελαφρώς πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο-, αν και πριν από την οικονομική κρίση ξεπερνούσε το 80%. Τόσο το μέγεθος της ανάγκης που κάλυψε το μοντέλο της αντιπαροχής όσο και το κόστος της έλλειψης κεντρικού σχεδιασμού αντανακλώνται στην πυκνότητα των οικοδομικών τετραγώνων της Αθήνας. Αρχιτεκτονικά, η αντιπαροχή βρίσκει τη στερεοτυπική εικόνα της στην κλασική αθηναϊκή πολυκατοικία του 1960.
Από τον Βενιζέλο στον Καραμανλή
«Η αρνητική εικόνα της αντιπαροχής διαμορφώθηκε εκ των υστέρων. Μέχρι και τη δεκαετία του 1960 η πολυκατοικία ήταν επιθυμητή μορφή κατοίκησης. Η αντίδραση εμφανίστηκε όταν η πόλη άρχισε να γίνεται ασφυκτικά πυκνή, κυρίως λόγω της αύξησης των αυτοκινήτων και της εξάντλησης των όρων δόμησης», εξηγεί ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο ΕΜΠ Παναγιώτης Τουρνικιώτης. «Η Αθήνα είχε σχεδιαστεί για χαμηλή δόμηση και χωρίς αυτοκίνητα. Οταν αυξήθηκε η πυκνότητα, προέκυψαν προβλήματα που αποδόθηκαν εκ των υστέρων στην αντιπαροχή. Επιπλέον, έχουμε συνδέσει την αντιπαροχή με τον Καραμανλή γιατί τη δεκαετία του 1960 χρέωναν τα πάντα στον Καραμανλή. Σήμερα χρεώνουν τα πάντα στον Μητσοτάκη. Παλιότερα τα χρέωναν στον Ανδρέα Παπανδρέου – τον πήγαν και στα δικαστήρια. Δεν συμβαίνουν για πρώτη φορά αυτά στην Ελλάδα. Ωστόσο οι νόμοι περί αντιπαροχής προέρχονται από την εποχή του Βενιζέλου. Δηλαδή η οριζόντια ιδιοκτησία και η δυνατότητα να σπάει η πολυκατοικία σε πολλές ιδιοκτησίες είναι από το 1929».
35.000 πολυκατοικίες σε 30 χρόνια
Ηδη από το 1926 είχε ξεκινήσει η συζήτηση για μια νομοθετική παρέμβαση που θα έδινε δυνατότητα οριζόντιας ιδιοκτησίας σε ακίνητα. Οταν τελικά θεσπίστηκε, το 1929, επέτρεψε τη διαίρεση πολυκατοικιών σε επιμέρους ιδιοκτησίες και τη σταδιακή πώλησή τους. Αυτό ήταν το νομικό θεμέλιο της αντιπαροχής.
«Η αντιπαροχή ξεκίνησε στον Μεσοπόλεμο, αλλά αναπτύχθηκε πολύ δυναμικά στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Στις πρώτες τρεις μεταπολεμικές δεκαετίες κατασκευάστηκαν 35.000 πολυκατοικίες με τουλάχιστον πέντε ορόφους στην Αθήνα, σε μια πόλη που προηγουμένως είχε μόνο 1.000 τέτοια κτίρια. Αυτή η μεγάλη προσφορά κράτησε τις τιμές προσιτές, παρότι η ζήτηση την περίοδο εκείνη ήταν επίσης μεγάλη, καθώς συνέρρεαν μεγάλα ρεύματα στις πόλεις από την επαρχία», σημειώνει ο καθηγητής Κοινωνικής Γεωγραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο και ομότιμος ερευνητής στο ΕΚΚΕ Θωμάς Μαλούτας.
«Η προσιτή κατοικία στις πόλεις της μεταπολεμικής Ελλάδας βασίστηκε σε δύο συστήματα παραγωγής κατοικίας: στην αυτοστέγαση και στην αντιπαροχή. Η πρώτη εξυπηρέτησε, κυρίως, τα λαϊκά στρώματα, ενώ η δεύτερη τα μεσαία, συμπεριλαμβάνοντας όμως και ένα μεγάλο κομμάτι των λαϊκών στρωμάτων που βρισκόταν σε πορεία κοινωνικής ανόδου. Η αντιπαροχή δεν εξυπηρέτησε μόνο τους μικρούς οικοπεδούχους και τους μικρούς εργολάβους, αλλά και τους πολλούς πελάτες που αγόραζαν φθηνότερα το διαμέρισμά τους από τα σχέδια, συμβάλλοντας ουσιαστικά στο κεφάλαιο που απαιτούσε η παραγωγή».
