Συμπληρώθηκαν σήμερα 205 χρόνια από την μέρα που, σύμφωνα με την παράδοση ξεκίνησε η Επανάσταση του 1821, η οποία οδήγησε στην ίδρυση του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, το 1830. Όπως γράψαμε και σε άρθρο μας στο blog, στις 20/03/2026, η καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως εθνικής εορτής έγινε από τον Όθωνα, στις 15 Μαρτίου 1838 και σε 10 μέρες, στις 25 Μαρτίου 1838 με λαμπρότητα, χορούς και γλέντια, γιορτάστηκε για πρώτη φορά η μέρα αυτή ως εθνική επέτειος.
Όπως είναι πλέον γενικά παραδεκτό, ο θρύλος με την κήρυξη της Επανάστασης στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821 είναι μόνο θρύλος. Πρώτος μάλιστα, ο Σπυρίδων Τρικούπης, που πήρε μέρος στον Αγώνα γράφει στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως»: «…ψευδής είναι η ιδέα που επικρατεί στην Ελλάδα, ότι στη Μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθηκε για πρώτη φορά η σημαία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Αλλά και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός γράφει στα «Απομνημονεύματά» του, ότι πριν τις 16 Μαρτίου 1821 αναχώρησε από την Αγία Λαύρα για τα Νεζερά. Από εκεί έφυγε για την Πάτρα στις 23 Μαρτίου. Στην αχαϊκή πρωτεύουσα βρισκόταν στις 25 Μαρτίου 1821. Και μια και αναφερθήκαμε στον Παλαιών Πατρών Γερμανό, να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στον ρόλο της Εκκλησίας και του κλήρου στα χρόνια της τουρκοκρατίας, αλλά και στις αρχές της Επανάστασης. Παραλείψαμε να το κάνουμε στο blog της 20ης Μαρτίου και ορθά το επεσήμαναν μερικοί αναγνώστες.
‘Το Ελληνόπουλο’, πίνακας του Αλεξάντρ Μαρί Κολέι, 1829-1830.
Οι Πατριάρχες και ο απλός κλήρος
Το βεράτιο, αυτοκρατορικό διάταγμα με το οποίο δόθηκαν από τον Μωάμεθ Β’ στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο τα πρώτα μεγάλα προνόμια, είχε σαν αποτέλεσμα την συγκρότηση ολόκληρης υπηρεσίας για τη λειτουργία του Πατριαρχείου. Ο εκάστοτε Πατριάρχης ήταν ο ανώτατος διοικητής των ναών και των μονών, μπορούσε να χειροτονεί και να παύει επισκόπους, ενώ είχε ακόμα και δικαιώματα δικαστικά και διοικητικά στους λαϊκούς, απόλυτο δικαίωμα σε ό,τι αφορούσε τους γάμους, έλυνε τις αστικές διαφορές που αναφέρονταν σ’ αυτόν, μπορούσε να επιβάλει φόρους υπέρ της Εκκλησίας, όχι μόνο στους κληρικούς αλλά και στους λαϊκούς και να συντηρεί (αστυνομικούς) φύλακες. Η Εκκλησία, με βάση το διάταγμα του Μωάμεθ είχε το δικαίωμα να κρατήσει και να διαχειρίζεται τα παλαιά της κτήματα που έμεναν αφορολόγητα. Τα δικαιώματα αυτά ασκούνταν από τους κατά τόπο Επισκόπους, που αποτελούσαν ένα είδος τοπαρχών του Πατριάρχη. Με τη σχετική ελευθερία που είχε η Εκκλησία από τους Οθωμανούς δημιούργησε με τις επισκοπές απαραβίαστα άσυλα, όπου μπορούσαν να αναπτύσσονται και να συντηρούνται εθνικές δυνάμεις.
Η πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου ελληνισμού έγινε σε μεγάλο βαθμό από τους κληρικούς. Αυτοί ήταν οι πλέον μορφωμένοι και μάλιστα, στις σκοτεινότερες περιόδους της τουρκοκρατίας, οι μόνοι που είχαν μόρφωση. Ζώντας μαζί με τον απλό κόσμο οι κληρικοί, που διέφεραν από αυτόν μόνο στην περιβολή, αποτελούσαν τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην Εκκλησία και τον λαό. Η Εκκλησία, όπου μπορούσε να ανέβει σε επισκοπικό ή ακόμα και στον Πατριαρχικό θρόνο μορφωμένος κληρικός, προερχόμενος από τα λαϊκά στρώματα λειτουργούσε πολύ πιο δημοκρατικά από τη δημογεροντία, που ήταν περιχαρακωμένη από τα κληρονομικά δικαιώματα, τον πλούτο και την πολιτική επιρροή. Τέλος, τα μοναστήρια, που ήταν χώροι απαραβίαστοι από τους Τούρκους αποτέλεσαν καταφύγια για πολλούς διωκόμενους, αλλά και ησυχαστήρια για μελέτη από άλλους.
Ο θάνατος του Ζακυνθινού αγωνιστή Σπύρου Δαγλιόστρου.
Κλείσιμο
Με την έναρξή της Επανάστασης υψηλόβαθμοι κληρικοί απαγχονίστηκαν, όπως ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ή σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους. Μετά τον Γρηγόριο απαγχονίστηκε ο Επίσκοπος Μυριουπόλεως που ήταν 100 και πλέον ετών και άλλοι, όπως οι Επίσκοποι Δέρκων, Αδριανουπόλεως, Τυρνόβου και Θεσσαλονίκης.
Και επειδή για τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ έχουν γραφτεί διάφορα, να αναφέρουμε μόνο τι είπε μόλις έμαθε τον απαγχονισμό του ανθέλληνας Μέτερνιχ: «Η Πύλη εκλαμβάνει ως δύναμη ό,τι αποτελεί απλά και μόνο προμελετημένη πράξη τρόμου». Ο δε αυτοκράτορας της Αυστρίας Φραγκίσκος εξέφρασε την οδύνη του για τον απαγχονισμό του Πατριάρχη και είπε ότι έχει την ίδια σημασία, που θα είχε αν γινόταν σε βάρος του Πάπα. Και οι Κύπριοι Αρχιερείς όμως πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος: ο Μητροπολίτης Κυπριανός απαγχονίστηκε, ενώ τρείς άλλοι , ο Πάφου, ο Κιτίου και ο Κυρηνείας αποκεφαλίστηκαν. Στην Αδριανούπολη απαγχονίστηκε ο πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος, ενώ ήταν τέτοια η μανία των Τούρκων που έσφαζαν χωρίς κανένα λόγο Έλληνες. Όπως γράφει ενδεικτικά ο Διονύσιος Κόκκινος, στην Κω, τουλάχιστον εκατό «αγαθοί νησιώτες» σφαγιάστηκαν, ενώ έντρομοι οι υπόλοιποι κρύφτηκαν στα βουνά. Οι συγκεκριμένοι, δεν είχαν καν ακούσει τι είναι Φιλική Εταιρεία και δεν είχαν μάθει τι γινόταν στην Πελοπόννησο. Το να μιλούν σήμερα οι Τούρκοι για σφαγές στην Τριπολιτσά και αλλού πριν 200 χρόνια, την ίδια ώρα που οι πρόγονοί τους έφτιαχναν πυραμίδες με κεφάλια και αυτιά Ελλήνων είναι τουλάχιστον προκλητικό.
‘Ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε΄ ‘, πίνακας του Φουρό.

Τρία σημαντικά γεγονότα της Επανάστασης του 1821: η μάχη στα Δερβενάκια (1822), η Έξοδος του Μεσολογγίου (1826) και η ναυμαχία του Ναυαρίνου, που καθόρισαν, σε μεγάλο βαθμό την έκβαση του Αγώνα – Ο ρόλος της Εκκλησίας και του κλήρου στην Επανάσταση

Η μάχη στα Δερβενάκια (Ιούλιος 1822)
Από τα πολλά, σημαντικά γεγονότα της Επανάστασης επιλέξαμε να ασχοληθούμε με τρία από αυτά: τη μάχη στα Δερβενάκια που εδραίωσε την Επανάσταση στην Πελοπόννησο και καταξίωσε οριστικά τον Κολοκοτρώνη ως αναμφισβήτητο στρατιωτικό ηγέτη του Αγώνα, την έξοδο του Μεσολογγίου, λόγω του μεγαλείου των πολιορκημένων και του ισχυρού αντίκτυπου που είχε στο ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και τέλος, τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, που αναμφίβολα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην τελική έκβαση της Επανάστασης. Με τη μάχη στα Δερβενάκια έχουμε ασχοληθεί εκτενώς στο άρθρο μας στις 26/03/2017. Σήμερα θα αναφερθούμε περιληπτικά σ’ αυτή και στη σημασία της ελληνικής νίκης. Με την αποτυχία του Ομέρ Βρυώνη να περάσει τον Ισθμό και να ενωθεί με τους πολιορκημένους Τούρκους στην Τριπολιτσά το καλοκαίρι του 1821, ο σουλτάνος ανέθεσε στον ικανότατο και άκρως επικίνδυνο Χουρσίτ, που είχε καταπνίξει την εξέγερση του Αλή πασά στα Γιάννενα και έστειλε το κεφάλι του πεσκέσι στην Πύλη, να οργανώσει εκστρατεία ανακατάληψης του Μοριά. Για το τι ακολούθησε υπάρχει διχογνωμία.
Χουρσίτ πασάς.
Η μια εκδοχή είναι ότι ο Χουρσίτ είχε πέσει σε δυσμένεια, καθώς όπως διέδωσαν κάποιοι που τον φθονούσαν καταχράστηκε μεγάλο μέρος των θησαυρών του Αλή πασά (από τα 500.000 γρόσια που υπολόγιζε ο σουλτάνος ότι ήταν η αξία τους έλαβε από τον Χουρσίτ μόνο 40.000 γρόσια) και η εντολή τελικά δόθηκε στον Μαχμούτ πασά (ή Δράμαλη, γεννημένο στη Δράμα το 1780), ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, ο Χουρσίτ είχε ανέβει ψηλά στην εκτίμηση του σουλτάνου και ανέθεσε ο ίδιος στον Δράμαλη, σε συνάντησή τους κοντά στον Σπερχειό, την αρχηγία της εκστρατείας στον Μοριά.
