Η απόφαση της RYANAIR, της μεγαλύτερης χαμηλού κόστους αεροπορικής εταιρείας στην Ευρώπη, να σταματήσει να χρησιμοποιεί από τον ερχόμενο Οκτώβριο ως βάση το αεροδρόμιο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, αποτελεί μεγάλο πλήγμα για την Οικονομία στη Μακεδονία, αλλά και για την εθνική μας Οικονομία συνολικά.

Η μείωση της επιβατικής κίνησης κατά 50% – 60%, σύμφωνα με εκτιμήσεις, ως αποτέλεσμα της ακύρωσης των 20 από τους 33 προορισμούς με τους οποίους συνδέει σήμερα τη Θεσσαλονίκη η συγκεκριμένη αεροπορική εταιρεία, καθώς και εξ αιτίας της αραίωσης της συχνότητας των δρομολογίων στους 13 προορισμούς που θα διατηρηθούν, θα έχει σοβαρή επίπτωση στον τουρισμό και μέσω αυτού και στο εμπόριο, στην αγορά και στην εν γένει Οικονομία της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας γενικότερα.

Υπενθυμίζεται ότι η μέση πληρότητα των δρομολογίων της RYANAIR στο αεροδρόμιο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ αγγίζει σήμερα το εντυπωσιακό ύψος του 96,8%.

Διαβάστε: Fraport Greece / Αιχμηρή απάντηση στη Ryanair – «Προσχηματικές και αβάσιμες οι αιτιάσεις»

Αιτία της αρνητικής αυτής απόφασης για την ελληνική Οικονομία, είναι η επιμονή της FRAPORT, η οποία διαχειρίζεται το συγκεκριμένο αεροδρόμιο, όπως και άλλα 13 αεροδρόμια της χώρας, να αυξήσει τα τέλη στάθμευσης. Κι αυτό σε μια εποχή μεγάλης αναταραχής των διεθνών αγορών λόγω του πολέμου στο Ιράν, του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ και των φόβων περαιτέρω αύξησης της τιμής της βενζίνης, που ασφαλώς θα πλήξει σοβαρά και τις αερομεταφορές.

Εκείνο που είναι εντυπωσιακό σε αυτή τη διαμάχη των δυο ιδιωτικών εταιρειών για τα τέλη χρήσης των αεροδρομίων, είναι η πλήρης απουσία της ελληνικής κυβέρνησης.

Η FRAPORT αύξησε τα τέλη, η RYANAIR αποφάσισε να διακόψει τη σύνδεση με τους 20 από τους 33 προορισμούς με τους οποίους συνδέει το αεροδρόμιο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ σε ολόκληρο τον κόσμο, η επιβατική κίνηση στο συγκεκριμένο αεροδρόμιο θα μειωθεί στο μισό, με τραγικές συνέπειες για τον τουρισμό, τις επιχειρήσεις και την αγορά, οι Έλληνες θα χάσουμε το προνόμιο της φτηνής μετακίνησης με μια χαμηλού κόστους αεροπορική εταιρεία που στάθμευε στη Θεσσαλονίκη και τελικά άλλα αεροδρόμια, της ευρύτερης περιοχής, θα απορροφήσουν αυτές τις μετακινήσεις, ωφελώντας τον τουρισμό στην Ιταλία, την Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Βόρεια Μακεδονία και τέλος 200 εργαζόμενοι στο αεροδρόμιο θα χάσουν τις δουλειές τους.

Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν με θύμα την ελληνική Οικονομία και τον Έλληνα πολίτη, η ελληνική κυβέρνηση είναι παντελώς απούσα από τις κρίσιμες εξελίξεις.

Κι αυτό όχι από αδράνεια. Αλλά από πολιτική άποψη.

Η βασική παθογένεια της πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη τα τελευταία 7 χρόνια είναι η εμμονή της στο νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα της αυτορρύθμισης των αγορών.

Διαβάστε: Η άποψή μας / Αποχώρηση Ryanair: Ο τουρισμός στο έλεος του αχαλίνωτου κέρδους

Πρόκειται για μια εμμονή που έχει ήδη στοιχίσει στην ελληνική Οικονομία και που συνεχίζει να στοιχίζει, όπως με αφορμή των πρόσφατων εξελίξεων στις αερομεταφορές διαπιστώνεται.

