Ο κύβος ερρίφθη και οι απαιτούμενες υπογραφές για την κλήση σε ακρόαση των πρωταγωνιστών του σκανδάλου των υποκλοπών και του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, Γρηγόρη Δημητριάδη και Ταλ Ντίλιαν συγκεντρώθηκαν.

Αυτό που μένει πλέον είναι η Βουλή να ανταποκριθεί στη θεσμική από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής υποχρέωση της και να καλέσει τα δύο αυτά πρόσωπα προκειμένου να υποστούν τη βάσανο των ερωτήσεων και να δώσουν τις απαιτούμενες εξηγήσεις για μια υπόθεση που συνεχίζει να γεννά περισσότερα ερωτήματα από τις απαντήσεις που δίνει.

Για να φτάσουν τα πράγματα εδώ ωστόσο χρειάστηκε να γίνουν πολλά και κυρίως να καταφέρουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να συγκεντρώσουν τις 10 υπογραφές των μελών της Επιτροπής που απαιτούνται, εξέλιξη, καθόλου αυτονόητη όπως αποδείχτηκε στην πράξη.

Μέχρι το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης είχαν καταθέσει αίτημα κλήσης για τον ισραηλινό απόστρατο ιδιοκτήτη της Intellexa που προμηθεύει το Predator, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, Ελληνική Λύση και Νίκη, ενώ αναμένονταν και το σχετικό αίτημα της Πλεύσης που είχε προαναγγελθεί.

Για τον παραιτηθέντα λόγω του σκανδάλου γενικό γραμματέα του πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη όμως η Ελληνική Λύση και η Νίκη δεν είχαν ακολουθήσει, γεγονός που καθιστούσε την κλήση του στην Επιτροπή θεσμικά απαγορευτική.

Το σκηνικό αυτό όμως τελικά άλλαξε όταν η Νίκη με νέα, δεύτερη επιστολή (που ήταν άκρως επεξηγηματική) ζήτησε την παρουσία Δημητριάδη- διαλύοντας όποια σκιά μπορούσε να δημιουργηθεί- και επιχειρηματολογώντας πως οφείλει να παραβρεθεί καθώς «δεν καλείται ως ιδιώτης ούτε για υπόθεση ιδιωτικού βίου. Καλείται λόγω της δημόσιας και θεσμικής του ιδιότητας που είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ως γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού κατείχε κορυφαία επιτελική θέση στο πρωθυπουργικό γραφείο δηλαδή σε δημόσια δομή που βρίσκεται στον πυρήνα του κυβερνητικού συντονισμού και της πληροφόρησης του πρωθυπουργού».

Το ερώτημα που μένει πλέον να απαντηθεί είναι το τι γίνεται από εδώ και πέρα και αν η πλειοψηφία της ΝΔ είναι διατεθειμένη να κάνει ένα ακόμα θεσμικό σλάλομ για να ξεφύγει από μια άβολη και ενοχλητική για την ίδια συζήτηση σε κορυφαίο κοινοβουλευτικά επίπεδο.

Με βάση τον Κανονισμό της Βουλής και τα άρθρα 43Α και 41Α εφόσον συμπληρώνεται το αίτημα των 2/5 «η Επιτροπή μπορεί να καλεί σε ακρόαση λειτουργούς του κράτους, καθώς και οποιοδήποτε δημόσιο πρόσωπο για θέματα που αφορούν στη λειτουργία των θεσμών και της διαφάνειας, η προσέλευση των οποίων είναι υποχρεωτική».

Η Επιτροπή Θεσμών, αναμένεται να συγκληθεί σε Σώμα μετά τις 20 του μήνα προκειμένου να συζητήσει το αίτημα των κομμάτων. Οι πληροφορίες επιμένουν πως η ΝΔ συνεχίζει να αναζητεί τον τρόπο με τον οποίο θα αρνηθεί την παρουσία τόσο του Ντίλιαν όσο και του Δημητριάδη κάνοντας μια ερμηνεία του κανονισμού περί μη δημοσίων προσώπων χωρίς θεσμική ιδιότητα, την οποία και θα περάσει μέσω της πλειοψηφίας που διαθέτει στην Επιτροπή.

Αυτό άλλωστε έκανε και κατά το πρόσφατο αίτημα του ΠΑΣΟΚ για τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής που είχε στόχο τη διερεύνηση συνολικά του σκανδάλου των υποκλοπών, αρνούμενη το δικαίωμα της μειοψηφίας -που παραδόξως η ίδια θέσπισε- και ζητώντας 151 «ναι» για την έγκριση της πρότασης.

Και όλα αυτά παρότι το 2022 είχε δεχθεί το ίδιο ακριβώς αίτημα χωρίς να εγείρει ζητήματα εθνικής άμυνας. Όπως κυνικά είχε βέβαια παραδεχθεί και ο Μάκης Βορίδης η πλειοψηφία το 2022 απλώς ήθελε να γίνει η εξεταστική, ενώ το 2026 όχι. Ίσως ένα αντίστοιχα ισοπεδωτικό για τους θεσμούς επιχείρημα να αναγκαστεί να επικαλεστεί και τώρα η πλειοψηφία για να απορρίψει τον έλεγχο από μια Επιτροπή, που η ίδια ούσα στην αντιπολίτευση το διάστημα 2015-2019 είχε μετατρέψει σε βασικό πολιορκητικό κρύο της τότε κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως την ώρα που η Επιτροπή Θεσμών θα συζητά για την κλήση των πρωταγωνιστών των υποκλοπών, λίγες αίθουσες παραδίπλα θα συνεδριάζει η Επιτροπή για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Εκεί όπου η πλειοψηφία ζητά από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, συναίνεση, προκειμένου να προχωρήσει σε βαθιές θεσμικές αλλαγές σε ευαίσθητους για το πολίτευμα τομείς, όπως ο έλεγχος των αξιόποινων πράξεων των πολιτικών προσώπων, η αλλαγή του τρόπου εκλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης, αλλά και την ίδια την βουλευτική ιδιότητα.