Παγκόσμιο σοκ έχει προκαλέσει η βομβιστική επίθεση στο Μονακό, που φέρεται να είχε στόχο Ουκρανό ολιγάρχη και την οικογένειά του.
Ο Βαντίμ Ερμολάεφ, ένας από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες της Ουκρανίας, υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς και τώρα δίνει μάχη για τη ζωή του, σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο, μεταδίδουν γαλλικά ΜΜΕ.
Η δεύτερη σοβαρά τραυματισμένη είναι μία γυναίκα ηλικίας περίπου 50 έως 60 ετών, η οποία φέρεται να είναι η σύζυγός του, Άννα. Μάρτυρες περιέγραψαν σκηνές φρίκης, αναφέροντας ότι η γυναίκα έχασε και τα δύο της πόδια από την έκρηξη και βρέθηκε αιμόφυρτη στο έδαφος, χωρίς τις αισθήσεις της.
Τραυματίστηκε επίσης ένας 13χρονος, ο οποίος πιστεύεται ότι είναι ένα από τα τέσσερα παιδιά του ζευγαριού. Ο ανήλικος φέρει ελαφρύτερα τραύματα, ενώ και οι τρεις διακομίστηκαν εσπευσμένα σε νοσοκομείο της Νίκαιας, σε απόσταση 20 χιλιομέτρων από το πριγκιπάτο.
Οι πρώτες πληροφορίες των ερευνών αναφέρουν ότι ο δράστης είχε αφήσει ένα σακίδιο μέσα στο οποίο είχε τοποθετήσει εκρηκτικό μηχανισμό μαζί με μεταλλικά αντικείμενα, όπως παξιμάδια και βίδες, ώστε να είναι ακόμα πιο καταστροφικές οι επιπτώσεις της έκρηξης με τη διασπορά θραυσμάτων.
Οι Αρχές εκτιμούν ότι πρόκειται για σκόπιμη ενέργεια, ενώ το σακίδιο εξερράγη τη στιγμή που τα τρία θύματα βρίσκονταν στην είσοδο της πολυτελούς πολυκατοικίας.
Ο ύποπτος περιγράφεται ως άνδρας που φορούσε μαύρο καπέλο, μαύρη μπλούζα φόρμας, λευκό τζιν παντελόνι και αθλητικά παπούτσια. Μετά την έκρηξη διέφυγε πεζός προς το γειτονικό Μποσολέιγ της Γαλλίας.
Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί σύλληψη, ενώ οι αστυνομικές αρχές του Μονακό, σε συνεργασία με τις γαλλικές υπηρεσίες, έχουν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για τον εντοπισμό του.
Βοηθός του Γάλλου υπουργού Εσωτερικών, Λοράν Νούνιεζ, δήλωσε ότι οι αστυνομικές δυνάμεις εργάζονται εντατικά «για να εντοπίσουν τον δράστη, ο οποίος έχει διαφύγει».
Συγκλονιστικές είναι οι περιγραφές όσων βρέθηκαν κοντά στο σημείο της έκρηξης.
Ένας αυτόπτης μάρτυρας δήλωσε ότι είδε ένα «μικρό αγόρι ξαπλωμένο στο έδαφος, καλυμμένο με αίμα, ενώ κάποιος προσπαθούσε να του προσφέρει βοήθεια».
Παράλληλα, οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης παρείχαν πρώτες βοήθειες σε ακόμη τέσσερα άτομα, τα οποία υπέστησαν σοκ ή τραυματίστηκαν από τα θραύσματα των τζαμιών που έσπασαν λόγω της ισχυρής έκρηξης.
Μια αυτόπτης μάρτυρας περιέγραψε ότι ο θόρυβος της έκρηξης έμοιαζε «σαν πυροτεχνήματα».
«Άκουγα την αστυνομία, τους συναγερμούς και τα πυροσβεστικά οχήματα, και τότε σκέφτηκα: “Εντάξει, κάτι συμβαίνει”», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο υπουργός Επικρατείας του Μονακό, Κριστόφ Μιρμάν, είχε αρχικά χαρακτηρίσει το περιστατικό ως «επίθεση», ωστόσο στη συνέχεια απέφυγε τον συγκεκριμένο όρο και μίλησε για «σκόπιμη έκρηξη», ενώ επισήμανε ότι ο δράστης φέρεται να έxει διαφύγει στη Γαλλία.
«Τα τρία θύματα βρίσκονταν στην είσοδο του κτιρίου όταν εξερράγη η συσκευή. Οι αστυνομικές αρχές συλλέγουν αυτή τη στιγμή στοιχεία. Από ό,τι γνωρίζω, είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που έχει συμβεί τέτοια πράξη στο πριγκιπάτο», δήλωσε.
Από την πλευρά του, ο πρίγκιπας Αλβέρτος Β΄ του Μονακό χαρακτήρισε το περιστατικό «απαίσιο έγκλημα» και έκανε λόγο για «σοκ που συγκλόνισε ολόκληρη τη κοινότητα του Μονακό».
Ο Ερμολάεφ δεν ήταν στο στόχαστρο της γαλλικής δικαιοσύνης ή των Αρχών του Μονακό, επισημαίνεται.
Ο Βαντίμ Ερμολάεφ συγκαταλέγεται μεταξύ των περίπου 100 Ουκρανών ολιγαρχών που εγκαταστάθηκαν στη Γαλλική Ριβιέρα μετά την έναρξη του πολέμου με τη Ρωσία.
Ο 58χρονος επιχειρηματίας θεωρείται ένας από τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν τη μετασοβιετική οικονομία της Ουκρανίας και κατατασσόταν στην 23η θέση της λίστας των πλουσιότερων Ουκρανών, σύμφωνα με το Forbes το 2022.
Γεννημένος το 1968 στο Ντνίπρο, τη βιομηχανική πόλη που ήταν γνωστή παλαιότερα ως Ντνιπροπετρόφσκ, σπούδασε οικονομικά και υπηρέτησε στον σοβιετικό στρατό πριν στραφεί στις επιχειρήσεις.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ίδρυσε τον όμιλο Alef, ο οποίος δραστηριοποιείται στους τομείς των ακινήτων, της αγροδιατροφής, των δομικών υλικών, της μεταποίησης, των ιατρικών εμφυτευμάτων και του βιομηχανικού εξοπλισμού.
Η επιχειρηματική του δραστηριότητα συνδέθηκε άμεσα με την ανάπτυξη της γενέτειράς του. Σε αυτόν αποδίδεται η δημιουργία του εμπορικού κέντρου Most-City, που επί χρόνια αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα της Ουκρανίας, καθώς και η ανάπτυξη μεγάλων συγκροτημάτων κατοικιών, εμπορικών κέντρων, κτιρίων γραφείων και της λεωφόρου Katerynoslavsky, η οποία θεωρείται σύμβολο της αναγέννησης του κέντρου του Ντνίπρο.
Η επιχειρηματική του πορεία, ωστόσο, συνοδεύτηκε και από σοβαρές αντιπαραθέσεις.
Μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014, ο ίδιος υποστήριξε ότι έχασε όλα τα περιουσιακά του στοιχεία στη χερσόνησο.
Το 2019 εγκατέλειψε την ουκρανική υπηκοότητα και απέκτησε κυπριακή, μια απόφαση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Ουκρανία.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε τον Δεκέμβριο του 2023, όταν το Εθνικό Συμβούλιο Ασφάλειας και Άμυνας της Ουκρανίας επέβαλε κυρώσεις εις βάρος του.
Σύμφωνα με ουκρανικά μέσα ενημέρωσης, οι κυρώσεις σχετίζονταν με υποψίες ότι επιχειρήσεις που συνδέονταν μαζί του συνέχισαν εμπορικές δραστηριότητες στον τομέα των αλκοολούχων ποτών στην κατεχόμενη από τη Ρωσία Κριμαία.
Ο ίδιος έχει απορρίψει όλες τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε καμία παρανομία και έχει αμφισβητήσει τα μέτρα που του επιβλήθηκαν.
Παράλληλα, το όνομά του είχε βρεθεί στο επίκεντρο και εξαιτίας της συμμετοχής του στην εσθονική Versobank. Η άδεια λειτουργίας της τράπεζας ανακλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το 2018, καθώς μεγάλο ποσοστό των καταθέσεών της προερχόταν από μη κατοίκους της Εσθονίας, γεγονός που προσέλκυσε την προσοχή των αρμόδιων αρχών για την καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος και του ξεπλύματος χρήματος.
Οι Αρχές του Μονακό συνεχίζουν τις έρευνες για τη βομβιστική επίθεση, εξετάζοντας όλα τα πιθανά κίνητρα και αναζητώντας τον δράστη, ενώ μέχρι στιγμής δεν έχουν ανακοινώσει επίσημα στοιχεία για τα αίτια της επίθεσης ούτε για το ποιος ενδέχεται να βρίσκεται πίσω από αυτήν.
