Η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης (AI) στη λειτουργία βιομηχανικών μηχανημάτων μεγάλης κλίμακας αλλάζει ριζικά τα δεδομένα στους χώρους εργασίας, μεταφέροντας κρίσιμες αποφάσεις για την ασφάλεια από τον άνθρωπο σε αλγοριθμικά συστήματα. Ωστόσο, η αξιοπιστία αυτών των συστημάτων αποτελεί αντικείμενο έντονου προβληματισμού.
Χαρακτηριστικό, σημειώνει το Social Europe, παράδειγμα αποτελούν τα περονοφόρα ανυψωτικά μηχανήματα (κλαρκ) νέας γενιάς, τα οποία χρησιμοποιούν AI για την ανίχνευση επικείμενης σύγκρουσης και την αυτόματη ενεργοποίηση του συστήματος πέδησης.
Σε περιπτώσεις όπου το σύστημα αποτυγχάνει να αναγνωρίσει έναν εργαζόμενο λόγω τεχνικού σφάλματος, το βάρος της αποφυγής του ατυχήματος επιστρέφει αποκλειστικά στα αντανακλαστικά του ανθρώπινου χειριστή.
Αντιδράσεις προκαλεί η εξαίρεση των βιομηχανικών μηχανημάτων από τους αυστηρούς κανόνες ασφαλείας της Τεχνητής Νοημοσύνης
Το σημαντικότερο πρόβλημα σε τέτοια σενάρια είναι η απουσία επαρκούς καταγραφής δεδομένων (ιχνηλασιμότητα), η οποία καθιστά αδύνατο για τους ελεγκτές ασφαλείας να προσδιορίσουν εάν το σφάλμα προήλθε από τους αισθητήρες, από τα δεδομένα εκπαίδευσης του μοντέλου ή από τον ίδιο τον πυρήνα του συστήματος AI.
Αυτό το λειτουργικό κενό αναδεικνύει την αναγκαιότητα ύπαρξης εξειδικευμένων δικλίδων ασφαλείας. Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη υποκαθιστά σταδιακά τους μηχανικούς ελέγχους και την ανθρώπινη κρίση, η διασφάλιση της ορθής λειτουργίας της καθίσταται ζωτικής σημασίας για την αποφυγή σοβαρών εργατικών ατυχημάτων.
Με αυτά τα δεδομένα, η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αφαιρέσει τον Κανονισμό για τα Μηχανήματα (Machinery Regulation) από το Παράρτημα Ι, Ενότητα Α της Πράξης για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act), προκαλεί σοβαρές ανησυχίες.
Η νομοθετική αλλαγή και το “Digital Omnibus”
Τον Μάιο του 2026, οι Ευρωπαίοι νομοθέτες ενέκριναν το νομοσχέδιο «Digital Omnibus on AI», το οποίο τέθηκε άμεσα σε ισχύ. Στόχος του ήταν η θέσπιση απλουστευμένων κανόνων που θα ενθάρρυναν την καινοτομία. Ως άμεση συνέπεια αυτής της πολιτικής, τα βιομηχανικά προϊόντα και τα εξαρτήματα ασφαλείας που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη εξαιρέθηκαν από το άμεσο πεδίο εφαρμογής του AI Act και τις αυστηρές απαιτήσεις του για συστήματα «υψηλού κινδύνου».
Το AI Act (Κανονισμός ΕΕ 2024/1689) θεσπίζει νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις ειδικά σχεδιασμένες για την τεχνητή νοημοσύνη, ρυθμίζοντας ζητήματα όπως η διακυβέρνηση δεδομένων, οι αλγοριθμικές προκαταλήψεις (bias), η κυβερνοασφάλεια και η διαχείριση ποιότητας. Αντίθετα, ο υφιστάμενος Κανονισμός για τα Μηχανήματα (Κανονισμός ΕΕ 2023/1230) δεν περιλαμβάνει αντίστοιχες ειδικές προβλέψεις για το AI. Η διαγραφή της παραπομπής στον Κανονισμό για τα Μηχανήματα πρακτικά σημαίνει ότι αυτές οι ζωτικές υποχρεώσεις παύουν να εφαρμόζονται στα εξαρτήματα ασφαλείας των μηχανημάτων.

Το νομικό κενό στην ασφάλεια των μηχανημάτων με τεχνητή νοημοσύνη
Το επίσημο επιχείρημα για αυτή τη ρυθμιστική αλλαγή ήταν η αποφυγή επικαλύψεων μεταξύ των δύο Κανονισμών. Στην πράξη, ωστόσο, η απόφαση αυτή αφήνει προσωρινά τους κατασκευαστές μηχανημάτων χωρίς ένα ισοδύναμο νομικό πλαίσιο εστιασμένο στην τεχνητή νοημοσύνη. Για να καλύψει το κενό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δρομολόγησε πρόταση τροποποίησης του Κανονισμού για τα Μηχανήματα, μέσω μιας «κατ’ εξουσιοδότηση πράξης» (delegated act). Η Επιτροπή έχει πλέον περιθώριο δύο ετών για να ενσωματώσει τις βασικές απαιτήσεις υγείας και ασφάλειας του AI Act στον Κανονισμό για τα Μηχανήματα, χωρίς να απαιτείται πλήρης αναδιατύπωση της νομοθεσίας.
Η στάση των συνδικάτων και ο κίνδυνος αβεβαιότητας
Η εξέλιξη αυτή προέκυψε κατόπιν συντονισμένης πίεσης από τμήματα της βιομηχανίας μηχανημάτων, τα οποία ζήτησαν απλούστευση των διαδικασιών συμμόρφωσης στο όνομα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC) εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για αυτόν τον ρυθμιστικό διαχωρισμό. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων τονίζουν ότι η ανάγκη για παραγωγικότητα δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για την αποδυνάμωση των μέτρων προστασίας, ειδικά από τη στιγμή που το AI Act διέθετε ήδη μηχανισμούς αποφυγής της διοικητικής γραφειοκρατίας.
Το βασικό πρόβλημα έγκειται στο μεταβατικό διάστημα. Μέχρι τον Αύγουστο του 2028, οπότε και αναμένεται να ολοκληρωθεί η ενσωμάτωση, οι κατασκευαστές θα βασίζονται σε εναρμονισμένα πρότυπα για την τεχνητή νοημοσύνη. Όμως, όπως επισημαίνουν νομικοί αναλυτές, τα τεχνικά πρότυπα δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη νομοθεσία. Λειτουργούν ως γέφυρα, αλλά δεν μπορούν να δημιουργήσουν επίπεδα προστασίας που ο ίδιος ο νόμος πλέον δεν εγγυάται άμεσα. Αυτό δημιουργεί αβεβαιότητα τόσο στους κατασκευαστές, που δεν γνωρίζουν πώς ακριβώς θα διαμορφωθεί το τελικό πλαίσιο ελέγχου, όσο και στους εργαζομένους, που ανησυχούν για ενδεχόμενη νομική «έκπτωση» των δικλίδων ασφαλείας.
Ο ορισμός των εξαρτημάτων ασφαλείας
Επιπρόσθετη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο στένωσης του ορισμού του «εξαρτήματος ασφαλείας». Επί του παρόντος, η νομοθεσία ταξινομεί ως υψηλού κινδύνου μόνο τα συστήματα AI που προορίζονται να λειτουργήσουν αυστηρά ως εξαρτήματα ασφαλείας σε προϊόντα που υπόκεινται σε αξιολόγηση συμμόρφωσης από τρίτους. Καθώς το AI ενσωματώνεται σε ευρύτερες λειτουργίες, όπως η αποφυγή εμποδίων ή η αναγνώριση πεζών (όπως στο παράδειγμα του περονοφόρου), ενδεχόμενος περιορισμός του ορισμού θα μπορούσε να αφήσει τέτοια κρίσιμα συστήματα εκτός της κατηγορίας υψηλού κινδύνου, επιτρέποντας την κυκλοφορία τους χωρίς τις ελάχιστες εγγυήσεις ασφαλείας.
Η ευθύνη μεταφέρεται πλέον στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία καλείται να διασφαλίσει ότι κάθε σχετική δικλίδα του AI Act θα μεταφερθεί αυτούσια και λειτουργικά στον Κανονισμό για τα Μηχανήματα, εντός σαφούς χρονοδιαγράμματος και με διαφάνεια. Το ζητούμενο, σύμφωνα με τους ειδικούς της εργασιακής ασφάλειας, είναι σαφές: η ευθύνη για τους νέους τεχνολογικούς κινδύνους πρέπει να παραμένει στους κατασκευαστές και τους σχεδιαστές, και να μην μετακυλίεται στον τελικό χρήστη. Η τεχνολογία οφείλει να εξελίσσεται ταχύτατα, αλλά η προστασία της ανθρώπινης ζωής στο βιομηχανικό περιβάλλον δεν επιδέχεται απλουστεύσεις.