Η δυσανάλογα μεγάλη αύξηση της τιμής της ενέργειας στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι εισαγόμενη, όπως και ένας πρωτοετής φοιτητής των Οικονομικών Επιστημών μπορεί να εξηγήσει. Αν ήταν, στα ίδια επίπεδα με τη χώρα μας θα βρίσκονταν οι τιμές της ενέργειας και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Δεν θα είχαμε εμείς το θλιβερό προνόμιο να έχουμε τριπλάσια και τετραπλάσια τιμή ρεύματος σε σχέση με τους Γερμανούς, τους Γάλλους, Ισπανούς, Πορτογάλους κλπ κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης.

Η αιτία είναι η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ και η εμμονή στην αυτορρύθμιση της ενεργειακής αγοράς.

Όταν, δηλαδή, οι Γερμανοί και οι Γάλλοι επανακρατικοποιούσαν τις ενεργειακές τους επιχειρήσεις προκειμένου να υπάρξει ένας δημόσιος πυλώνας ελέγχου των τιμών του ρεύματος, εμείς εδώ στη… μακρινή Ελλάδα ιδιωτικοποιούσαμε τη ΔΕΗ.

Χάνοντας, έτσι, την τελευταία ευκαιρία να υπάρξει, εν μέσω ενεργειακής κρίσης, μια δημόσια επιχείρηση που να θέτει πλαφόν και να εμποδίζει τις κερδοσκοπικές ανατιμήσεις από πλευράς ιδιωτικών ενεργειακών επιχειρήσεων.

Οι κερδοσκοπικές ανατιμήσεις της ενέργειας μετακυλίστηκαν γρήγορα στους υπόλοιπους τομείς της Οικονομίας, από τις μεταφορές μέχρι τα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, συμβάλλοντας έτσι στην ιδιότυπη ελληνική ακρίβεια που ταλαιπωρεί τους πλέον χαμηλά αμειβόμενους εργαζόμενους στην Ευρώπη, τους Έλληνες.

Η απώλεια του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης προσκόλλησης της κυβέρνησης Μητσοτάκη, βρίσκεται πίσω από όλες τις στρεβλώσεις και τις παθογένειες της ελληνικής Οικονομίας, τις οποίες πληρώνει ακριβά ο Έλληνας πολίτης.

Στην υπόθεση των αερομεταφορών είναι σαφές ότι και οι δυο αντιμαχόμενες ιδιωτικές επιχειρήσεις ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους κέρδος.

Αν δεν υπάρξει μια ρυθμιστική παρέμβαση από το ελληνικό κράτος, ουδείς πρόκειται να ενδιαφερθεί για τη ζημιά που θα υποστεί ο τουρισμός, το εμπόριο και οι ελληνικές επιχειρήσεις.

Σήμερα, μετά την ιδιωτικοποίηση των αεροδρομίων,

Δεν υπάρχει κανείς να ενδιαφερθεί και να μεριμνήσει για το δημόσιο συμφέρον στις αερομεταφορές
Δεν υπάρχει κανείς να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα της ελληνικής κοινωνίας
Δεν υπάρχει κανείς να διασφαλίσει το συμφέρον της εθνικής μας οικονομίας

Με αποτέλεσμα οι μεταφορές, αλλά και ο τουρισμός και η ενέργεια και οι αγορές και το εμπόριο στη χώρα μας να είναι θύματα της κερδοσκοπικής πολιτικής ιδιωτικών εταιρειών.

Η ιδιωτικοποίηση βασικών υποδομών, όπως τα αεροδρόμια, όσο και η απώλεια του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους στην οικονομία, γίνεται σαφές ότι βλάπτουν σοβαρά το δημόσιο συμφέρον και την εθνική μας Οικονομία.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα η χώρα είναι μια προοδευτική πολιτική που να επαναφέρει τον ρυθμιστικό ρόλο του κράτους στην αγορά, προκειμένου να σταματήσουν ευαίσθητοι τομείς της ελληνικής Οικονομίας, όπως οι μεταφορές, ο τουρισμός, η ενέργεια κλπ, αλλά και μαζί με αυτούς και ο Έλληνας πολίτης να είναι θύματα των κερδοσκοπικών επιδιώξεων μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων που λυμαίνονται την ελληνική Οικονομία.

*Γιάννης Μυλόπουλος, Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Επικεφαλής παράταξης «ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ»