Οι αλλεπάλληλες αναφορές για την εμφάνιση λαγοκέφαλων σε παραλίες της χώρας, σε συνδυασμό με το πρόσφατο περιστατικό τραυματισμού λουόμενης στη Βάρκιζα, έχουν εντείνει την ανησυχία των πολιτών ενόψει της θερινής περιόδου.
Για το ζήτημα τοποθετήθηκε στην εκπομπή «Πρωινές Διαδρομές» της ΕΡΤ με τους Βασίλη Αδαμόπουλο και Μαρία Γεωργίου ο Ιωάννης Γιώβος, υπεύθυνος διατήρησης της περιβαλλοντικής οργάνωσης iSea, ιχθυολόγος και διδάκτορας του Πανεπιστημίου Πατρών.
Ο κ. Γιώβος έκανε λόγο για υπερβολική ανησυχία που καλλιεργείται γύρω από το θέμα, σημειώνοντας πως «φέτος το καλοκαίρι έχει δημιουργηθεί ένας γενικότερος πανικός. Ξεκίνησε με τις μέδουσες, συνεχίστηκε με τους καρχαρίες και τώρα με τους λαγοκέφαλους. Υπάρχει μια τρομολαγνεία που τρομάζει τον κόσμο χωρίς να υπάρχει πραγματικός λόγος».
Αναφερόμενος στην εξάπλωση του λαγοκέφαλου, εξήγησε ότι το είδος διαθέτει ελάχιστους φυσικούς θηρευτές στη Μεσόγειο. Όπως είπε, επιστημονική έρευνα της ομάδας του έχει καταγράψει ότι ορισμένα ψάρια, όπως η μεσογειακή σμέρνα, η ζαργάνα και ο κυνηγός, τρέφονται με λαγοκέφαλους. Ωστόσο, οι πληθυσμοί αυτών των ειδών μειώνονται εξαιτίας της υπεραλίευσης, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να περιορίσουν αποτελεσματικά την εξάπλωση του εισβολικού είδους.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας ευνοεί περαιτέρω την ανάπτυξη του λαγοκέφαλου, καθώς πρόκειται για είδος που προέρχεται από θερμότερα θαλάσσια περιβάλλοντα. Για τον λόγο αυτό, όπως ανέφερε, μέτρα όπως η επιδότηση των αλιέων μπορεί να προσφέρουν μόνο προσωρινή ανακούφιση και δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος.
Ερωτηθείς για τις πιθανές λύσεις, ο κ. Γιώβος υπογράμμισε ότι απαιτείται μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την αντιμετώπιση όχι μόνο του λαγοκέφαλου αλλά και των υπόλοιπων ξενικών ειδών που εξαπλώνονται στις ελληνικές θάλασσες. Όπως τόνισε, οργανώσεις, ερευνητικά ιδρύματα, αλιείς και όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς πρέπει να συνεργαστούν ώστε να διαμορφωθούν τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μακροπρόθεσμα μέτρα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη προστασίας των φυσικών θηρευτών των ξενικών ειδών. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε το λιονταρόψαρο, το οποίο πλέον καταναλώνεται και θεωρείται βρώσιμο, επισημαίνοντας ότι βασικός φυσικός του θηρευτής στη Μεσόγειο είναι ο ροφός. Ωστόσο, όπως σημείωσε, οι ροφοί αλιεύονται συστηματικά, γεγονός που δυσκολεύει τον φυσικό έλεγχο του πληθυσμού του λιονταρόψαρου. «Δεν μπορούμε να περιμένουμε να μειωθούν αυτά τα είδη όταν αφαιρούμε συνεχώς τους φυσικούς θηρευτές τους. Χρειάζεται μια συνολική στρατηγική για πιο υγιείς θάλασσες», κατέληξε.
