Είναι λίγο μετά τις 6 το απόγευμα της Πέμπτης. Στην είσοδο του Δημοτικού Γηροκομείου Χανίων, στη Χαλέπα, μας υποδέχεται ο πρόεδρος του Δ.Σ. Στέλιος Βαλυράκης για να μας συνοδεύσει στο ραντεβού που έχουμε με την σπουδαία Χανιώτισσα συγγραφέα Αλκυόνη Παπαδάκη. Αυτό είναι ένα διαφορετικό ραντεβού…

Εδώ και δεκαπέντε ημέρες, το σπίτι της είναι ένα φωτεινό δωμάτιο που κοιτά το απέραντο της θάλασσας στο πρώτο όροφο του Δημοτικού Γηροκομείου Χανίων. Έξω από την πόρτα γράφει το όνομά της  με κεφαλαία γράμματα: ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΑΛΚΥΟΝΗ .

”Παπαδάκη είναι πολλές. Αλκυόνες, μόνο δύο”, μας λέει εννοώντας, την εγγονή της, η φωτογραφία της οποίας βρίσκεται στο κέντρο του δωματίου, η αγαπημένη και πολυδιαβασμένη συγγραφέας, που μας υποδέχεται  με χαμόγελο και ευγένεια στο νέο της σπίτι.Ένας άνθρωπος ζωντανός, χαρούμενος, φωτεινός και ταυτόχρονα τόσο ταπεινός και σεμνός. Και πάντα με χαμόγελο…

Σε μια αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο Zarpanews.gr και την Ελένη Φουντουλάκη, η αγαπημένη Ελληνίδα συγγραφέας από το Νιο Χωριό Αποκορώνου, Αλκυόνη Παπαδάκη μιλά για μια απόφαση ζωής που γεννήθηκε από την ανάγκη για ανθρώπινη παρουσία, ασφάλεια και συντροφικότητα, για το νέο κεφάλαιο που άνοιξε στη στη ζωή της, επιλέγοντας να εγκατασταθεί μόνιμα στο Δημοτικό Γηροκομείο Χανίων, στη Χαλέπα.

«Δεν μπορούσα άλλο να είμαι μόνη μου. Αισθανόμουν ανασφάλεια», εξομολογείται στο Zarpanews.gr, μιλώντας με ειλικρίνεια και αξιοπρέπεια για τη δύσκολη αλλά συνειδητή απόφαση να αφήσει το σπίτι της στο Μαρούσι και να επιστρέψει στον τόπο της.

Σε έναν χώρο που, όπως λέει, την αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή, η αγαπημένη συγγραφέας βρίσκει ξανά την αξία της ανθρώπινης επαφής: «Είναι πολύ σημαντική η παρέα, η συμπαράσταση. Η παρουσία των ανθρώπων, όταν γίνεται με αγάπη, είναι μια μεγάλη παρηγοριά».

Μιλά για τη σχέση της με τα Χανιά, έναν τόπο από τον οποίο, όπως περιγράφει, παίρνει πάντα δύναμη, παρότι η ζωή την οδήγησε μακριά από την καθημερινότητά του. Αναφέρεται στα βιβλία της, που γεννήθηκαν μέσα από την ψυχή της, τα βιώματά της και τη βαθιά σχέση της με τους ανθρώπους, αλλά και στις μεγάλες απώλειες που σημάδεψαν τη ζωή της, τον χαμό του γιου της και του συντρόφου της.

Μια συγκινητική συζήτηση για την απώλεια, τη μοναξιά, την αγάπη, τη δύναμη της ζωής και τη μικρή «χαραμάδα φωτός» που η Αλκυόνη Παπαδάκη αφήνει πάντα μέσα από τα γραπτά της.

Ολόκληρη η συνέντευξη στο zarpanews.gr :

-Καλώς σας βρήκαμε… στο νέο σας σπίτι.

Καλοσωρίσατε. Με χαρά μου. Είναι πάρα πολύ όμορφος ο χώρος και πάρα πολύ ζεστός. Υπάρχει αγάπη εδώ πέρα.

-Μιλήστε μας για την σχέση σας με τα Χανιά… που πρωταγωνιστούν αρκετές φορές στο έργο σας.

Αγαπώ ιδιαίτερα τον τόπο μου και παίρνω δύναμη… Αλλά δεν τα έχω ζήσει εγώ τα Χανιά, γιατί μόλις τελείωσα το Δημοτικό μπήκα εσωτερική στη Γαλλική Σχολή και, μόλις τελείωσα τη Γαλλική Σχολή, έφυγα και ήρθα στην Αθήνα. Όλη μου η ζωή ήταν στην Αθήνα. Δεν έζησα την καθημερινότητα εδώ. Πάντα όταν κατέβαινα, για διακοπές ή για λίγο χρόνο, αισθανόμουν ότι περνά δύναμη από τον τόπο.

