Με μια λαμπρή τελετή γεμάτη μουσική και συμβολισμούς για τη δημοκρατία αλλά και με την παρουσία πολιτικών ηγετών, εγκαινιάστηκε στο Σικάγο το Προεδρικό Κέντρο του Μπάρακ Ομπάμα, ένα έργο που χρειάστηκε περισσότερο από δέκα χρόνια για να ολοκληρωθεί. Ωστόσο, η εκδήλωση δεν αποτέλεσε μόνο μια γιορτή για την πολιτική κληρονομιά του πρώην προέδρου. Για πολλούς παρατηρητές εξελίχθηκε σε μια έμμεση αλλά σαφή πολιτική απάντηση προς τον σημερινό πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, όπως γράφει ο διεθνής τύπος.

Παρουσία τριών πρώην προέδρων, κορυφαίων προσωπικοτήτων της διεθνούς πολιτικής και διάσημων καλλιτεχνών, η τελετή ανέδειξε ένα διαφορετικό όραμα για την Αμερική: αυτό της συναίνεσης, της θεσμικής συνέχειας και της δημοκρατικής κουλτούρας. Σε μια περίοδο έντονης πολιτικής πόλωσης, οι ομιλίες των Μπαράκ και Μισέλ Ομπάμα λειτούργησαν ως υπενθύμιση μιας εποχής που, τουλάχιστον στα μάτια των υποστηρικτών τους, φαντάζει πλέον μακρινή, σύμφωνα με ανάλυση της Guardian.

Το Κέντρο που εγκαινιάστηκε περιλαμβάνει Μουσείο, αρχεία και τεκμήρια της προεδρίας του, εκπαιδευτικούς και συνεδριακούς χώρους, χώρους για κοινοτικές δράσεις και εκδηλώσεις αλλά και βιβλιοθήκη και ερευνητικές εγκαταστάσεις.

Η πρώην πρώτη κυρία ήταν εκείνη που άσκησε την πιο άμεση κριτική. Χωρίς να αναφέρει ονομαστικά τον Τραμπ, αναφέρθηκε στις θεωρίες συνωμοσίας που αμφισβητούσαν την αμερικανική υπηκοότητα του Ομπάμα, τις οποίες ο σημερινός πρόεδρος είχε προωθήσει έντονα πριν από τη δική του πολιτική άνοδο.

Η Μισέλ Ομπάμα εξήρε την ανθεκτικότητα του συζύγου της απέναντι στις επιθέσεις που δέχθηκε κατά τη διάρκεια της προεδρίας του και υπογράμμισε τα επιτεύγματά του, από τη διαχείριση διεθνών κρίσεων μέχρι τη στήριξη της επιστήμης στη χάραξη δημόσιας πολιτικής.

Οι αναφορές αυτές θεωρήθηκαν από πολλούς ως έμμεσες συγκρίσεις με τη σημερινή διακυβέρνηση, η οποία έχει επικριθεί επανειλημμένα για τη στάση της απέναντι στην επιστημονική κοινότητα και τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Ο Μπαράκ Ομπάμα επέλεξε πιο ήπιους τόνους, αλλά το πολιτικό μήνυμα ήταν εξίσου σαφές. Στην ομιλία του τόνισε ότι η αμερικανική δημοκρατία βασίζεται στην αρχή πως ο στρατός και οι δυνάμεις ασφαλείας οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και στους πολίτες, όχι σε έναν πρόεδρο ή ένα πολιτικό κόμμα.

Παράλληλα, υπενθύμισε τη σημασία της ειρηνικής μεταβίβασης της εξουσίας μετά από ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, μια αναφορά που πολλοί συνέδεσαν με τα γεγονότα που ακολούθησαν τις εκλογές του 2020 και την εισβολή στο Καπιτώλιο.

Ο πρώην πρόεδρος επέμεινε ότι αξίες όπως η εντιμότητα, η ακεραιότητα, η ευγένεια και το αίσθημα καθήκοντος δεν ανήκουν ούτε στους Δημοκρατικούς ούτε στους Ρεπουμπλικανούς, αλλά αποτελούν κοινή αμερικανική κληρονομιά.

Ιδιαίτερο συμβολισμό είχε η παρουσία του Τζορτζ Μπους και της συζύγου του, Λόρα Μπους. Ο Ομπάμα φρόντισε να αναφερθεί θετικά τόσο στον ίδιο όσο και σε προσωπικότητες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος όπως ο John McCain και ο Mitt Romney, παρουσιάζοντάς τους ως πολιτικούς αντιπάλους με τους οποίους υπήρχε διαφωνία αλλά και αμοιβαίος σεβασμός.

Στην τελετή παρευρέθηκαν επίσης ο Τζο Μπάϊντεν, ο Μπιλ Κλίντον και η Χίλαρι Κλίντον, καθώς και προσωπικότητες της διεθνούς πολιτικής όπως η Άνγκελα Μέρκελ και ο Ματέο Ρέντζι.

Η εκδήλωση πλαισιώθηκε από εντυπωσιακό καλλιτεχνικό πρόγραμμα. Ο Μπρους Σπρίξτιν ερμήνευσε το «Land of Hope and Dreams», ενώ συμμετείχαν επίσης οι U2, καθώς και ο Στίβι Γουόντερ. Παρόντες ήταν ακόμη η Τζένιφερ Χιούστον, η Χριστίνα Αγκιλέρα, ο Τζον Λέντζεντ και ο Κόμον.

Η παρουσία τόσων καλλιτεχνών έδωσε στην τελετή χαρακτήρα εθνικής γιορτής και ταυτόχρονα δημιούργησε μια έντονη αντίθεση με το πολιτικό κλίμα της σημερινής Ουάσιγκτον.

Το νέο προεδρικό κέντρο βρίσκεται στη νότια πλευρά του Σικάγου, τη γειτονιά όπου γνωρίστηκαν οι Ομπάμα και ξεκίνησε η πολιτική τους διαδρομή. Πέρα από μουσείο και αρχείο, φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως χώρος εκπαίδευσης, πολιτικής συμμετοχής και κοινωνικής δράσης.

Όμως τα εγκαίνιά του έδειξαν ότι το έργο δεν αφορά μόνο την καταγραφή μιας προεδρίας. Σε μια εποχή βαθιών διαιρέσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Κέντρο Ομπάμα παρουσιάστηκε ως σύμβολο μιας διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας και ως υπενθύμιση των αξιών που, σύμφωνα με τους δημιουργούς του, εξακολουθούν να αποτελούν τον πυρήνα της αμερικανικής δημοκρατίας.