Κλείσιμο
«Ετσι τα κατάφερε η μισή Αθήνα»
«Η αντιπαροχή είναι ένα μάλλον άτυπο σύστημα συνεργασίας ανάμεσα σε ανθρώπους που διαθέτουν μικρά κεφάλαια προκειμένου να υλοποιήσουν έργα τα οποία υπό άλλες συνθήκες θα απαιτούσαν πολύ μεγαλύτερες επενδύσεις», εξηγεί ο κ. Τουρνικιώτης. «Πρόκειται για συνεργασία μεταξύ οικοπεδούχων, κατασκευαστών, μηχανικών και μελλοντικών αγοραστών, οι οποίοι συμμετέχουν οικονομικά ήδη από το στάδιο του σχεδιασμού. Η χρηματοδότηση του έργου γίνεται στην πορεία της ανέγερσής του με προκαταβολές για αγορά διαμερισμάτων.
Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται το απαιτούμενο κεφάλαιο και στο τέλος όλοι οι εμπλεκόμενοι ωφελούνται. Οι ιδιοκτήτες γης αποκτούν σύγχρονα διαμερίσματα στη θέση των παλιών κατοικιών τους. Οι αγοραστές μπορούν να αποκτήσουν κατοικία σε πιο προσιτή τιμή, συμμετέχοντας από νωρίς και επηρεάζοντας τον σχεδιασμό. Οι κατασκευαστές αποκομίζουν, επίσης, κέρδος. Πρόκειται για μια διαδικασία συνεργατική και σε έναν βαθμό συμμετοχική. Η αντιπαροχή εμφανίζεται και σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και της Ανατολικής Μεσογείου, όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Τουρκία και ο Λίβανος. Αναπτύσσεται κυρίως εκεί όπου υπάρχει ισχυρή επιθυμία για ιδιόκτητη κατοικία, απουσία μεγάλων κεφαλαίων και περιορισμένη δυνατότητα κρατικής παρέμβασης».

Για 100 χρόνια οικοπεδούχοι, εργολάβοι και μηχανικοί συνεργάστηκαν δημιουργώντας προσιτή κατοικία για πολλούς, αλλά η Αθήνα έχασε την αρχιτεκτονική της
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Ελληνική πατέντα
Για μια ολόκληρη γενιά το διαμέρισμα στην πολυκατοικία δεν ήταν απλώς στέγη. Ηταν status, ανεξαρτησία, μια νέα αρχή. Το ασανσέρ, το μωσαϊκό, οι συρόμενες, το πατάρι, το δωμάτιο υπηρεσίας, τα ρολά και τα μπαλκόνια που έβλεπαν στον δρόμο έγιναν σύμβολα μιας ζωής που κοιτούσε «ψηλά». Η έννοια της «γειτονιάς» μετακινήθηκε κάθετα. Από την αυλή και τον δρόμο, ανέβηκε στον όροφο, στο διαμέρισμα, στην ιδιωτικότητα.
Ο αρχιτέκτονας και ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ Ph.D UCL Ανδρέας Κούρκουλας εξηγεί: «Για να σκιαγραφήσω το μοντέλο της αντιπαροχής, μιας καθαρά ελληνικής πατέντας μεταπολεμικής πολεοδομικής ανάπτυξης, θα πρέπει να το αντιπαραβάλω με τη στρατηγική της μοντέρνας πολεοδομίας που επικράτησε στην Ευρώπη, Ανατολική και Δυτική, κομμουνιστική ή καπιταλιστική, μετά τον Πόλεμο. Η ιδέα ότι όπως η Υγεία και η Παιδεία έτσι και η κατοικία είναι κοινωνικές παροχές και όχι εμπορεύματα οδήγησε στη μέγιστη παρέμβαση του κράτους στον σχεδιασμό και την οικοδόμηση των μεγάλων πόλεων της βιομηχανικής εποχής μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το “Παρίσι εκτός των τοίχων”, όπως και τα συγκροτήματα κοινωνικής κατοικίας, από τη Μόσχα, τη Ρουμανία ως και την Αγγλία, χτίστηκαν με τις ίδιες αρχές του ελεύθερου και μονότονα επαναλβανόμενου κτιρίου μέσα στο πράσινο. Η πόλη του οικοδομικού τετραγώνου θεωρήθηκε ανίκανη να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις του αυτοκινήτου και των πρωτοφανών πληθυσμιακών υπερ-συγκεντρώσεων. Η ελληνική πόλη, απουσία κράτους και κεντρικού σχεδιασμού, αναπτύχθηκε στον αντίποδα αυτής της ιδέας. Αναπτύχθηκε με αποσπασματικά ρυμοτομικά σχέδια, βασισμένα σε ένα μικρό οικοδομικό τετράγωνο, το μικρότερο στην Ευρώπη, το οποίο τεμαχίζεται σε μικρά οικόπεδα που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις της αγοράς».
Η αρχιτεκτονική της ελπίδας
Πώς το όνειρο της μοντέρνας πολεοδομίας μετατράπηκε σε εφιάλτη
Ο Ανδρέας Κούρκουλας δεν συμμερίζεται την απορριπτική άποψη για την αντιπαροχή: «Το μοντέλο της ελληνικής πόλης χαρακτηρίζεται από πυκνή ενιαία κτιριακή μάζα από την οποία ό,τι αφαιρείται είναι δημόσιος χώρος (δρόμος, πλατεία). Το μοντέλο της μοντέρνας πολεοδομίας μοιάζει με κενή επιφάνεια πάνω στην οποία τοποθετούνται κτίρια/πιόνια και το κενό φυτεύεται. Στην Ελλάδα το μοντέλο της μοντέρνας πολεοδομίας περιορίζεται σε λίγα, ευτυχώς, προγράμματα κοινωνικής κατοικίας διάσπαρτα στον ιστό της αντιπαροχής.
Εμείς, οι αρχιτέκτονες-πολεοδόμοι, πιστέψαμε σε αυτό το μοντέλο, έλα όμως που έχει ο καιρός γυρίσματα και το όνειρο της μοντέρνας πολεοδομίας έγινε εφιάλτης; Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, σε νεόκτιστες μεταπολεμικές πόλεις ή περιοχές, κάνουν την εμφάνισή τους στοιχεία κοινωνικής μοναξιάς και εγκληματικότητας. Ο σύγχρονος κινηματογράφος είναι ο πρώτος που αναφέρεται σε αυτά τα φαινόμενα. Σταδιακά τα προβλήματα πυκνώνουν. Σύγχρονα μεταπολεμικά συγκροτήματα εγκαταλείπονται, βανδαλίζονται και στο τέλος δυναμιτίζονται. Η ελληνική πατέντα της αντιπαροχής πήρε την εκδίκησή της. Οι πόλεις του μικρού οικοδομικού τετραγώνου και της μικρής μονάδας κατοίκησης αποδείχθηκαν ανθεκτικές και κοινωνικά ζωντανές. Πέρα από αισθητικές αξιολογήσεις, λειτουργούν ως κοινωνικοί πυκνωτές και προσφέρουν αίσθηση ασφάλειας στον δημόσιο χώρο.
Οι πόρτες και τα παράθυρα που τις επιτηρούν λειτουργούν ως μάρτυρες-ρουφιάνοι, αποτρέποντας παραβατικές συμπεριφορές. Υποφέρουν βέβαια από έλλειψη κενού, πρασίνου και κυκλοφοριακή υπερφόρτωση. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι σε αντίθεση με τις πόλεις της μοντέρνας πολεοδομίας, οι ελληνικές πόλεις του οικοδομικού τετραγώνου και της πολυκατοικίας επιδέχονται βελτιώσεων με ήπιες βελονιστικές παρεμβάσεις. Είχαμε τύχη βουνό».
Τα διαμερίσματα που γεννήθηκαν από την αντιπαροχή σήμερα πια στεγάζουν ψηφιακούς νομάδες, συγκάτοικους στα έξοδα, οικογένειες από τόπους μακρινούς, συνταξιούχους που δεν εγκαταλείπουν τη γη τους. Η αντιπαροχή ήταν η αρχιτεκτονική της ελπίδας, με τις πολυκατοικίες της να στέκονται ακόμα όρθιες, κουβαλώντας τις ιστορίες όσων τόλμησαν να ονειρευτούν ψηλότερα. Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της. Οτι δεν ήταν ποτέ μόνο αρχιτεκτονική ή οικονομία. Ηταν ψυχολογία. Ηταν η ανάγκη να αφήσεις κάτι πίσω και να αποκτήσεις κάτι καινούριο. Να πιστέψεις ότι η ζωή σου μπορεί να χωρέσει σε κάτι καλύτερο, πιο φωτεινό, πιο «ψηλό».
