Με κείμενο – παρέμβαση για τα Προσφυγικά αρχιτέκτονες και μηχανικοί τονίζουν πως η κοινότητα που τα κατοικεί είναι αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξής τους, ενώ επισημαίνουν ότι «η ικανότητά επισκευής και φροντίδας του χώρου αποτελούν πολιτική πράξη αποδεικνύοντας ότι η ασφάλεια και η ευημερία δεν επιβάλλονται από ψηλά με αστυνόμευση και πειθάρχηση, αλλά υφαίνονται από τα κάτω, μέσα από αμοιβαία δέσμευση και κοινή φροντίδα».

Επιπλέον, αναφέρουν ότι η ομάδα Αρχιτεκτον(ισσ)ων και Μηχανικών εργάζεται «εδώ και ένα διάστημα μαζί με την Κοινότητα πάνω σε μια εναλλακτική πρόταση αποκατάστασης».

Όπως σημειώνουν: «Κύριο στοιχείο αποτελεί η τμηματική υλοποίηση παρεμβάσεων με σκοπό να είναι υλοποιήσιμες με εργασία και αυτοχρηματοδότηση της Κοινότητας. Η αποκατάσταση μπορεί να οργανωθεί ανά πτέρυγα ή ανά αυτοτελές στατικό τμήμα ώστε η προσωρινή μετακίνηση κατοίκων να πραγματοποιείται εντός του ίδιου του συγκροτήματος, αξιοποιώντας τις υφιστάμενες πρακτικές κοινοκτημοσύνης και η συνέχεια της κοινωνικής ζωής να παραμένει αδιατάρακτη».

Διαβάστε: Όλγα Νάσση / Προσφυγικά: Πώς η αλληλεγγύη από τα κάτω μπορεί να νικήσει την κερδοσκοπία στην καρδιά της Αθήνας

Ως αρχιτεκτον(ισσ)ες και μηχανικοί, ανταποκρινόμενοι/ες στο κάλεσμα της Κοινότητας και δουλεύοντας μαζί της τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, δεν ερχόμαστε να αφηγηθούμε μια ιστορία που έχει ήδη ολοκληρωθεί. Σκοπός σύστασης της ομάδας αποτέλεσε η συμβολή στην αποκατάσταση του κτιριακού συγκροτήματος των Προσφυγικών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, ως εμβληματικού τμήματος της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και τόπου διαρκούς κατοίκησης. Η κοινότητα απευθύνθηκε σε εμάς αναγνωρίζοντας την αρχιτεκτονική αξία των κτιρίων που κατοικεί και εμείς με τη σειρά μας μελετώντας τα, αναγνωρίσαμε τί σημαίνει να κατοικούνται από μία κοινότητα εδαφικοποιημένη, που τα συντηρεί με όρους φροντίδας, υλοποιώντας ένα πολύπλοκο αστικό πρόγραμμα.

Τα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας δεν είναι απλά ένα σκηνικό προς συντήρηση. Τα ντουβάρια, άλλωστε, δεν έχουν αξία χωρίς τη ζωή με την οποία τα γεμίζουμε. Η κοινότητα των Κατειλημμένων Προσφυγικών αναπτύχθηκε μέσα από τη συλλογικοποίηση της, και με συστηματική φροντίδα, δημιούργησε την γειτονιά που βλέπουμε σήμερα, εκεί που το κράτος και ο επίσημος σχεδιασμός έβλεπε και συνεχίζει να βλέπει “ερείπια”. Σε μια πόλη που παραδίδεται ολοένα και περισσότερο στη βιομηχανία του τουρισμού και των real estate τα Προσφυγικά αποτελούν ένα “απελευθερωμένο έδαφος” όπως το αποκαλούν και οι ίδιοι.

Αναζητώντας παραδείγματα κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα τα Προσφυγικά αποτελούν την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση. Η γνώση που έχει συσσωρευτεί όλα αυτά τα χρόνια δεν αφορά μόνο το «πώς χτίζουμε», αλλά κυρίως το «πώς συνυπάρχουμε» έξω από τις επιταγές της αγοράς. Η ικανότητά επισκευής και φροντίδας του χώρου αποτελούν πολιτική πράξη αποδεικνύοντας ότι η ασφάλεια και η ευημερία δεν επιβάλλονται από ψηλά με αστυνόμευση και πειθάρχηση, αλλά υφαίνονται από τα κάτω, μέσα από αμοιβαία δέσμευση και κοινή φροντίδα για τον χώρο που μας στεγάζει. Ενώ οι μηχανισμοί του κράτους και της αγοράς επιδιώκουν ένα χώρο προβλέψιμο, άρα και ελέγξιμο και οικονομικά εκμεταλλεύσιμο, η λεγόμενη «αταξία» συνιστά μια οργανική τάξη όπου ο χώρος παύει να είναι εμπόρευμα και γίνεται το ζωντανό αποτύπωμα των αναγκών, των δυνατοτήτων και των πολύμορφων επιθυμιών της κοινότητας που τον κατοικεί.

Εμείς, ως Ομάδα Αρχιτεκτον(ισσ)ων και Μηχανικών δεν προσεγγίζουμε τον χώρο τεχνικά και «απ’ έξω» αλλά εργαζόμαστε μαζί με την κοινότητα σε μια διαδικασία αμφίδρομης μάθησης. Σε συνεργασία με την Τεχνική Δομή, βρίσκεται σε εξέλιξη μια συστηματική καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης με σχεδιαστική αποτύπωση της παθολογίας των όψεων, φωτογραφική αποτύπωση και αναλυτική καταγραφή και αξιολόγηση των εξωστών, των δωμάτων και άλλων επί μέρους στοιχείων. Βάσει του υλικού που συλλέγεται, πραγματοποιούνται επείγουσες επεμβάσεις για την διασφάλιση του χώρου και συζητούνται εναλλακτικές προσεγγίσεις για την μακροπρόθεσμη αποκατάσταση. Παράλληλα, σε συνεργασία με την Κοινότητα, εξελίσσεται και ο σχεδιασμός της Δομής Μνήμης της κοινότητας με τίτλο: “Το Άλλο Μουσείο: Διαδρομές αντιστάσεων και αλληλεγγύης” που θα τεθεί σε λειτουργία τον επόμενο καιρό, καθώς και η αναδιάρθρωση και επέκταση της Δομής Φούρνου.

Η εικόνα που προκύπτει από την αυτοψία απέχει σημαντικά από το κυρίαρχο αφήγημα της εγκατάλειψης. Παρότι τα κτίρια φέρουν εμφανή τα ίχνη του χρόνου, η κατασκευή τους αποδεικνύεται ιδιαίτερα ανθεκτική. Η ελλιπής συντήρηση των όψεων δεν οφείλονται σε αδυναμία της κοινότητας, αλλά στα θεσμικά και νομικά εμπόδια που διαχρονικά περιορίζουν τη δυνατότητα παρέμβασης. Αντίθετα, οι εσωτερικοί χώροι των κατοικιών, των συλλογικών δομών και οι πρόσφατα διαμορφωμένοι ξενώνες φιλοξενίας για ασθενείς του Νοσοκομείου Αγίου Σάββα μαρτυρούν τη συνεχή φροντίδα και οργανική αναβάθμιση από την Κοινότητα.

Η προτεινόμενη κρατική ανάπλαση δεν είναι απλά μια αλλαγή σκηνικού, μια πρόταση βελτίωσης του επιπέδου διαβίωσης. Γιατί πώς ορίζεται η κοινωνική κατοικία όταν σχεδιάζεται αγνοώντας την υπάρχουσα κοινότητα, τα δίκτυα και τις μορφές συλλογικής φροντίδας που έχουν αναπτυχθεί στον χώρο για τον οποίο προορίζεται;

Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε την καταχρηστική υιοθέτηση του όρου «κοινωνική κατοικία» στο δημόσιο λογο. Στην περίπτωση δε των Προσφυγικών, αποδεικνύεται πως το κράτος δεν διαθέτει ούτε τους οικονομικούς πόρους, ούτε το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο, ούτε την ειλικρινή πρόθεση για την ανάπτυξη ενός πραγματικού προγράμματος κοινωνικής κατοικίας. Είναι παράδοξο αντί να ενισχύονται οι υπάρχουσες προσπάθειες για κοινωνική κατοικία και αντί να αξιοποιείται το εκτεταμένο απόθεμα εγκαταλελειμμένης δημόσιας ιδιοκτησίας, να προωθείται ένα σχέδιο εκτοπισμού μιας υφιστάμενης κοινότητας με όρους ανταλλαγής πληθυσμών και αποκατάστασης των κτιρίων στα οποία αυτή ήδη στεγάζεται με κόστος εκατομμυρίων.

Το γεγονός αυτό γίνεται έκδηλο με την προσπάθεια ένταξης του έργου σε ΕΣΠΑ, όπου δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως κοινωνική κατοικία όπως αναφέρεται στην αρχική σύμβαση μεταξύ Περιφέρειας, Υπουργείου Πολιτισμού και ΔΥΠΑ, αλλά εντάσσεται στο πρόγραμμα ως ενέργεια “Προώθησης της πρόσβασης σε οικονομικά προσιτή και βιώσιμη στέγαση μέσα από την ανακαίνιση και ενεργειακή αναβάθμιση υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος”, όπου “οι ένοικοι να είναι από διαφορετικά εισοδηματικά επίπεδα και οι επενδύσεις στην κοινωνική στέγαση να μην οδηγήσουν σε συγκέντρωση ή περαιτέρω φυσική απομόνωση περιθωριοποιημένων και ευάλωτων ομάδων…”. Η χρήση του όρου «κοινωνική κατοικία» φάνταζε εξαρχής προσχηματική. Πλέον είναι εμφανές πως προετοιμάζονται οι συνθήκες για τη δημιουργία ενός ιδιότυπου real estate, απομίμησης ευρωπαϊκών πολιτικών “κοινωνικής ανάμειξης” (social mixitè) που τελικά νομιμοποιεί τον διωγμό μιας κοινότητας που αντιπροσωπεύει ένα αυτοοργανωμένο εγχείρημα κατοίκησης στο κέντρο της πόλης.

Η Ομάδα Αρχιτεκτον(ισσ)ων και Μηχανικών εργαζόμαστε εδώ και ένα διάστημα μαζί με την Κοινότητα πάνω σε μια εναλλακτική πρόταση αποκατάστασης. Κύριο στοιχείο αποτελεί η τμηματική υλοποίηση παρεμβάσεων με σκοπό να είναι υλοποιήσιμες με εργασία και αυτοχρηματοδότηση της Κοινότητας. Η αποκατάσταση μπορεί να οργανωθεί ανά πτέρυγα ή ανά αυτοτελές στατικό τμήμα ώστε η προσωρινή μετακίνηση κατοίκων να πραγματοποιείται εντός του ίδιου του συγκροτήματος, αξιοποιώντας τις υφιστάμενες πρακτικές κοινοκτημοσύνης και η συνέχεια της κοινωνικής ζωής να παραμένει αδιατάρακτη.

Ο διαχωρισμός του συνόλου της αποκατάστασης σε επιμέρους φάσεις, μειώνει την κλίμακα της επέμβασης και την καθιστά πιο διαχειρίσιμη τεχνικά και οικονομικά. Επιπλέον, με αυτό τον τρόπο κάθε ολοκληρωμένη παρέμβαση λειτουργεί ως οδηγός για την επόμενη, μειώνοντας το ρίσκο και επιτρέποντας την προσαρμογή του σχεδιασμού στις πραγματικές συνθήκες που αποκαλύπτονται κατά την εξέλιξη του έργου. Ταυτόχρονα, επιτρέπει μια πιο ευαίσθητη αξιολόγηση και αντιμετώπιση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του κάθε τμήματος, αποφεύγοντας την τυποποίηση, το αυξημένο κόστος και τις μη αναγκαίες επεμβάσεις. Έτσι, οι στατικές, μορφολογικές και ιστορικές ιδιαιτερότητες μπορούν να αντιμετωπιστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια, διασώζοντας πολύτιμα στοιχεία αυθεντικότητας τόσο του μνημείου όσο και της μακρόχρονης κατοίκησής του. Τέλος, η ενεργός συμμετοχή των κατοίκων στις εργασίες ενισχύει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του εγχειρήματος αφού η εξειδικευμένη γνώση που παράγεται παραμένει στη γειτονιά και μετατρέπεται σε δυνατότητα διαρκούς αυτοσυντήρησης.

Η αρχιτεκτονική της φροντίδας αντικαθιστά έτσι την αρχιτεκτονική της τυποποίησης και των καθολικών λύσεων. Αναγνωρίζοντας πως τα Προσφυγικά αποτελούν ταυτόχρονα σύμβολο της μοντέρνας αρχιτεκτονικής και τόπο διαρκούς κατοίκησης, η προστασία τους οφείλει να συμπεριλάβει πέρα από τη διατήρηση των κελυφών τους, τους ανθρώπους και τις κοινωνικές σχέσεις που τα έχουν διατηρήσει ζωντανά. Μια καθολική, από τα πάνω παρέμβαση αδυνατεί να προσεγγίσει αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα με τον βαθμό ευαισθησίας και προσοχής που απαιτείται.

Τελικά, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η αντίληψη ότι ένα ουσιαστικό πλάνο για την αποκατάσταση των Προσφυγικών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας οφείλει να αναγνωρίζει πως η Κοινότητα που τα κατοικεί αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξής τους και να την τοποθετεί ως βασικό φορέα υλοποίησης του έργου. Χωρίς αυτή την αναγνώριση, οποιαδήποτε πρόταση, όσο τεχνικά άρτια και αν είναι, θα παραμένει ελλιπής, ανεπαρκής και αναντίστοιχη της συνθήκης στην οποία επιχειρεί να παρέμβει.