Μια εμπορική συμφωνία που υπέγραψε η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τα φάρμακα βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής κριτικής στη Βρετανία, καθώς επικριτές της υποστηρίζουν ότι θα επιβαρύνει το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) με δεκάδες δισεκατομμύρια λίρες, στερώντας πόρους από γιατρούς, νοσηλευτές, διαγνωστικές εξετάσεις και άλλες κρίσιμες υπηρεσίες υγείας. Ads Σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στην Guardian, ο συντάκτης κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προώθησε τη συμφωνία χωρίς ουσιαστική κοινοβουλευτική συζήτηση, χωρίς πλήρη ενημέρωση για το οικονομικό της κόστος και χωρίς να παρουσιάσει επίσημη αξιολόγηση των επιπτώσεων που θα έχει για το δημόσιο σύστημα υγείας. Ads Η συμφωνία με τις ΗΠΑ
Σύμφωνα με το άρθρο, η συμφωνία επιτεύχθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο μεταξύ του Κιρ Στάρμερ και του Ντόναλντ Τραμπ. Ads Η βρετανική κυβέρνηση φέρεται να αποδέχθηκε την αύξηση των δαπανών για επώνυμα (branded) φαρμακευτικά προϊόντα, με αντάλλαγμα την αποφυγή επιβολής αυξημένων αμερικανικών δασμών στις εξαγωγές βρετανικών φαρμάκων προς τις ΗΠΑ. Ads Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η συμφωνία ουσιαστικά περιόρισε την ανεξαρτησία του NHS στις αποφάσεις για τις προμήθειες φαρμάκων, σημειώνοντας πως τα συγκεκριμένα σκευάσματα μπορούσαν ήδη να αγοραστούν όταν κρίνονταν αναγκαία, ενώ πλέον η δυνατότητα επιλογής θα καθορίζεται από τις δεσμεύσεις της συμφωνίας.
«Η Βουλή δεν ενημερώθηκε ποτέ»
Ένα από τα βασικά σημεία της κριτικής αφορά τη διαδικασία με την οποία εγκρίθηκε η συμφωνία.
Όπως επισημαίνεται, οι αλλαγές δεν τέθηκαν ποτέ σε ουσιαστική κοινοβουλευτική διαβούλευση, ενώ εφαρμόστηκαν μέσω δευτερογενούς νομοθεσίας, χωρίς να προηγηθεί πλήρης συζήτηση ή ψήφιση από το Κοινοβούλιο.
Σύμφωνα με το άρθρο, η κυβέρνηση δημοσιοποίησε τα πρώτα βασικά οικονομικά στοιχεία μόνο μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας και μάλιστα λίγο πριν από τις αργίες του Πάσχα, ενώ οι βουλευτές συζήτησαν επίσημα το θέμα αρκετούς μήνες αργότερα.
Μελέτη του British Medical Journal
Η κριτική ενισχύεται από νέα ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο British Medical Journal (BMJ) και υπογράφεται από τρεις ανώτερους ερευνητές στον χώρο της υγείας, μεταξύ των οποίων πρώην ανώτατος σύμβουλος του National Institute for Health and Care Excellence (NICE), του οργανισμού που αξιολογεί το κόστος και την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων στη Βρετανία.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι οικονομικές επιπτώσεις της συμφωνίας είναι σημαντικά μεγαλύτερες από όσες είχε παρουσιάσει η κυβέρνηση.

Οι τρεις δεσμεύσεις που αμφισβητούνται
Το άρθρο υπενθυμίζει ότι ο υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ είχε δώσει τρεις βασικές διαβεβαιώσεις στους πολίτες:

ότι το NHS δεν αποτελούσε αντικείμενο των διαπραγματεύσεων
ότι δεν θα περικόπτονταν υπηρεσίες υγείας για να χρηματοδοτηθεί η συμφωνία
και ότι το επιπλέον κόστος θα ανερχόταν περίπου στο 1 δισεκατομμύριο λίρες ετησίως τα πρώτα χρόνια

Ωστόσο, σύμφωνα με τη μελέτη του BMJ, οι προβλέψεις αυτές δεν επιβεβαιώνονται.
Διπλασιασμός της φαρμακευτικής δαπάνης
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι, ως αποτέλεσμα της συμφωνίας, η δημόσια δαπάνη για τα φάρμακα θα αυξηθεί σταδιακά από περίπου 0,3% του ΑΕΠ σήμερα σε 0,6% μέσα στην επόμενη δεκαετία, ενώ το επιπλέον κόστος θα καλυφθεί από τον προϋπολογισμό του NHS.
Σύμφωνα με την ανάλυση, μόνο τα πρώτα χρόνια εφαρμογής η επιβάρυνση μπορεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τις αρχικές κυβερνητικές εκτιμήσεις, ενώ μέχρι το τέλος της δεκαετίας το συνολικό κόστος θα μπορούσε να φτάσει τα 44,7 δισεκατομμύρια λίρες.
Για λόγους σύγκρισης, το άρθρο σημειώνει ότι η κυβέρνηση αναζητά περίπου 15 δισεκατομμύρια λίρες για την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών, ποσό που είναι περίπου το ένα τρίτο της εκτιμώμενης επιβάρυνσης που προβλέπει η μελέτη για το NHS.

Προειδοποίηση για πιθανές επιπτώσεις στην υγεία
Το πιο αμφιλεγόμενο συμπέρασμα της μελέτης αφορά τις πιθανές συνέπειες στην υγεία του πληθυσμού.
Οι συντάκτες της εκτιμούν ότι η μεταφορά σημαντικών πόρων προς την αγορά ακριβότερων επώνυμων φαρμάκων θα μπορούσε να μειώσει τη χρηματοδότηση άλλων υπηρεσιών του NHS, όπως διαγνωστικές εξετάσεις για τον καρκίνο, προσλήψεις γιατρών και νοσηλευτών, καθώς και θεραπείες για χρόνιες παθήσεις, όπως ο διαβήτης και τα καρδιαγγειακά νοσήματα.
Με βάση στατιστικά μοντέλα που συνδέουν τη δημόσια χρηματοδότηση με τα αποτελέσματα υγείας, οι ερευνητές εκτιμούν ότι μέχρι το 2036 η μείωση των διαθέσιμων πόρων θα μπορούσε να συνδεθεί με περίπου 229.000 επιπλέον θανάτους.
Οι ίδιοι χαρακτηρίζουν την εκτίμηση αυτή «συντηρητική», επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μοντέλο πρόβλεψης και όχι για καταγεγραμμένα περιστατικά.
Η απάντηση της κυβέρνησης
Το βρετανικό υπουργείο Υγείας δηλώνει ότι δεν αποδέχεται τα συμπεράσματα της συγκεκριμένης μελέτης, χωρίς ωστόσο – όπως επισημαίνει το άρθρο – να έχει δημοσιοποιήσει δική του ολοκληρωμένη μελέτη επιπτώσεων, παρά τα σχετικά αιτήματα βουλευτών.
Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ακόμη ότι η συμφωνία δεν έτυχε της αναμενόμενης κοινοβουλευτικής και δημόσιας εξέτασης, σημειώνοντας ότι τόσο οι αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές όσο και μεγάλο μέρος των βρετανικών μέσων ενημέρωσης ασχολήθηκαν ελάχιστα με το ζήτημα.
Κάλεσμα για επανεξέταση
Το άρθρο καταλήγει καλώντας τη νέα πολιτική ηγεσία της χώρας να επανεξετάσει τη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια απόφαση που ελήφθη με περιορισμένη διαφάνεια και χωρίς επαρκή δημοκρατικό έλεγχο, ενώ θέτει το ερώτημα εάν η επόμενη κυβέρνηση θα διατηρήσει ή θα αναθεωρήσει το συγκεκριμένο πλαίσιο συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον φαρμακευτικό τομέα.