Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, μας έχει κάνει μεγάλη ζημιά. Oι δε αναλυτές του ποιήματός του ακόμη μεγαλύτερη. «Άγγελος θανάτου το κοράκι» και μπλα μπλα μπλα.
Και τι λέει το περίφημο ποίημα; Μέσα στην σκοτεινή του κάμαρα ακούγονται χτυπήματα στην πόρτα- ανοίγει με τρόμο: τίποτα, σκοτάδι. Κάτι φτεροκοπάει σε λίγο μες στην κάμαρά του. Είναι το κοράκι. Σταλμένο από το θάνατο, σταλμένο από το διάβολο; Ποιος ξέρει; Και το κοράκι του λέει «ποτέ πια». Συνέχεια του λέει «ποτέ πια, ποτέ πια». Πότε πια δεν θα ξαναδείς την Λενόρ. Και οι τύψεις του ποιητή για την αδικοχαμένη Λενόρ γίνονται ονειροφαντασιές και δοξασίες και αναλύσεις επί αναλύσεων πως το κοράκι είναι προάγγελος θανάτου. Προς το κοράκι είναι ένα μιαρό πτηνό, που τρέφεται με πτώματα αντιλαμβάνεται την έλευση του θανάτου και μάλιστα την προαναγγέλλει κιόλας.
Ο τρόμος του ναρκομανούς ποιητή, τρόμος και με την έννοια την ιατρική, το παραλήρημα δηλαδή, συνοδεύει το καημένο το κοράκι από τότε σαν κατάρα.
Το κοράκι είναι μαύρο και καθαρίζει τον τόπο τρώγοντας ψόφια ποντίκια και λοιπά πτώματα ζώων. Μα τι σιχαμένο! «Από στόματος κοράκου, κρα» λέει μια ακόμα εξυπνάδα μας. Αλήθεια έχετε ακούσει ποτέ τη φωνή του γλάρου; Αν την έχετε ακούσει θα έχετε διαπιστώσει ότι μοιάζει πάρα πολύ με το κρα! Αλλά ο γλάρος που είναι λευκός και επιθετικός και τρώει σκουπίδια, ποζάρει στο φαντασιακό μας, σαν συνώνυμο της ελευθερίας και της ομορφιάς. Από στόματος γλάρου κρα δεν θα ακούσετε ποτέ. Γιατί; Γιατί ο Γλάρος είναι λευκός και το κοράκι είναι μαύρο. Elementary my dear Watson!
Και γράφει ο πολυαγαπημένος μου Lou Reed τον υπέροχο δίσκο The raven, όπου απαγγέλει το ποίημα ο συγκλονιστικός Willem Dafoe.
Και λέει η παροιμία η ελληνική «μαύρη μαυρίλα πλάκωσε μαύρη σαν καλιακούδα».
Αλλά ο σοφός Παπαδιαμάντης γράφει στην «Παιδική Πασχαλιά» πως η μάνα για να παρηγορήσει το μικρό παιδί, τον Ευαγγελινό, του έλεγε πως θα έρθει η κουρούνα -κρα κρα – να φέρει το τυρί και το κρέας- τσι τσι- και ο μικρός επαναλάμβανε παρηγορημένος «θα ‘θεί η κουούνα α φέει τσιτσί»- . Γιατί ο Παπαδιαμάντης ξέρει ότι το πανέξυπνο αυτό πουλί μπορεί να φέρει και να δώσει ζωή.
Πιο παλιά οι Ελληνες, ο Αίσωπος δηλαδή, προσπάθησαν να βγάλουν χαζό το κοράκι θυμάστε;
«Κόραξ εις άκραν υψηλήν κλάδου εκάθητο ελαίας
μέλαίναν είχε την στολήν και εις το ράμφος είχε κρέας.
Εις τα χαμόκλαδα κοντά αλώπηξ ίστατο δολία
τους ρώθωνες αυτής κεντά του κρέατος η ευωδία».
Ως εδώ το θυμάμαι αυτούσιο, μετά θυμάμαι που τον κολάκεψε η αλεπού και του είπε τι ωραία φωνή που έχεις για να σε ακούσω κι αυτός ο κόραξ, ο χαζός δηλαδή, έκανε κρα κρα και του ‘πεσε το κρέας και το φαγε η αλεπού, ωραία;
Και το φάγαμε κι εμείς το παραμύθι του χαζού κορακιού, του κακού κορακιού, του βρώμικου κορακιού, του κορακιού που το επικηρύσσουμε γιατί μας ενοχλεί.
Mε αυτό περίπου το φορτίο κι εγώ, επισκέπτομαι πριν δύο χρόνια την Ισλανδία. Αρχές Απριλίου του 2024 συναντώ τον περίφημο σκηνοθέτη και παραγωγό Fridrik Thor Fridriksson για μια πρώτη γνωριμία πριν την συνέντευξη μας.
Μας πηγαίνει να φάμε αστακό σούπα σε ένα παγωμένο και σκοτεινό ψαροχώρι, που περνούσε λέει κάποτε τις διακοπές του. Εκεί του ζητάει να τον φωτογραφίσει ο φίλος μου ο Γιάννης Καρπούζης, που σκηνοθετεί μια ταινία της οποίας την παραγωγή κάνει ο Φρίντρικ.
Τον ανεβάζει σ’ ένα ψηλό τοιχάκι σαν μώλο και την ώρα που κατεβαίνει τον φωτογραφίζω και εγώ κρυφά εντυπωσιασμένη από το μπόι του και την όλη του παρουσία. Δείχνω την φωτογραφία και μου λέει χαμογελώντας «τι είναι αυτό που έβγαλες πάνω στον ώμο μου, κοράκι;». Ηταν ο Γιάννης που ακόμα φωτογράφιζε. Χαμογελάω κάνοντας πως κατάλαβα, ενώ δεν είχα καταλάβει Χριστό.
Βλέπετε το μεσαίο όνομα του Φρίντρικ είναι Θορ που είναι ο δεύτερος κυριότερος θεός της Nordικ μυθολογίας, που είναι ο θεός του κεραυνού και που όπως όλοι οι θεοί της μυθολογίας αυτής έχουν ως ιερό πτηνό τι τι νομίζετε; Το κοράκι!
Και αρχίζω να ψάχνω. Και ανακαλύπτω ότι ο Οντιν, ο πατέρας των θεών της Nordικ μυθολογίας, ο Δίας τους ας πούμε, ο θεός του πολέμου, της γνώσης και της ποίησης (καταπληκτικό ε;) έχει πάντα μαζί του δύο κοράκια και με αυτά πάντα απεικονίζεται. Είναι οι πιο πιστοί του συνεργάτες, που γυρίζουν τον κόσμο και του φέρνουν τα νέα τον ενημερώνουν για το τι συμβαίνει στα πέρατα του Βασιλείου του.
Στη δεύτερη επίσκεψη μου στην Ισλανδία το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς το 2024, πέρασα τρεις ίσως και τέσσερις ώρες, μέσα στο καταπληκτικό μουσείο της αλιείας στο Ρέικιαβικ. Εκεί δίπλα στα όργανα της ναυσιπλοΐας, δίπλα στους εξάντες και στους αστερισμούς είδα να υπάρχει ένα ταριχευμένο κοράκι. Κι έμαθα, ότι για τους Βίκινγκς και τους παράτολμους πρώτους Ισλανδούς ψαράδες το κοράκι ήταν η πυξίδα της επιστροφής. Έπαιρναν μαζί τους στο ταξίδι ένα κοράκι και όσο μακριά και να πήγαιναν όταν αποφάσιζαν να επιστρέψουν στην Ισλανδία, άφηναν το κοράκι να πετάξει και ακολουθούσαν το πέταγμα του. Και τους οδηγούσε πάντα στην πατρίδα τους.
Είναι ιερό για αυτούς το κοράκι και στη σημερινή Ισλανδία το έχουν περίπου σαν κατοικίδιο. Πώς έχουμε εμείς τους παπαγάλους μας, τις γάτες μας; Έτσι έχουν κι αυτοί το κοράκι τους. Το οποίο είναι πανέξυπνο, πολύ φιλικό με τον άνθρωπο και καθόλου επιθετικό. Το διαπίστωσα πολύ πρόσφατα στην παραλία των Λιβαδιών στην Τήλο όπου αποφάσισα να γίνω φίλη με τις κουρούνες, που ξυπνούσαν ξημερώματα όπως και εγώ. Αρχισα να τις ταΐζω λοιπόν, πότε φρούτα, πότε ξηρούς καρπούς. Και άρχισαν κάθε πρωί να μαζεύονται, να με περιμένουν και να έρχονται όλο και πιο κοντά μου. Και γίναμε φίλες.
Καρακάξες παιδάκι μου, τι περιμένεις;