– Έχετε συγκεκριμένες αναμνήσεις από τον πατέρα σας, από εκείνα τα πρώτα χρόνια;

Έχω πάρα πολλές αναμνήσεις, αλλά δεν είναι οι περισσότερες καλές. Σαν παιδί δεν ήταν εύκολες οι αναμνήσεις. Ήταν μια δύσκολη εποχή όταν ήμουν παιδί. Το σπίτι μας ήταν φορτωμένο με πολλά δεινά και εγώ, σαν παιδάκι, τα έζησα όλα αυτά. Γι’ αυτό ήθελα να φύγω γρήγορα.

 -Το «Κόκκινο σπίτι» είναι ένα βιογραφικό βιβλίο; 

Ναι, περιγράφει πώς ένα παιδί έζησε αυτή την κατάσταση, τα δύσκολα πράγματα που βίωσε. Πιστεύω ότι στο τέλος κάτι κατάφερα…

– Πριν από τρία χρόνια είχατε δώσει μια συνέντευξη, τότε ήταν και πρόσφατος ο χαμός του γιου σας και του συντρόφου σας. Είχατε πει μια πολύ δυνατή φράση, ότι δεν βιώσατε τη μοναξιά αλλά την ερημιά. Η απόφαση να ζήσετε στο Δημοτικό Γηροκομείο Χανίων γεννήθηκε από την ανάγκη να φύγετε από αυτή την ερημιά;

Ναι, ήθελα να φύγω από αυτή την ερημιά και δεν μπορούσα. Βασικά, δεν μπορούσα άλλο να είμαι μόνη μου στην Αθήνα. Αισθανόμουν ανασφάλεια. Ήθελα να είμαι στην Αθήνα, αλλά δεν μπορούσα να είμαι μόνη μου. Η αδερφή μου έψαξε, βρήκε το καλύτερο και ήρθα εδώ.

-Όταν πήρατε την απόφαση να αφήσετε το σπίτι σας στην Αθήνα, τι ήταν το πιο δύσκολο πράγμα να αποχωριστείτε;

Όλα ήταν δύσκολα. Όλα είναι ακόμα δύσκολα. Δεν μπορώ να το ξεπεράσω ακόμη, είναι νωρίς. Πολύ νωρίς. Εγώ δένομαι με τα πράγματα, με όλα. Ακόμα δεν το έχω ξεπεράσει. Νομίζω ότι ξυπνάω τη νύχτα και πηγαίνω στο ράφι που ήξερα, να πάρω κάτι. Νομίζω ακόμα ότι είμαι στο σπίτι μου.Με πονάει αυτό.

-Σε ποια περιοχή ήταν το σπίτι σας;

Στο Μαρούσι.

– Και πόσο καιρό είστε εδώ;

Είναι πολύ λίγο. Δεκαπέντε μέρες περίπου. Γι’ αυτό σας λέω ότι είναι νωρίς ακόμα. Αλλά επειδή με αγαπάνε πολύ, παίρνω δύναμη.

-Μετά την απώλεια του γιου σας και του συντρόφου σας, νιώθετε ότι η παρουσία ανθρώπων γύρω σας λειτουργεί σήμερα σαν ένα αντίβαρο στον πόνο;

Λειτουργεί σαν μια παρηγοριά. Αλλά ο πόνος της μάνας που χάνει το παιδί της πονάει πάντα. Η πληγή είναι πάντα πληγή. Έχει όμως μεγάλη σημασία να έχεις κάποιον να ακουμπάς.

-Είχατε πει σε εκείνη τη συνέντευξη ότι κάθε βράδυ περιμένατε να ακούσετε το κλειδί του γιού σας στην πόρτα…

Ακόμα περιμένω. Ακόμα περιμένω. Δεν το έχω ξεπεράσει αυτό. Νομίζω ότι δεν έχω καταλάβει, δεν έχω χωνέψει ακόμα ότι ο γιος μου δεν υπάρχει. Είναι δύσκολο αυτό. Συμβαίνει σε όλες τις μάνες που χάνουν το παιδί τους.

– Σήμερα, μέσα σε αυτό το όμορφο περιβάλλον, υπάρχουν άνθρωποι που σας κάνουν να νιώσετε ότι βρίσκεστε ξανά ανάμεσα σε μια μικρή οικογένεια;

Είναι άνθρωποι που τους γνωρίζω μόλις δεκαπέντε μέρες, αλλά όλοι εδώ πέρα μου δείχνουν το ενδιαφέρον και την αγάπη τους. Και αυτό είναι μια μεγάλη παρηγοριά για μένα. Αν δεν το είχα αυτό… Η συμπαράσταση των ανθρώπων, όταν γίνεται με αγάπη, έχει μεγάλη σημασία.

 – Έρχονται άνθρωποι εδώ, σας φέρνουν βιβλία για υπογραφή, τι σας λένε;

Ναι, έρχονται. Πάρα πολλοί. Και στην Αθήνα, όταν πήγαινα στον δρόμο, πολλές φορές με αναγνώριζαν. Επειδή έχω εμφανιστεί κάποιες φορές στην τηλεόραση, από πρωτοβουλία άλλων ανθρώπων — εγώ ποτέ δεν προσπάθησα να κάνω κάτι για να φανώ — κάποιος με αναγνώριζε, ερχόταν κοντά μου, με αγκάλιαζε, με φιλούσε και μου έλεγε «ευχαριστώ που με βοήθησες».

Και εγώ αισθανόμουν περίεργα. Σκεφτόμουν ότι δεν είμαι εγώ αυτή. Νομίζω ότι είναι κάποιος άλλος. Εγώ απλώς έγραψα. Ό,τι ήταν τα γραπτά μου, ήταν μέσα από την ψυχή μου. Ήταν από τα βιώματά μου, γιατί έζησα πάντα κοντά στους ανθρώπους και έμαθα να τους νιώθω.

Αυτό που λέω πολλές φορές είναι ότι έμαθα να περπατώ στα μυστικά δρομάκια της ψυχής των ανθρώπων. Και τους νιώθω.

Έκανα πάντα παρέα με όλους τους ανθρώπους. Δεν κοίταζα το βιογραφικό του καθενός. Δεν έλεγα «δεν θέλω τον τάδε». Ο καθένας έχει την τρέλα του και λέω και εγώ: «Εγώ είμαι με την τρέλα μου».

– Τα βιβλία σας έχουν αγαπηθεί από χιλιάδες αναγνώστες. Έχετε εκδώσει σπουδαία έργα της ελληνικής λογοτεχνίας και σε πολλά από αυτά, παρότι υπάρχουν δύσκολες και σκοτεινές στιγμές, στο τέλος αφήνετε πάντα μια χαραμάδα φωτός, μια ελπίδα. Πιστεύετε ότι αυτό έχει βοηθήσει τους αναγνώστες σας;

Και εγώ έτσι είμαι. Γι’ αυτό γίνεται αυτό. Δηλαδή εγώ ξυπνάω κάθε πρωί, ανοίγω τα παράθυρα, παίρνω μια ανάσα και λέω «καλημέρα» και «ευχαριστώ τον Θεό που μου δίνει και αυτή τη μέρα».

– Είναι αυτή η δύναμη που περνάει και μέσα από τα βιβλία σας;

Ναι, γιατί δεν μπορώ να γράψω κάτι διαφορετικό από αυτό που είμαι εγώ. Τα γραπτά μου είναι μέσα από την ψυχή μου, μέσα από τα βιώματά μου, από αυτά που έχω ζήσει και από αυτά που έχω νιώσει.

Έχω μάθει να κοιτάζω τους ανθρώπους, να τους ακούω και να τους καταλαβαίνω. Έμαθα να περπατώ στα μυστικά δρομάκια της ψυχής τους. Αυτό είναι που περνάει και στα βιβλία μου.

-Παρά τις απώλειες και τις δύσκολες στιγμές που έχετε περάσει, υπάρχει μέσα σας αυτή η ανάγκη να βλέπετε το φως;

Πρέπει να υπάρχει. Αν δεν υπάρχει αυτό, τι μένει; Η ζωή έχει δυσκολίες, έχει πόνο, έχει απώλειες, αλλά πρέπει να βρίσκεις κάτι να σε κρατάει. Μια μικρή χαραμάδα φωτός.

Εγώ έτσι πορεύτηκα. Με τους ανθρώπους, με την αγάπη, με τα απλά πράγματα. Και αυτό προσπάθησα να δώσω και μέσα από τα βιβλία μου.

– Σήμερα, μετά από όλα όσα έχετε ζήσει, τι είναι αυτό που σας δίνει δύναμη;

Οι άνθρωποι. Η αγάπη των ανθρώπων. Το να αισθάνεσαι ότι κάποιος σε σκέφτεται, ότι κάποιος είναι εκεί. Και κάθε μέρα που ανοίγω τα μάτια μου λέω «ευχαριστώ». Γιατί η κάθε μέρα είναι ένα δώρο.

– Στο βιβλίο «Το ταξίδι που λέγαμε», αν συναντούσατε τη μία από τις πρωταγωνίστριες, που ίσως είναι πιο κοντά στον χαρακτήρα σας, τι θα της λέγατε;

Α, μη μου λες τώρα «αν συναντούσα και τι θα έκανε», γιατί εγώ δεν… Από τη στιγμή που φεύγει από τα χέρια μου το βιβλίο, το έχω δώσει, το έχω αφήσει. Δεν ασχολούμαι. Και δεν θυμάμαι κιόλας.

Όλες αυτές οι αναρτήσεις που κάνουν κάθε μέρα, «αγαπώ την Αλκυόνη» και τέτοια, είναι πάρα πολλές. Κάθε μέρα γίνονται αυτά και μου τα διαβάζει η αδερφή μου, που ασχολείται, γιατί εγώ με την τεχνολογία δεν τα πάω καλά.

Δεν θυμάμαι κιόλας και λέω: «Μπράβο, εγώ το έγραψα αυτό;».

-Αν κάποιος αναγνώστης των βιβλίων σας θέλει να έρθει να σας βρει εδώ στο Δημοτικό Γηροκομείο Χανίων, μπορεί να το κάνει;

Οποιοσδήποτε μπορεί να έρθει να με δει. Χαρά μου. Και εκπαιδευτικοί από σχολεία έρχονται και με βρήσκουν για να μιλήσω σε παιδιά, επειδή εγώ δεν είμαι στημένη, δεν προσπαθώ να παραστήσω κάτι. Πηγαίνω και γίνομαι ένα με τα παιδιά, με τη γλώσσα τους, με τον τρόπο τους. Και μετά μου λένε οι δάσκαλοι και οι δασκάλες ότι τα παιδιά είχαν ενθουσιαστεί.

-Έχετε όμως και μια πολύ όμορφη θέα από το δωμάτιό σας. Βλέπετε τη θάλασσα.

Είναι πολύ ωραία η θέα. Και εγώ λέω έτσι και σκέφτομαι ότι αισθάνομαι σαν ναυτικός, γιατί έχω όλη τη θάλασσα μπροστά μου.

Δεν είχα ποτέ τη θάλασσα κοντά μου. Το χωριό μου δεν είχε θάλασσα, το Νιό Χωριό. Μετά, στη Γαλλική Σχολή δεν είχα θάλασσα. Στην Αθήνα δεν έζησα κοντά στη θάλασσα.

Και είναι η πρώτη φορά που τη βλέπω έτσι. Είναι φοβερό. Κάθε ώρα αλλάζει όψη, παίζει με τον ήλιο. Κάτι ηλιοβασιλέματα φοβερά που δεν τα είχα ξαναδεί. Είναι πάρα πολύ ωραίες εικόνες.

-Η φύση είναι θεραπευτική;

Η φύση πάντα είναι θεραπευτική. Η δύναμη της ζωής είναι γύρω μας. Φτάνει να ανοίξουμε την ψυχή μας να την αφήσουμε να μπει, να μην έχουμε κλειστές πόρτες.

– Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.

Εγώ ευχαριστώ.

Οι άνθρωποι του Δημοτικού Γηροκομείου Χανίων

«Όταν αυτοί οι άνθρωποι βλέπουν σύννεφα, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να τους ζωγραφίζουμε ήλιους». Με αυτή τη φράση ο πρόεδρος του Δημοτικού Γηροκομείου Χανίων, Στέλιος Βαλυράκης , περιγράφει τη φιλοσοφία του ιδρύματος που επέλεξε να γίνει το νέο σπίτι της αγαπημένης συγγραφέως Αλκυόνης Παπαδάκη. Ο ίδιος μιλά για τη συγκίνηση με την οποία υποδέχθηκαν την απόφασή της να εγκατασταθεί στα Χανιά, εξηγώντας πως το Δημοτικό Γηροκομείο δεν είναι απλώς ένας χώρος φιλοξενίας, αλλά «μια μεγάλη οικογένεια», όπου η αγάπη, η ανθρώπινη παρουσία και η φροντίδα δίνουν καθημερινά δύναμη στους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας ενώ αφηγείται και δύο συγκινητικές ιστορίες.

”Η Αλκυόνη Παπαδάκη είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Είναι χαρούμενη, εκπέμπει αγάπη και αυτό, αφενός, είναι καλό για την ίδια, αλλά είναι καλό και για όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω της.

Εδώ οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να νιώσουν ότι τους αγαπούν, ότι δεν είναι παρατημένοι, ότι έχουν συμπαράσταση, ότι κάποιοι νοιάζονται γι’ αυτούς. Αυτό ακριβώς που έλεγε και η φίλη μας, η Αλκυόνη.

Πριν από δυόμισι χρόνια, όταν ανέλαβα πρόεδρος, είχα αναζητήσει στο διαδίκτυο έναν ορισμό για το Δημοτικό Γηροκομείο Χανίων. Έλεγε ότι είναι ένας οργανισμός όπου, είτε από ανάγκη είτε από επιλογή, οι άνθρωποι έρχονται και το κάνουν νέο τους σπίτι.Είναι ένας όμορφος ορισμός, αλλά δεν περιγράφει ακριβώς τι είναι το Δημοτικό Γηροκομείο Χανίων.

Τον πραγματικό ορισμό μού τον έδωσε μια τρόφιμος του ιδρύματος, η κυρία Βαρβάρα, η οποία σήμερα δεν βρίσκεται στη ζωή. Δεν είχε κανέναν άνθρωπο δικό της. Ούτε σύζυγο, ούτε παιδιά, ούτε συγγενείς.

Όταν έφυγε από τη ζωή, η κηδεία της έγινε στο εκκλησάκι του Αγίου Παταπίου, εδώ, δίπλα στο ίδρυμα. Ο ναός και ο προαύλιος χώρος είχαν γεμίσει από εργαζόμενους και τρόφιμους του γηροκομείου.

Καθόμουν εκεί ως πρόεδρος και παρακολουθούσα τη διαδικασία. Εκείνη τη στιγμή μπήκε ένας ηλικιωμένος, επίσης τρόφιμος του ιδρύματος. Έσκυψε να την αποχαιρετήσει και είπε κάτι που έτυχε να ακούσω και πραγματικά με συγκίνησε βαθιά.

«Φίλη μου, Βαρβάρα, αντίο. Τελικά είχες οικογένεια. Μια μεγάλη οικογένεια που σ’ αγαπούσε πολύ».

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι πραγματικά είναι το Δημοτικό Γηροκομείο Χανίων. Είναι ένα σπίτι με μια μεγάλη οικογένεια, όπου αναπτύσσονται ισχυροί δεσμοί ανάμεσα στους ηλικιωμένους, αλλά και ανάμεσα στους ηλικιωμένους και τους εργαζόμενους.

Από τότε προσπαθώ, μαζί με όλους τους συνεργάτες μου και σύμφωνα με τις δυνατότητές μας, να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για αυτούς τους ανθρώπους. Να περνούν όσο γίνεται πιο όμορφα τις ημέρες τους.

Γιατί, κακά τα ψέματα, η τρίτη ηλικία έχει δυσκολίες. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν ανάγκη από στήριξη. Δεν είναι όλες οι ημέρες ίδιες. Κάποιες είναι πολύ δύσκολες. Ακόμη και η απόφαση να σηκωθεί κάποιος από το κρεβάτι του μπορεί να είναι δύσκολη. Υπάρχουν και άνθρωποι που δεν μπορούν καν να σηκωθούν.

Όταν λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι βλέπουν σύννεφα, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να τους ζωγραφίζουμε ήλιους.

Έτσι νιώθουμε εδώ. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε και αυτό θα συνεχίσουμε να κάνουμε. Άλλωστε, όπως γνωρίζετε, ανανεώθηκε και η θητεία ως προέδρου για τα επόμενα δυόμισι χρόνια.

Την προηγούμενη εβδομάδα, σε μια πρωινή επίσκεψη που κάναμε στους θαλάμους, ένας ηλικιωμένος, την ώρα που είχα γυρίσει την πλάτη μου και έφευγα, με φώναξε και μου είπε:

«Πρόεδρε, ευχαριστώ που σε είδα».

Πραγματικά συγκινήθηκα πάρα πολύ. Το «χάρηκα που σε είδα» το λέμε όλοι. Το «ευχαριστώ που σε είδα», όμως, δεν το είχα ξανακούσει ποτέ.

Εκείνη τη στιγμή μου ήρθε να κλάψω. Και είπα: «Δόξα τω Θεώ, τουλάχιστον αυτοί οι άνθρωποι χαίρονται που μας βλέπουν και εμείς χαιρόμαστε που τους βλέπουμε».

Γι’ αυτό θα συνεχίσουμε, όσο μπορούμε, να βελτιώνουμε συνεχώς το Δημοτικό Γηροκομείο Χανίων”.

Συνέντευξη: Ελένη Φουντουλάκη

Κάμερα: Δημήτρης Ροζάκης