Ποιος ήταν όμως ο Δράμαλης ; Γεννήθηκε στη Δράμα γύρω στο 1780. Είχε πάρει μέρος σε επιχειρήσεις στα Βαλκάνια και αλλού. Ήταν ευνοούμενος της μητέρας του σουλτάνου Μαχμούτ Β’, που ασκούσε μεγάλη επιρροή στον γιο της και του, τότε ,μεγάλου Βεζίρη Χαλέτ. Μπόρεσε σύντομα έτσι να πάρει τον βαθμό του σερασκέρη (αρχιστράτηγου). Είχε παράλληλα κάποιες επιτυχίες εναντίον των Ελλήνων στις αρχές της Επανάστασης: στη ΝΑ Θεσσαλία, τα Άγραφα, τον Ασπροπόταμο (Αχελώο), στο Πατρατζίκ(Υπάτη ή Νέαι Πάτραι) και αλλού.
Ο Δράμαλης.
Ο στρατός του αποτελούνταν από 25.000 – 30.000 άνδρες συμπεριλαμβανομένων των ιπποκόμων και των υπηρετών. Ο Σπυρίδων Τρικούπης, που είχε πληροφορίες από τον Τούρκο αξιωματούχο Τσερχατζή Αλή πασά που ήταν μαζί με τον Δράμαλη και αιχμαλωτίστηκε στο Ναύπλιο αναφέρει ότι οι εκστρατεύσαντες ήταν περισσότεροι από 30.000. 24.000 από αυτούς ήταν οι πολεμιστές, τα 3/4 των οποίων ήταν έφιπποι. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν Αλβανοί.
Η μάχη στα Δερβενάκια.
Η στρατιά του Δράμαλη έφτασε την 1η Ιουλίου 1822 στη Θήβα, την οποία και κατέστρεψε. Οι κάτοικοί της είχαν φύγει. Οι Αθηναίοι φοβήθηκαν ότι θα κινούνταν προς την πόλη τους, αλλά τελικά, ο Μαχμούτ πασάς κατευθύνθηκε προς τον Ισθμό. Οι 600 Έλληνες που είχαν αποκλείσει, με επικεφαλής τους Ρήγα Παλαμήδη και Γ. Σέκερη τα περάσματα των Γερανείων στη Μεγαρίδα, έντρομοι έφυγαν. Στις 6 Ιουλίου, ο Δράμαλης κατέλαβε τον Ακροκόρινθο, όπου είχε διοριστεί φρούραρχος τον Μάιο ο Ιάκωβος (Αχιλλέας) Θεοδωρίδης. Αυτός εγκατέλειψε τη θέση του «αισχρώς» κατά τον Σ. Τρικούπη, αφού πρώτα διέταξε να σκοτώσουν τον αιχμάλωτο Κιαμήλ Μπέη. Ο Θεοδωρίδης, που από διάκονος έγινε Ταξίαρχος (!) στιγματίστηκε από την απαράδεκτη αυτή πράξη του και αυτοκτόνησε λίγο καιρό αργότερα στο Κρανίδι…
‘ Έλληνες μαχητές στον Ακροκόρινθο’, πίνακας του Carl Wilhelm von Heideck.
Ο Δράμαλης παντρεύτηκε τη χήρα του Κιαμήλ για να οικειοποιηθεί τους αμύθητους θησαυρούς του… Στις 3 Ιουλίου, αφού κατέλαβε το Άργος ετοιμαζόταν να κινηθεί προς την Κεντρική Πελοπόννησο. Εσπευσμένα έφτασε από την Πάτρα στην Τριπολιτσά ο Κολοκοτρώνης και οργάνωσε την άμυνα, που οδήγησε στη ματαίωση των τουρκικών σχεδίων. Σε σύσκεψη που έγινε στον Αχλαδόκαμπο, αποφασίστηκαν: α) η κατάληψη επίκαιρων θέσεων για ν’ απομονωθεί ο Δράμαλης στην Αργολίδα, β) η κατάληψη του κάστρου του Άργους για ν’ απασχοληθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα εκεί και γ) η καταπόνηση των Τούρκων και ο αποκλεισμός τους από τα κέντρα εφοδιασμού.
Ο Δράμαλης επιχείρησε να καταλάβει το κάστρο του Άργους ως τις 23 Ιουλίου, οπότε οι πολιορκημένοι πέτυχαν να διαφύγουν. Η καθυστέρηση αυτή έδωσε τη δυνατότητα στους Έλληνες να οργανώσουν την άμυνα σε άλλα σημεία, ενώ οι Τούρκοι επιχείρησαν να παγιδεύσουν τους Έλληνες σε άλλα σημεία με παραπλανητικές κινήσεις. Ο Κολοκοτρώνης που υποπτεύθηκε τις κινήσεις του Δράμαλη κατέλαβε τις επίκαιρες θέσεις με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείει την προέλαση του εχθρού.
Lodovico Lipparini, ‘Η Ελλάδα στον δρόμο της ανεξαρτησίας’.
Στις 26 Ιουλίου 1822 στα Δερβενάκια, όπου είχε συγκεντρωθεί το μεγαλύτερο μέρος του τουρκικού στρατού, οι άνδρες του Δράμαλη έπαθαν πανωλεθρία. Την ίδια μέρα, το πλήθος των Αλβανών και Τούρκων που κινήθηκαν προς τον Άγιο Σώστη καταποντίστηκε. Ο Νικηταράς και ο Αντώνης Κολοκοτρώνης (ξάδελφος ή θείος του Θ. Κολοκοτρώνη) πρωταγωνίστησαν στο βατερλό των Τουρκαλβανών. Στις 27/7, ο Δράμαλης υπέστη νέα συντριβή στο Αγιονόρι. Ο Δράμαλης τελικά αποκλείστηκε στην Κορινθία, όπου πέθανε από τον καημό ή από τύφο τον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο του 1822. Η ήττα του Δράμαλη και οι τεράστιες απώλειες (2.500 – 3.000 σκοτώθηκαν στα Δερβενάκια, αν και κάποιοι όπως ο Α. Φραντζής κάνουν μνεία για 8.000 και τουλάχιστον 600 στο Αγιονόρι), εμψύχωσαν αφάνταστα τους Έλληνες, εδραίωσαν την Επανάσταση στον Μοριά και ανέδειξαν τον Θ. Κολοκοτρώνη ως ηγετική μορφή του Αγώνα. Ο Δράμαλης έκανε πολλά τακτικά λάθη, το μεγάλο λάθος όμως ήταν του σουλτάνου που δεν έστειλε στην Πελοπόννησο τον Χουρσίτ. Ο ικανότατος αυτός πασάς έπεσε σε δυσμένεια και με φιρμάνι, ο σουλτάνος διέταξε τον αποκεφαλισμό του. Ο Χουρσίτ έδωσε τέλος στη ζωή του με δηλητήριο στη Λάρισα, όπου και τάφηκε, κοντά στον Πηνειό. Σε 3 μέρες όμως έφτασε στη Λάρισα ο δήμιος που έπρεπε να εκτελέσει τη σουλτανική διαταγή. Έγινε ανασκαφή και ο δήμιος έκοψε το κεφάλι του νεκρού Χουρσίτ, το οποίο και μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη!
Η Έξοδος του Μεσολογγίου (Απρίλιος 1826)
Ένα από τα ενδοξότερα γεγονότα της Επανάστασης ήταν η Έξοδος του Μεσολογγίου. Στις 15 Απριλίου 1825 έφτασαν και στρατοπέδευσαν μπροστά στο Μεσολόγγι 30.000 Τούρκοι μαχητές, με αρχηγό τον Κιουταχή Μεχμέτ Ρεσίτ, ενώ την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της βρίσκονταν περίπου 4.000 άνδρες (από τους οποίους οι 1.000 βρίσκονταν σε προχωρημένη ηλικία) και 12.000 γυναικόπαιδα. Οι λεπτομέρειες αυτής της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου έγιναν γνωστές από τις ειδήσεις της εφημερίδας του Ελβετού Μάγερ, η οποία εκδιδόταν τακτικά έως τις 20 Φεβρουαρίου 1826, δηλαδή πέντε ημέρες πριν από την Έξοδο. Η διακοπή της κυκλοφορίας των «Ελληνικών Χρονικών» πραγματοποιήθηκε όταν εχθρική βόμβα γκρέμισε το τυπογραφείο τους, οπότε όλο το υλικό μεταφέρθηκε στους προμαχώνες.
Λίγο πριν ξεκινήσει τον βομβαρδισμό της πόλης, ο Κιουταχής πρότεινε με διαπραγματεύσεις την παράδοσή της. Αφού όμως οι τουρκικές προτάσεις απορρίφθηκαν, το Μεσολόγγι αποκλείστηκε και διά θαλάσσης από τον στόλο του Χοσρέφ και του Γιουσούφ πασά· ο τελευταίος μάλιστα κατόρθωσε να προσβάλει και τη λιμνοθάλασσα. Οι πολιορκητές άρχισαν τις εφόδους, αλλά οι πολιορκημένοι αμύνονταν με επιτυχία, επιδιορθώνοντας τους προμαχώνες και διενεργώντας αλλεπάλληλες εξόδους. Στις 3 Ιουνίου η δύναμη του στόλου αυξήθηκε με την άφιξη 40 ελληνικών πλοίων, τα οποία τελούσαν υπό την αρχηγία των Μιαούλη και Σαχτούρη. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο διακόπηκε ο ναυτικός αποκλεισμός, ο ελληνικός στόλος ασχολήθηκε με την καταδίωξη του τουρκικού μέχρι τη Μάνη, η πόλη ανεφοδιάστηκε με τρόφιμα και στρατιωτικό υλικό, ενώ το ηθικό των πολιορκημένων ανέκαμψε.
Στιγμιότυπο από την πολιορκία του Μεσολογγίου.
Στο μεταξύ έφτασε στην πόλη (7 Αυγούστου) ενίσχυση Σουλιωτών του Κίτσου Τζαβέλα, πλαισιώνοντας την αποδεκατισμένη φρουρά. Στο τουρκικό στρατόπεδο, μολονότι και εκεί οι απώλειες ήταν σημαντικές, ο Κιουταχής, επειδή σε περίπτωση αποτυχίας του είχε απειληθεί από τον σουλτάνο με αποκεφαλισμό, αποφάσισε τη συνέχιση της πολιορκίας. Η κατάσταση μεταβλήθηκε, όταν στα τέλη του 1825 κατέφθασε στο εχθρικό στρατόπεδο ο Ιμπραήμ με αξιόλογες στρατιωτικές δυνάμεις (πάνω από 15.000 Αιγυπτίους). Ο Χοσρέφ επανέλαβε τον αποκλεισμό, αλλά ο Μιαούλης κατόρθωσε να ανεφοδιάσει το Μεσολόγγι με όπλα και τρόφιμα. Η πίεση κατέστη αφόρητη, μετά την αποχώρηση του ελληνικού στόλου και τον συστηματικό κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου από το πυροβολικό του Ιμπραήμ (2.000 βόμβες το εικοσιτετράωρο). Στις 15 Φεβρουαρίου οι πολιορκητές διενήργησαν δύο εφόδους, οι οποίες, αν και κατέληξαν σε αποτυχία, προκάλεσαν σοβαρές απώλειες και στις δύο πλευρές.
Ο Ιμπραήμ.
Οι Τούρκοι κυρίευσαν το Βασιλάδι, οι κάτοικοι του οποίου κατέφυγαν στο Μεσολόγγι, επιτείνοντας με τη μετακίνησή τους το επισιτιστικό πρόβλημα της πόλης. Έπειτα από μερικές ανεπιτυχείς επιχειρήσεις των Οθωμανών εναντίον της Κλείσοβας, ο Ιμπραήμ επιδίωξε να εξαντλήσει τους πολιορκημένους με αποκοπή όλων των οδών επικοινωνίας και εφοδιασμού. Ο Μιαούλης, μολονότι κατέβαλε αξιόλογες προσπάθειες, δεν κατόρθωσε να λύσει και αυτή τη φορά τον αποκλεισμό και η φρουρά εξαναγκάστηκε να τρέφεται με σκυλιά, γάτες και ποντίκια, προκειμένου να αποφύγει τον θάνατο από την πείνα. Οι δυσβάστακτες πλέον συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων (λιμός, αρρώστιες κ.λπ.), καθώς και η αδυναμία του Μιαούλη να προσεγγίσει το Μεσολόγγι, δημιούργησαν απελπιστική κατάσταση μεταξύ των πολιορκημένων, οι οποίοι δεν έβλεπαν πια άλλη λύση από την Έξοδο.
‘Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου’, πίνακας του Eugene Ferdinand Victor Delacroix.
Έτσι, τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1826 οργάνωσαν τις δυνάμεις τους σε τρία σώματα, υπό την αρχηγία των Νότη Μπότσαρη, Δημητρίου Μακρή και Κίτσου Τζαβέλα· στο μέσο του τριγώνου, που θα σχημάτιζαν αυτές οι δυνάμεις, τοποθετήθηκαν τα γυναικόπαιδα. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, αν και ανέλαβε να επιτεθεί από τις πλαγιές του Ζυγού, ελπίζοντας να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στους πολιορκητές, τελικά δεν κατόρθωσε να υλοποιήσει την υπόσχεσή του, αφού ο Ιμπραήμ πληροφορήθηκε τα σχέδια των πολιορκημένων από αυτόμολο Βούλγαρο.
Επομένως, όταν η ογκώδης μάζα των Ελλήνων ξεκίνησε στις δύο μετά τα μεσάνυχτα την Έξοδο, με αρχηγό τον Αθανάσιο Ραζή-Κότσικα, οι άνδρες του Ιμπραήμ και του Κιουταχή ήταν προετοιμασμένοι και οι τάπιες(οχυρώματα) που είχαν οριστεί ως περάσματα των Μεσολογγιτών είχαν αποκλειστεί. Ο αιφνιδιασμός του Ιμπραήμ προκάλεσε μεγάλη σύγχυση στην ελληνική πλευρά με αποτέλεσμα ο άνισος αγώνας που ακολούθησε να αποβεί συντριπτικός για τους Έλληνες. Η πρωτοπορία ωστόσο του σώματος της Εξόδου προχώρησε, διασχίζοντας τις τουρκικές τάξεις και φθάνοντας αποδεκατισμένη στις πλαγιές του Ζυγού και από εκεί στην Άμφισσα. Όσοι είχαν μείνει πίσω αναγκάστηκαν να αγωνιστούν σε φονικές οδομαχίες.
Μεταξύ εκείνων που ξέφυγαν (1.300 μαχητές και περίπου εκατό γυναικόπαιδα) ήταν οι Νότης Μπότσαρης, Δημήτριος Μακρής, Κίτσος Τζαβέλας, Χρήστος Φωτομάρας, ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος ή Κραβαρίτης, ένας από τους αγαπημένους μας ήρωες του 1821 κ.ά. Ανάμεσα στο πλήθος που επέστρεψε και σφαγιάστηκε μέσα στην πόλη βρίσκονταν ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ (ο εκκλησιαστικός ηγέτης των πολιορκημένων), ο Ιάκωβος Μάγερ, ο Μιχαήλ Κοκκίνης και όσοι αντιστάθηκαν μαζί με τον Χρήστο Καψάλη στις πυριτιδαποθήκες. Υπολογίζεται ότι εκείνη την ημέρα -Κυριακή των Βαΐων- πυρπολήθηκαν 2.000 άνθρωποι, άλλοι 3.000 σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους και περίπου 1.000 αιχμαλωτίστηκαν. Και, όπως αναφέραμε πρόσφατα, ο Ιμπραήμ, πέντε χρόνια αργότερα, το 1831 συνέτριψε τον Κιουταχή στη διάρκεια του τουρκοαιγυπτιακού πολέμου, αποδεικνύοντας την ανωτερότητά του.
Marsigli Filippo, ‘ Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη’.
Η Έξοδος του Μεσολογγίου, αν εξαιρέσει κανείς τον αριθμό των θυμάτων της, επέδρασε θετικά στην εξέλιξη του ελληνικού απελευθερωτικού πολέμου. Στη Γαλλία, στην Ελβετία, στη Γερμανία, στην Αγγλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες σημειώθηκαν εκδηλώσεις συμπάθειας και φιλελληνισμού. Οι περισσότερες από αυτές στρέφονταν εναντίον των Ευρωπαίων ηγεμόνων που είχαν εγκαταλείψει αβοήθητους τους επαναστάτες, ενώ άλλες εκφράστηκαν με τη μορφή διακηρύξεων και εκκλήσεων για ενεργότερη συμμετοχή στον πόλεμο. Δεν έλειψε, βέβαια, και η έκδοση ποιημάτων, θεατρικών έργων, άρθρων, λόγων, εράνων και λοιπών διπλωματικών ενεργειών.
Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου (Οκτώβριος 1827)
Καθοριστικής σημασίας για την Επανάσταση, στην τελευταία, κρίσιμη φάση της ήταν η Ναυμαχία του Ναυαρίνου που έγινε στο Ναυαρίνο (Πύλο ή Νεόκαστρο), στις 20 Οκτωβρίου 1827. Σε καμία περίπτωση όμως δεν ανέστησε έναν τελειωμένο Αγώνα. Υπάρχει σε πολλούς η εντύπωση ότι αν δεν γινόταν η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, ο Ιμπραήμ θα «τελείωνε» την Επανάσταση. Αυτό όμως δεν ισχύει. Ο Αιγύπτιος δολιχοδρομούσε πλέον και είχε περιοριστεί σε καταστροφή των καλλιεργειών, ενώ οι Μανιάτες του είχαν δώσει ηχηρά «μαθήματα» (Βέργα, Πολυάραβος, Διρός), ο Κολοκοτρώνης με «φωτιά και τσεκούρι» περιόρισε στο ελάχιστο το προσκύνημα, ενώ στις 17-18 Σεπτεμβρίου 1827, στη ναυμαχία της Ιτέας (ή Αγκάλης) οι Τόμας και Άστιγξ βύθισαν πολλά τουρκικά πλοία.
Η ναυμαχία του Ναυαρίνου.
Την ίδια περίοδο, ο Ιμπραήμ τρομοκρατούσε τους κατοίκους της Πελοποννήσου, κατέστρεψε χωριά και καλλιέργειες, ενώ πολλοί Έλληνες συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν ως σκλάβοι στην Αίγυπτο. Υπήρχε διάχυτη η εντύπωση στους φιλελληνικούς κύκλους της Ευρώπης ότι σκόπευε να διώξει όλους τους Έλληνες από τον Μοριά και να εγκαταστήσει εκεί Αιγύπτιους μουσουλμάνους. Παράλληλα, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ και ο κυβερνήτης της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή, πατέρας του Ιμπραήμ, σκόπευαν να επιτεθούν στην Ύδρα, που πίστευαν ότι ήταν ο βασικός τροφοδότης των επαναστατικών εστιών στον ελλαδικό χώρο.
Η κάθοδος των συμμαχικών στόλων στην Ελλάδα και η μάλλον αναπόφευκτη σύγκρουση με Τούρκους και Αιγύπτιους ήταν φανερό ότι πλησιάζει… Σημαντικό ρόλο υπέρ των Ελλήνων έπαιξαν οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη: ο Άγγλος Στράτφορντ Κάνινγκ, ξάδελφος του Τζορτζ Κάνινγκ και οι Ριμποπιέρ(Ρώσος) και Γκιγιομινέ(Γάλλος). Οι τρεις αυτοί διπλωμάτες ανακοίνωσαν (9/9/1827) στους Τούρκους αξιωματούχους ότι είχαν δώσει εντολή στους ναυάρχους τους να εφαρμόσουν τον «ειρηνικό αποκλεισμό».
Οι τελευταίες προσπάθειες για την αποφυγή της σύγκρουσης
Στις 5 Αυγούστου 1827 ο βρετανικός στόλος, με επικεφαλής του Κόδριγκτον, και ο γαλλικός, με επικεφαλής τον Δεριγνί, έφτασαν στο Ναύπλιο, όπου ανήγγειλαν στην ελληνική κυβέρνηση τη Συνθήκη του Λονδίνου. Παράλληλα, ζητούσε να μεταφερθεί η πρωτεύουσα του κράτους στην Αίγινα, πράγμα που έγινε.
Στις 12 Σεπτεμβρίου ο Κόδριγκτον έφτασε στο Ναβαρίνο, όπου βρισκόταν ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος και κοινοποίησε το περιεχόμενο της Συνθήκης του Λονδίνου. Το ίδιο έκανε και ο Δεριγνί με τον Ιμπραήμ, ο οποίος ζήτησε από τους δυο ναυάρχους (ο ρωσικός στόλος δεν είχε φτάσει ακόμα) εικοσαήμερη προθεσμία για να λάβει νέες οδηγίες. Μια προσπάθεια του Ιμπραήμ να μεταφέρει με πλοία εφόδια στην Πάτρα απέτυχε καθώς εμποδίστηκε από τον Κόδριγκτον. Στις 3 Οκτωβρίου 1827 έληξε η προθεσμία που είχε ζητήσει ο Ιμπραήμ. Οι τρεις συμμαχικοί στόλοι (ήδη είχε καταπλεύσει και ο ρωσικός με επικεφαλής τον Χέιδεν) αγκυροβόλησαν έξω από τη Σφακτηρία. Στις 6 Οκτωβρίου έγινε σύσκεψη των τριών ναυάρχων. Όλοι επιθυμούσαν την ανάληψη δράσης, καθώς δεν ήθελαν να τους βρει ο χειμώνας στο Ναβαρίνο. Έλαβαν και μια επιστολή από τον Κολοκοτρώνη, που τους ανέφερε ότι οι άνδρες του Ιμπραήμ προέβαιναν σε γενοκτονία στη Μεσσηνία. Έτσι, έστειλαν τον Συνταγματάρχη Κράντοκ, για να μεταφέρει τελεσιγραφική απαίτηση στον Ιμπραήμ να σταματήσει κάθε εχθρική ενέργεια στον Μοριά. Ο Ιμπραήμ απέφυγε να συναντήσει τον Κράντοκ κι έτσι οι ναύαρχοι αποφάσισαν να μπουν στον Κόλπο του Ναυαρίνου, για να επιτηρούν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο που βρισκόταν εκεί.
Κόδριγκτον, Δεριγνί και Χέιδεν.
Λίγο πριν τη ναυμαχία-Οι δυνάμεις των αντιπάλων
Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος αποτελούνταν από 3 μεγάλα πλοία, 24 φρεγάτες και άλλα μικρότερα. Συνολικά 89 σκάφη και 41 μεταγωγικά, από τα οποία τα 8 ήταν αυστριακά. Αρχηγός των Τούρκων ήταν ο Ταχήρ Μπέης και των Αιγυπτίων ο Μουσταφάς μπέης κι ο Μουχαρέμ μπέης. Η συμμαχική δύναμη ήταν πολύ μικρότερη: 12 βρετανικά πλοία, συγκεκριμένα τα: “Asia” (ναυαρχίδα), “Genoa”, “Albion”, “Darmouth”, “Cabrian”, “Glasgow”, Talbot”, “Rose”, “Mosquito”, “Brisk”, “Philomel” και “Hind”, 8 ρωσικά, τα: “Azov” (ναυαρχίδα), “Ezekiel”, “Cangut”, “Aleksandr”, “Provornoy”, “Elena”, “Konstantin” και “Kastor” και 7 γαλλικά: “Sirene” (ναυαρχίδα), “Scipion”, “Trident”, “Breslaw”, “Armide”, “Daphne” και “Alkyone”. Επικεφαλής όλων των δυνάμεων των συμμάχων ήταν ο Κόδριγκτον, που έφερε τον βαθμό του Αντιναυάρχου, καθώς οι Δεριγνί και Χέιδεν ήταν Υποναύαρχοι.
Η ναυμαχία
Το μεσημέρι της 8/20 Οκτωβρίου οι δύο αντίπαλοι στόλοι είχαν πάρει τις τελικές θέσεις τους. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ηλεκτρισμένη, όταν ένα εχθρικό πυρπολικό πλησίασε πολύ κοντά στο πλοίο «Darmouth» και ο κυβερνήτης του Φέλοους έστειλε μια βάρκα με επικεφαλής τον υποπλοίαρχο Φίτσροϊ και λίγους άντρες για να ζητήσουν από το πλήρωμα του πυρπολικού να απομακρυνθεί. Το πλήρωμα όμως σκότωσε τον υποπλοίαρχο και μερικούς άνδρες! Ο Φέλοους έστειλε άλλο πλοιάριο για να απομακρύνει το πυρπολικό και διέταξε να ανταποδώσουν από το “Darmouth” τα πυρά προς τους αντιπάλους. Ταυτόχρονα, η γαλλική ναυαρχίδα “Sirene” χτυπήθηκε από την αιγυπτιακή φρεγάτα “Εσμίνα” και η “Asia” δέχθηκε τα πυρά της τουρκικής ναυαρχίδας. Ο Κόδριγκτον έστειλε αντιπροσωπεία στους Αιγύπτιους για να τους αναφέρει ότι δεν ήταν σκοπός τους να συγκρουστούν μαζί τους, αλλά να τους αναγκάσουν να επιστρέψουν στις βάσεις τους. Οι μεν Τούρκοι στα Δαρδανέλια και οι Αιγύπτιοι στην Αλεξάνδρεια.
Ivan Aivazovski, ‘Η ναυμαχία του Ναυαρίνου’.
Οι Αιγύπτιοι χωρίς κανένα λόγο, σκότωσαν τον Έλληνα πλοηγό του Κόδριγκτον Πέτρο Μικέλη, έναν από τους απεσταλμένους. Ο Πέτρος Μικέλης ήταν πιθανότατα ο μόνος Έλληνας που σκοτώθηκε στη ναυμαχία του Ναυαρίνου. Αμέσως από την “Asia” άρχισαν κανονιοβολισμοί προς την αιγυπτιακή ναυαρχίδα, που είχαν ως αποτέλεσμα τη βύθισή της. Ακολούθησαν σφοδρά πυρά εκατέρωθεν. Γύρω στις 3 μ.μ. έφτασε κι ο ρωσικός στόλος, που ως τότε βρισκόταν πιο πίσω. Η άφιξή του προκάλεσε ενθουσιασμό στους άνδρες των συμμάχων. Γύρω στις 6 μ.μ. τα πάντα είχαν τελειώσει. Οι σύμμαχοι είχαν θριαμβεύσει! Από τα 89 πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου τα 60 είχαν βυθιστεί ή καταστραφεί, 15 είχαν ριχτεί στα αβαθή του Κόλπου του Ναυαρίνου έχοντας υποστεί μεγάλες ζημιές και μόλις 14, υπό τον Ιμπραήμ, έφυγαν αλώβητα και έφτασαν μετά από 2 μήνες στην Αλεξάνδρεια. Οι νεκροί των Τούρκων και των Αιγυπτίων υπολογίζονται σε 6.000.
Από τα συμμαχικά πλοία δεν βυθίστηκε κανένα, μόνο ορισμένα, όπως η “Asia” υπέστησαν μεγάλες ή μικρότερες ζημιές. 272 Άγγλοι, 185 Γάλλοι και 198 Ρώσοι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Το παράδοξο είναι ότι ενώ ο Κόδριγκτον είχε ουσιαστικά ξεκινήσει τη ναυμαχία, έπεσε σε δυσμένεια. Οι Άγγλοι δεν ήθελαν πλήρη σύγκρουση των δύο πλευρών και ο Κόδριγκτον, που προσπάθησε ν’ αποστασιοποιηθεί από όσα έκανε, ανακλήθηκε στη χώρα του (4/6/1828), αν και ο ίδιος προσπάθησε με αλλεπάλληλες επιστολές να αποδείξει πως δεν παραβίασε καμία εντολή. Τελικά, η πατρίδα του αναγνώρισε την προσφορά του, τον προήγαγε σε Ναύαρχο (1839) και του απένειμε τον «Μεγαλόσταυρο του Λουτρού».
Στην Ελλάδα, φυσικά, η νίκη του συμμαχικού στόλου επί του Ιμπραήμ πανηγυρίστηκε έξαλλα, γιατί φαινόταν ότι η ώρα της λευτεριάς πλησιάζει. Οι Γάλλοι πανηγύρισαν τη νίκη, λόγω της επιτυχίας του ναυτικού τους, που είχε υποστεί δεινή ήττα στο Τραφάλγκαρ (1805) από τον Νέλσον. Οι Ρώσοι, πέρα από την στρατηγική σημασία που είχε γι’ αυτούς η νίκη χάρηκαν ιδιαίτερα γιατί απέδειξαν ότι ήταν εφάμιλλοι ναυτικοί των Άγγλων και των Γάλλων. Οι Άγγλοι, ιδιαίτερα η συντηρητική κυβέρνηση υποδέχτηκαν, με ψυχρότητα την επιτυχία στο Ναυαρίνο, γιατί έβλεπαν ότι άνοιγε ο δρόμος της Ρωσίας για τη Μεσόγειο. Φυσικά, οι Αυστριακοί εξαγριώθηκαν. Ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος χαρακτήρισε τη ναυμαχία «δολοφονία» και ο Μέτερνιχ υποστήριξε ότι θα ακολουθούσε γενικό χάος.
Έλληνες φυγάδες μετά την καταστροφή της Χίου.
Η είδηση έφτασε στην Κωνσταντινούπολη στις 29 Οκτωβρίου 1827 (με δεκαήμερη καθυστέρηση…). Πρώτος ανήγγειλε ανεπίσημα το γεγονός, ο Στράτφορντ Κάνινγκ. Την 1η Νοεμβρίου, ο σουλτάνος έμαθε το δυσάρεστο γεγονός. Περιορίστηκε σε απειλές και δεν ακολούθησαν έκτροπα. Ο Μαχμούτ πίστευε ότι η ήττα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου στο Ναυαρίνο δεν θα έχει σοβαρές συνέπειες και μάλλον διαψεύστηκε, ενώ ήξερε ότι τυχόν θηριωδίες και έκτροπα θα προκαλούσαν πόλεμο της χώρας του, τουλάχιστον με τη μισή Ευρώπη…
Βασικές πηγές: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», τ. ΙΒ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ», Τόμος 1, «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΛΙΣΣΑ»
Εγκυκλοπαίδειες ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ και ΔΟΜΗ.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή