Η συμφωνία που ανακοινώθηκε αυτή την εβδομάδα μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου και την έναρξη διαπραγματεύσεων για μια μόνιμη διευθέτηση εξακολουθεί να προκαλεί έντονες αντιδράσεις και αβεβαιότητα, με τον Ντόναλντ Τραμπ να ξεκαθαρίζει ότι η Ουάσινγκτον διατηρεί το δικαίωμα να επιστρέψει άμεσα στη στρατιωτική δράση εάν κρίνει ότι η Τεχεράνη δεν τηρεί τις δεσμεύσεις της.
Μιλώντας στο περιθώριο της συνόδου κορυφής της G7 στη Γαλλία, ο Αμερικανός πρόεδρος υπογράμμισε ότι το μνημόνιο κατανόησης που υπεγράφη με το Ιράν δεν αποτελεί ακόμη οριστική συμφωνία.
«Πρόκειται για ένα μνημόνιο κατανόησης. Αν δεν μου αρέσει αυτό που θα δω, θα επιστρέψουμε να τους πυροβολούμε και να ρίχνουμε βόμβες στα κεφάλια τους», δήλωσε χαρακτηριστικά.
«Αν δεν συμπεριφερθούν όπως πρέπει, θα ξαναρχίσουμε αμέσως τους βομβαρδισμούς», πρόσθεσε, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι η στρατιωτική επιλογή παραμένει στο τραπέζι.
Οι δηλώσεις του έγιναν την ώρα που οι ηγέτες των χωρών της G7 εξέφραζαν την υποστήριξή τους στη συμφωνία και ζητούσαν παράλληλα άμεση κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο, ο οποίος εξελίσσεται στο πλέον ακανθώδες ζήτημα της συνολικής διευθέτησης.
Η σύνοδος πραγματοποιήθηκε στην πόλη Εβιάν-λε-Μπεν της Γαλλίας, στις όχθες της λίμνης της Γενεύης, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το ελβετικό θέρετρο όπου προγραμματίζεται να υπογραφεί επισήμως η συμφωνία την Παρασκευή.
Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν αναμένεται να ανοίξει τον δρόμο για διαπραγματεύσεις με στόχο μια μόνιμη ειρηνευτική διευθέτηση, βάζοντας τέλος σε έναν πόλεμο που έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 7.000 ανθρώπους, κυρίως στο Ιράν και τον Λίβανο.
Εν τω μεταξύ, ο Λευκός Οίκος δημοσίευσε ένα βίντεο με τη στιγμή που ο Τραμπ μπήκε στην αίθουσα για τη σημερινή πρωινή συνεδρίαση και είπε στους άλλους ηγέτες: «Εγώ είμαι το αφεντικό».
Σε κοινή ανακοίνωσή τους, οι ηγέτες των επτά ισχυρότερων δυτικών οικονομιών υπογράμμισαν ότι οι διαπραγματεύσεις πρέπει να αντιμετωπίσουν τις απειλές που αποδίδονται στο Ιράν στην περιοχή και να διασφαλίσουν ότι η χώρα δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο.
Η σύνοδος έδωσε στον Ντόναλντ Τραμπ την ευκαιρία να παρουσιάσει τη συμφωνία στους ηγέτες της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, του Καναδά και της Ιαπωνίας.
Παρότι οι σύμμαχοι των ΗΠΑ συμμερίζονται τις ανησυχίες για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, δεν είχαν στηρίξει εξαρχής την απόφαση της Ουάσινγκτον να προχωρήσει σε πόλεμο και εκφράζουν προβληματισμό για το γεγονός ότι το Ιράν κατάφερε να αντέξει τη στρατιωτική πίεση και να διατηρήσει τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ.
Οι χώρες της G7 δήλωσαν έτοιμες να συμβάλουν στην εφαρμογή της συμφωνίας, ενώ συμμαχία υπό την ηγεσία της Βρετανίας και της Γαλλίας αναμένεται να αναλάβει ρόλο στην προστασία της ναυσιπλοΐας μετά την πλήρη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Το μνημόνιο κατανόησης, το οποίο δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί, παρατείνει για ακόμη 60 ημέρες την εκεχειρία που είχε ανακοινωθεί τον Απρίλιο, δίνοντας χρόνο στις δύο πλευρές να διαπραγματευτούν μια μόνιμη συμφωνία.
Παρά τις δηλώσεις περί επιτυχίας, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η Ουάσινγκτον δεν πέτυχε πολλούς από τους αρχικούς στόχους που είχε θέσει όταν ξεκίνησε η σύγκρουση.
Το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης παραμένει στην εξουσία, τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου δεν έχουν ακόμη παραδοθεί, οι βαλλιστικές δυνατότητες του Ιράν δεν έχουν εξουδετερωθεί και η στήριξη προς φιλοϊρανικές οργανώσεις, όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, συνεχίζεται.
Ο Τραμπ επιμένει ότι η ουσία της συμφωνίας είναι μία: ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο.
Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι επόμενες φάσεις των διαπραγματεύσεων θα οδηγήσουν είτε στην απομάκρυνση είτε στην καταστροφή των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου της χώρας.
Ωστόσο, η κατάληξη του πολέμου υπό αυτούς τους όρους ενδέχεται να προκαλέσει πολιτικό κόστος στον Αμερικανό πρόεδρο, ιδιαίτερα απέναντι στους πιο σκληροπυρηνικούς κύκλους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Το μεγαλύτερο αγκάθι της συμφωνίας εξακολουθεί να είναι ο Λίβανος.
Το Ισραήλ εισέβαλε στη χώρα τον Μάρτιο με στόχο την εξουδετέρωση της Χεζμπολάχ, μετά τις επιθέσεις που εξαπέλυσε η οργάνωση σε ένδειξη αλληλεγγύης προς την Τεχεράνη, ύστερα από τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα στο Ιράν.
Παρά τις εξελίξεις, οι ισραηλινές δυνάμεις εξακολουθούν να ελέγχουν τμήματα του νότιου Λιβάνου, ενώ περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τις εστίες τους. Την ίδια στιγμή, η Χεζμπολάχ παραμένει επιχειρησιακά ενεργή και δεν έχει ηττηθεί.
Η ιρανική πλευρά υποστηρίζει ότι η εκεχειρία θα πρέπει να περιλαμβάνει και τον τερματισμό των εχθροπραξιών στον Λίβανο, ενώ θεωρεί απαραίτητη προϋπόθεση για μια μόνιμη συμφωνία την αποχώρηση του Ισραήλ από τα λιβανικά εδάφη.
Το Τελ Αβίβ απορρίπτει κατηγορηματικά αυτό το ενδεχόμενο, επιμένοντας ότι διατηρεί το δικαίωμα στρατιωτικής δράσης όποτε το θεωρεί αναγκαίο.
Η διαφωνία αυτή έχει προκαλέσει μια ασυνήθιστη ένταση στις σχέσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Ιερουσαλήμ, με τον Τραμπ να επικρίνει δημοσίως τον Μπενιαμίν Νετανιάχου για τη στάση του απέναντι στις διαπραγματεύσεις.
Στην κοινή τους ανακοίνωση, οι ηγέτες της G7 ζήτησαν «άμεση και ουσιαστική κατάπαυση του πυρός» στον Λίβανο, καθώς και τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ.
Το ουκρανικό κυριάρχησε στις συνομιλίες των ηγετών. Η G7 εξέφρασε εκ νέου τη στήριξή της προς το Κίεβο, ενώ κοινή δήλωση των ηγετών αναγνώρισε τη βελτιωμένη θέση της Ουκρανίας στο πεδίο των μαχών και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, επιδίωξε να πείσει τους συμμάχους ότι η ουκρανική αντεπίθεση αποδίδει αποτελέσματα και ότι η Μόσχα δεν βρίσκεται σε θέση να επιβάλει τους όρους μιας μελλοντικής ειρηνευτικής συμφωνίας.
Διαβάστε: G7 / Νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας και ενίσχυση της στήριξης προς την Ουκρανία
Πέρα από τα γεωπολιτικά μέτωπα, η G7 αφιέρωσε μεγάλο μέρος των εργασιών της στις οικονομικές ανισορροπίες και στην εξάρτηση της Δύσης από την Κίνα σε κρίσιμα ορυκτά και πρώτες ύλες.
Η Γαλλία προωθεί κοινή δήλωση για τα κρίσιμα ορυκτά, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από το Πεκίνο και την προστασία των δυτικών επενδύσεων από εμπορικές πρακτικές που θεωρούνται αθέμιτες.
Η ανησυχία εντάθηκε μετά τους κινεζικούς περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και άλλων στρατηγικών υλικών, τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για την πράσινη μετάβαση, τις μπαταρίες, τα ηλεκτρικά οχήματα και τις αμυντικές βιομηχανίες.
Παράλληλα, οι ηγέτες συζήτησαν τις αυξανόμενες εμπορικές ανισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία. Γαλλικές πηγές συνοψίζουν το πρόβλημα με τη φράση: «Η Κίνα παράγει υπερβολικά, οι ΗΠΑ καταναλώνουν υπερβολικά και η Ευρώπη επενδύει πολύ λίγο».
Οι εργασίες της Τετάρτης επικεντρώνονται επίσης στο μέλλον της Τεχνητής Νοημοσύνης, με τη συμμετοχή κορυφαίων στελεχών του κλάδου.
Στο Εβιάν βρίσκονται ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, ο επικεφαλής της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, καθώς και εκπρόσωποι της Google DeepMind και άλλων μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκονται ζητήματα λογοδοσίας των συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης, η ευθύνη των αυτόνομων ψηφιακών πρακτόρων (AI agents), αλλά και ο τρόπος με τον οποίο τα συστήματα αυτά διαχειρίζονται την αλήθεια, την παραπληροφόρηση και την αξιοπιστία της πληροφορίας.