Η μεσαία τάξη στο ασανσέρ
«Η αντιπαροχή τροφοδοτήθηκε από οικογενειακές περιουσίες σε οικοδομήσιμη γη, από ανταλλάξιμη περιουσία “στο χωριό”, από μεταβίβαση χρημάτων ή άλλων πόρων στα μέλη οικογενειών που εμπλέκονταν στη διαδικασία. Η προίκα και η γονική παροχή ήταν πρακτικές που προϋπήρχαν και θεσμοθετήθηκαν ως αποδεκτές και κυρίαρχες πρακτικές, τις οποίες η Πολιτεία πριμοδότησε. Αποτελούν πρακτικές διαγενεακών μεταβιβάσεων σε επιλεγμένο χρόνο (και όχι όταν οι βιολογικοί κύκλοι τελειώνουν μέσω της κληρονομίας). Η αντιπαροχή χρειαζόταν αυτή την επιλογή του χρόνου για τις έγκαιρες διαγενεακές μεταβιβάσεις», μας λέει ο κ. Μαλούτας.
Είναι αυτή ακριβώς η διαδικασία που συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της μεσαίας τάξης. Ταυτόχρονα η Αθήνα, ιδιαίτερα μετά τη μεταπολεμική περίοδο, δεν ανέπτυξε εκτεταμένες παραγκουπόλεις, καθώς πολλές περιοχές αστικοποιήθηκαν μέσω της πολυκατοικίας. Η μεγαλύτερη αλλαγή, όμως, ήταν πιο αόρατη. Ηταν η μετατόπιση της φιλοδοξίας. Η αντιπαροχή έμαθε στους ανθρώπους να σκέφτονται σε επίπεδα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Να ανεβαίνουν. Να επενδύουν στο ακίνητο, αλλά και στην ιδέα ότι η ζωή μπορεί να βελτιωθεί μέσα από τον χώρο. Εφερε μαζί της μια νέα σχέση με την ιδιοκτησία, πιο δυναμική, πιο στρατηγική. Το σπίτι έγινε περιουσία, ασφάλεια, αλλά και όχημα κοινωνικής κινητικότητας.
«Με το πρωτοφανές αυτό σύστημα-τρενάκι, η Ψωροκώσταινα χτίζει και, πέρα από αισθητικές κριτικές, καταφέρνει να πετύχει πάρα πολύ υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης σε σχέση με άλλες πλούσιες χώρες της Ευρώπης. Κύριο χαρακτηριστικό, η μικρή κλίμακα και η πολυφωνία. Κάθε κτίριο είναι διαφορετικό από το διπλανό του», υπογραμμίζει ο κ. Κούρκουλας. Ταυτόχρονα, άλλαξαν και οι αντιλήψεις για την οικειότητα. Από τον 3o ακούγεται νερό που τρέχει στον 4o, μια πόρτα κλείνει ερμητικά στο ισόγειο, μια γυναίκα μιλάει δυνατά σε άγνωστη γλώσσα. Η ψυχολογία της πολυκατοικίας είναι ένα μείγμα ανοχής, οικειότητας και ανωνυμίας. Η πολυκατοικία δημιούργησε μια νέα μορφή συνύπαρξης. Πιο κοντινή, αλλά και πιο αποστασιοποιημένη. Οι άνθρωποι μοιράζονταν το ίδιο κτίριο, αλλά όχι απαραίτητα τη ζωή τους. Υπήρχε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο «μαζί» και στο «μόνοι». Κι αυτή η ισορροπία έγινε -με τα χρόνια- μέρος της αστικής μας ταυτότητας.
Η κατοικία στην Ελλάδα σε αριθμούς
6,6 εκατομμύρια κατοικίες
72% ιδιοκατοίκηση
4,4 εκατομμύρια νοικοκυριά
64,7% σε διαμερίσματα
55% κτίρια προ του 1980
Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ. (απογραφή ’21), Εurostat

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή