Ο Ντόναλντ Τραμπ επιστρέφει στο Πεκίνο όχι ως ο πρόεδρος που ετοιμάζεται να γονατίσει εμπορικά την Κίνα, αλλά ως ο πρόεδρος που αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι η σύγκρουση με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου έχει όρια.
Στην προεκλογική εκστρατεία του 2024, ο Τραμπ είχε περιγράψει μια επιθετική ατζέντα απέναντι στο Πεκίνο. Μιλούσε για δασμούς 60% ή και υψηλότερους στα κινεζικά προϊόντα. Άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο να αφαιρέσει από την Κίνα το προνομιακό εμπορικό καθεστώς που απέκτησε, όταν εντάχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Η λογική ήταν σαφής: η Κίνα θα δεχόταν το βαρύτερο πλήγμα, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος θα αντιμετώπιζε χαμηλότερους δασμούς, της τάξης του 10% ή 20%.
Περισσότερο από έναν χρόνο μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική. Οι δασμοί στην Κίνα παραμένουν υψηλοί, ειδικά αν προστεθούν τα μέτρα της πρώτης θητείας του. Όμως, οι μεγαλύτερες πολιτικές εντάσεις της Ουάσιγκτον δεν καταγράφονται μόνο με το Πεκίνο. Αντιθέτως, η κυβέρνηση Τραμπ έχει επιτεθεί με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα και σε συμμάχους όπως η Ευρώπη και ο Καναδάς, ενώ απέναντι στην Κίνα κινείται πλέον πιο προσεκτικά ή καλύτερα πιο «μετρημένα».
Αυτό είναι το πραγματικό παράδοξο της σημερινής στιγμής. Ο Τραμπ, ο οποίος είχε υποσχεθεί την πιο σκληρή γραμμή έναντι της Κίνας, εμφανίζεται τώρα να πηγαίνει στη συνάντηση με τον Σι Τζινπίνγκ με προσδοκίες μεν αλλά όχι της έκτασης και της έντασης της προεκλογικής του περιόδου. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν υπογραμμίζει σήμερα πως επιζητά μια ιστορική αναδιάρθρωση των εμπορικών σχέσεων ούτε διατυμπανίζει πως επιθυμεί βαθιές αλλαγές στο κινεζικό οικονομικό μοντέλο. Αντίθετα, μοιάζει να έχει επαναπροσδιορίσει τους αμερικανικούς στόχους σε κάτι που μοιάζει -αλλά δεδομένα δεν είναι- πιο εφικτό: να κρατηθεί ανοιχτός ο δίαυλος, να μην εκτροχιαστεί η σχέση και να υπάρξουν αγορές αμερικανικών προϊόντων -αεροσκαφών, αιθανόλης, σόγιας, βοδινού, ίσως και μικροτσίπ.
Το όπλο που δεν είχε υπολογίσει η Ουάσιγκτον
Η συρρίκνωση των αμερικανικών φιλοδοξιών δεν προέκυψε από αλλαγή ιδεολογίας. Προέκυψε από πίεση. Όταν ο Τραμπ επιχείρησε πέρυσι να πιέσει την Κίνα με ακραίους δασμούς, το Πεκίνο απάντησε με τρόπο που αιφνιδίασε την Ουάσιγκτον. Περιόρισε την πρόσβαση σε σπάνιες γαίες και μαγνήτες, υλικά απαραίτητα για αμερικανικές βιομηχανίες που παράγουν από αυτοκίνητα και εργαλεία μέχρι οπλικά συστήματα. Ήταν η στιγμή που η εμπορική αντιπαράθεση έπαψε να είναι θεωρητικό παίγνιο δασμών και έγινε κρίση πραγματικής οικονομίας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον κίνδυνο κλεισίματος εργοστασίων και διαταραχής παραγωγικών αλυσίδων. Η Κίνα έδειξε ότι δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος εμπορικός αντίπαλος της Αμερικής. Είναι και κρίσιμος κόμβος για υλικά χωρίς τα οποία η αμερικανική βιομηχανία δεν μπορεί εύκολα να κινηθεί. Η νέα ισορροπία ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις βρίσκεται σε αυτό το σημείο τομής. Η Ουάσιγκτον διαθέτει δολάριο, αγορά, τεχνολογία, στρατιωτική ισχύ και συμμαχίες. Το Πεκίνο όμως διαθέτει σημεία ασφυξίας μέσα στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Και αυτή τη φορά δεν δίστασε να τα χρησιμοποιήσει.
Για τον Τραμπ, που αντιμετωπίζει το εμπόριο ως πεδίο πίεσης και διαπραγμάτευσης, το μήνυμα ήταν σαφές: η Κίνα δεν είναι Καναδάς, ούτε Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε μικρότερος εμπορικός εταίρος που μπορεί να πιεστεί χωρίς μεγάλο κόστος. Έχει δικά της αντίμετρα. Και τα αντίμετρα αυτά μπορούν να χτυπήσουν ευθέως την αμερικανική παραγωγή.
Από τη μεγάλη συμφωνία στη διαχείριση κινδύνου
Στην πρώτη θητεία Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούσαν από την Κίνα δομικές αλλαγές: περιορισμό κρατικών επιδοτήσεων, καλύτερη προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλαγές στο μοντέλο βιομηχανικής πολιτικής, άνοιγμα αγορών. Στη δεύτερη θητεία, τουλάχιστον στη σημερινή φάση, ο πήχης έχει κατέβει. Η επικείμενη συνάντηση στο Πεκίνο δεν μοιάζει με προθάλαμο μεγάλης συμφωνίας. Μοιάζει περισσότερο με άσκηση ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης. Οι δύο πλευρές γνωρίζουν ότι δεν εμπιστεύονται η μία την άλλη. Γνωρίζουν επίσης ότι μια νέα ανεξέλεγκτη εμπορική έκρηξη θα μπορούσε να έχει κόστος και για τους δύο.
Κλείσιμο
Γι’ αυτό και το πιθανότερο αποτέλεσμα δεν είναι μια συνολική ανατροπή των σχέσεων, αλλά μια σειρά από περιορισμένα, πρακτικά ανταλλάγματα. Η Κίνα μπορεί να δεσμευθεί για αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων ή αεροσκαφών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να κρατήσουν χαμηλότερα ορισμένους δασμούς ή να αποφύγουν πιο επιθετικά μέτρα σε συγκεκριμένους τομείς. Μπορεί να υπάρξουν επίσης συμφωνίες για τη φαιντανύλη, που παραμένει κεντρικό θέμα για την αμερικανική πολιτική σκηνή. Αυτό όμως δεν είναι στρατηγική νίκη. Είναι διαχείριση ρίσκου.
Ο ίδιος ο χαρακτήρας της συνάντησης το δείχνει. Η Ουάσιγκτον δεν πηγαίνει με αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να επιβάλει συνολικούς όρους. Το Πεκίνο δεν πηγαίνει με διάθεση να αλλάξει μοντέλο. Και οι δύο πλευρές αναζητούν έναν τρόπο να κρατήσουν τη σχέση υπό «ελεγχόμενη ένταση» που δεν θα φέρει -όχι άμεσα τουλάχιστον- εκτροπή.
Το Πεκίνο ζητά ανταλλάγματα
Η Κίνα δεν θα δώσει δωρεάν αγορές αμερικανικών προϊόντων. Αν συμφωνήσει να αγοράσει περισσότερη σόγια, βοδινό, χοιρινό ή αεροσκάφη Boeing, θα ζητήσει κάτι πίσω. Τα κινεζικά αιτήματα αναμένεται να κινηθούν σε τρία επίπεδα.
Πρώτον, στους δασμούς. Το Πεκίνο θα πιέσει ώστε οι νέες αμερικανικές εμπορικές έρευνες και τα επόμενα μέτρα να μην οδηγήσουν σε νέα κλιμάκωση. Η Κίνα έχει κάθε λόγο να θέλει χαμηλότερο κόστος πρόσβασης στην αμερικανική αγορά.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ, ο οποίος είχε υποσχεθεί την πιο σκληρή γραμμή έναντι της Κίνας, εμφανίζεται τώρα να πηγαίνει στη συνάντηση με τον Κινέζο ηγέτη με προσδοκίες μεν, αλλά όχι της έκτασης και της έντασης της προεκλογικής του περιόδου

Δεύτερον, στην τεχνολογία. Οι περιορισμοί στις εξαγωγές προηγμένων μικροτσίπ, εξοπλισμού ημιαγωγών και λογισμικού αποτελούν για το Πεκίνο στρατηγικό πρόβλημα. Δεν είναι απλώς οικονομικό θέμα. Είναι ζήτημα τεχνολογικής κυριαρχίας.
Τρίτον, στην Ταϊβάν. Εδώ βρίσκεται το πιο ευαίσθητο πεδίο. Το Πεκίνο θα επιχειρήσει, όπου μπορεί, να αποσπάσει από τον Τραμπ μια λιγότερο παραδοσιακή, λιγότερο προβλέψιμη αμερικανική στάση. Αμερικανοί αξιωματούχοι λένε ότι δεν αναμένεται αλλαγή πολιτικής. Όμως η Κίνα γνωρίζει ότι ο Τραμπ αντιμετωπίζει συχνά τις γεωπολιτικές δεσμεύσεις ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Αυτό είναι που ανησυχεί τους πιο παραδοσιακούς κύκλους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Όχι μόνο τι θα δώσει η Κίνα. Αλλά τι μπορεί να θεωρήσει ο Τραμπ ότι αξίζει να δώσει πίσω.
Η εκεχειρία μετά τη Νότια Κορέα
Η σημερινή φάση της σχέσης Ουάσιγκτον – Πεκίνου διαμορφώθηκε μετά τη συνάντηση Τραμπ – Σι στη Νότια Κορέα τον περασμένο Οκτώβριο. Τότε, αντί να προχωρήσει σε μια λίστα νέων αντιποίνων κατά της Κίνας, ο Τραμπ επέλεξε την εκεχειρία. Σύμφωνα με το κείμενο, Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν επεξεργαστεί μέτρα που θα μπορούσαν να πλήξουν το Πεκίνο σε λογισμικό, εξοπλισμό παραγωγής ημιαγωγών και βίζες. Υπήρχαν επίσης κινήσεις για τεχνολογικούς περιορισμούς σε κινεζικές εταιρείες και νέα τέλη σε κινεζικά πλοία, στο πλαίσιο προσπάθειας ενίσχυσης της αμερικανικής ναυπηγικής βιομηχανίας. Τελικά, αρκετά από αυτά μπήκαν στο ράφι.
Η απόφαση αυτή δείχνει ότι ο Τραμπ δεν εγκατέλειψε την πίεση επειδή πείστηκε από την Κίνα. Την περιόρισε επειδή κατάλαβε ότι η κλιμάκωση είχε κόστος και για τον ίδιο. Η επιστροφή ορισμένων εξαγωγών κινεζικών σπάνιων γαιών προς εταιρείες που δεν συνδέονται με τον στρατό βοήθησε να σταθεροποιηθεί προσωρινά η κατάσταση. Δεν έλυσε όμως το πρόβλημα. Οι αμερικανικές εταιρείες παραμένουν ανήσυχες για την πρόσβασή τους σε κρίσιμα υλικά. Και η προσπάθεια της Ουάσιγκτον να δημιουργήσει εγχώρια αποθέματα και παραγωγή σπάνιων γαιών θα χρειαστεί χρόνο.
Με άλλα λόγια, η Αμερική προσπαθεί να μειώσει την εξάρτηση από την Κίνα. Αλλά προς το παρόν εξακολουθεί να τη χρειάζεται.
Η νέα αυτοπεποίθηση της Κίνας
Το Πεκίνο δεν αντιδρά πια μόνο αμυντικά. Έχει χτίσει εδώ και χρόνια το νομικό και διοικητικό οπλοστάσιο για να απαντά σε ξένες κυρώσεις και πιέσεις. Τώρα δείχνει έτοιμο να το χρησιμοποιήσει. Η Κίνα έχει εκδώσει κανονισμούς που της επιτρέπουν να ερευνά και να τιμωρεί ξένες εταιρείες οι οποίες εγκαταλείπουν Κινέζους προμηθευτές λόγω πίεσης από άλλες κυβερνήσεις. Μετά τις αμερικανικές κυρώσεις σε κινεζικά διυλιστήρια που αγόραζαν ιρανικό πετρέλαιο, το Πεκίνο έκανε ένα ακόμη βήμα: φέρεται να διέταξε κινεζικές εταιρείες να μη συμμορφωθούν με τις κυρώσεις. Αυτό είναι κρίσιμο. Η Κίνα λέει ουσιαστικά στις επιχειρήσεις της και στις ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο έδαφός της ότι η αμερικανική πίεση δεν θα γίνεται αυτόματα αποδεκτή ως παγκόσμιος κανόνας. Δημιουργεί ένα παράλληλο πλαίσιο αντίστασης στις κυρώσεις.
Για δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν το πλεονέκτημα της χρηματοπιστωτικής ισχύος. Όποιος ήθελε πρόσβαση στο δολάριο, στις αμερικανικές τράπεζες και στη δυτική αγορά έπρεπε να υπολογίζει την Ουάσιγκτον. Η Κίνα δεν έχει ακόμη αντίστοιχο παγκόσμιο εργαλείο. Έχει όμως κλίμακα, αγορά, παραγωγική βάση και κρίσιμα υλικά. Και σε έναν κόσμο όπου οι αλυσίδες εφοδιασμού είναι τόσο πυκνά πλεγμένες, αυτά αρκούν για να κάνουν την αμερικανική πίεση ακριβότερη.
Το πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ
Για τον Τραμπ, η σύγκρουση με την Κίνα ήταν πάντα χρήσιμη πολιτικά. Του επέτρεπε να εμφανίζεται ως ο μόνος πρόεδρος που μιλά σκληρά στο Πεκίνο, προστατεύει την αμερικανική βιομηχανία και διορθώνει τις «αδικίες» της παγκοσμιοποίησης. Το πρόβλημα είναι ότι η σκληρή ρητορική συχνά αποδίδει περισσότερο στην προεκλογική σκηνή παρά στη διακυβέρνηση. Όταν οι δασμοί αυξάνουν τιμές, όταν οι αγρότες χρειάζονται αγοραστές, όταν οι βιομηχανίες φοβούνται έλλειψη υλικών, όταν οι εταιρείες ζητούν σταθερότητα, ο πρόεδρος αναγκάζεται να ισορροπήσει.
Αυτό συμβαίνει τώρα. Η κυβέρνηση Τραμπ εξακολουθεί να λέει ότι επαναφέρει αμοιβαιότητα και δικαιοσύνη στη σχέση με την Κίνα. Όμως στην πράξη ο στόχος μοιάζει λιγότερο φιλόδοξος: όχι να αλλάξει την Κίνα, αλλά να την αποτρέψει από το να χρησιμοποιήσει ξανά τα πιο επικίνδυνα αντίμετρά της.
Η στροφή αυτή δεν σημαίνει ότι η αντιπαράθεση τελειώνει. Αντιθέτως, δείχνει ότι μπαίνει σε πιο ώριμη και πιο δύσκολη φάση. Οι δύο πλευρές έχουν μάθει η μία τα ευάλωτα σημεία της άλλης. Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι μπορεί να πλήξει το Πεκίνο με δασμούς, τεχνολογικούς περιορισμούς και κυρώσεις. Το Πεκίνο γνωρίζει ότι μπορεί να απαντήσει με πρώτες ύλες, κανονισμούς, αλυσίδες παραγωγής και επιλεκτική ανυπακοή στις αμερικανικές πιέσεις.
Το πραγματικό διακύβευμα της συνάντησης
Η συνάντηση Τραμπ – Σι δεν θα κριθεί από τις φωτογραφίες, τις χειραψίες ή τις ανακοινώσεις για αγορές προϊόντων. Θα κριθεί από το αν οι δύο πλευρές μπορούν να αποφύγουν το επόμενο λάθος.
Η σχέση Ηνωμένων Πολιτειών – Κίνας δεν βρίσκεται σε φάση εμπιστοσύνης. Βρίσκεται σε φάση ελεγχόμενης δυσπιστίας. Και αυτό είναι πιο σταθερό από την ανοιχτή σύγκρουση, αλλά πολύ πιο εύθραυστο από μια κανονική σχέση. Ο Τραμπ ήθελε να πάει στην Κίνα ως διαπραγματευτής που θα αποσπάσει μια μεγάλη νίκη. Πηγαίνει περισσότερο ως πρόεδρος που πρέπει να διαχειριστεί μια αλληλεξάρτηση την οποία δεν μπορεί εύκολα να κόψει.
Ο Σι, από την πλευρά του, θέλει να δείξει ότι η Κίνα μπορεί να αντέξει την αμερικανική πίεση και να ανταποδώσει όταν χρειαστεί. Αυτό δεν είναι το τέλος του εμπορικού πολέμου. Είναι η μετάβασή του σε μια νέα φάση. Λιγότερο θεαματική, αλλά πιο επικίνδυνη. Γιατί πίσω από τους δασμούς βρίσκονται πλέον οι σπάνιες γαίες, οι ημιαγωγοί, η Ταϊβάν, το ιρανικό πετρέλαιο, οι κυρώσεις και η μάχη για το ποιος θα ορίζει τους κανόνες της παγκόσμιας οικονομίας. Ο Τραμπ ξεκίνησε θέλοντας να κάνει την Κίνα να υποχωρήσει.
Σήμερα, το ερώτημα είναι πιο σύνθετο: μπορεί να την πιέσει χωρίς να τραυματίσει την ίδια την αμερικανική οικονομία;

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή