Κάθε φορά που η Λίνα Μενδώνη βρίσκεται αντιμέτωπη με την κριτική για επιλογές της, που προκαλούν αντιδράσεις στην επιστημονική κοινότητα, η απάντηση είναι σχεδόν πάντα η ίδια: «Μα πρόκειται για γνωμοδοτήσεις επιστημονικών συμβουλίων». Το επιχείρημα χρησιμοποιήθηκε για τις αρχαιότητες του σταθμού Βενιζέλου στο Μετρό Θεσσαλονίκης, για το μινωικό μνημείο στον λόφο Παπούρα στην Κρήτη, για τον κινηματογράφο Παλάς και για μια σειρά άλλων υποθέσεων, όπου η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού επικαλείται το “κύρος” του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) αλλά του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων (ΚΣΝΜ).
Πράγματι, έτσι θα έπρεπε να είναι. Ή, ακριβέστερα, έτσι ήταν κάποτε.
Για δεκαετίες, τα δύο κορυφαία γνωμοδοτικά όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού αποτελούσαν θεσμούς υψηλού επιστημονικού κύρους. Οι αποφάσεις τους μπορούσαν να προκαλέσουν πολιτικές συγκρούσεις, αλλά δύσκολα αμφισβητούνταν ως προς την επιστημονική τους επάρκεια και την ακεραιότητά τους. Δεν είναι τυχαίο ότι η τελευταία φορά που τα μέλη του ΚΑΣ συγκεντρώθηκαν μαζικά για να υπογράψουν ένα κοινό κείμενο ήταν το 1975 επί Καραμανλή, όταν καθηγητές πανεπιστημίου και αρχαιολόγοι υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους διαμαρτυρόμενοι για πολιτικές πιέσεις στην υπόθεση των ναυπηγείων της Πύλου. Ήταν μια εποχή κατά την οποία οι επιστήμονες προτιμούσαν να εγκαταλείψουν τη θέση τους παρά να νομιμοποιήσουν αποφάσεις που θεωρούσαν επιζήμιες για την πολιτιστική κληρονομιά.
Πενήντα χρόνια μετά, το σκάνδαλο της Πολεοδομίας φωτίζει πεντακάθαρα την εξαθλίωση στην οποία έχει φέρει η σημερινή κυβέρνηση τα δύο συμβούλια τα οποία είναι επιφορτισμένα με την ευθύνη της προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Η παραίτηση του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού Γιώργου Διδασκάλου, μετά την ενδεχόμενη εμπλοκή του στο σκάνδαλο όπως φαίνεται από τους διαλόγους της δικογραφίας, φωτίζει τον τρόπο λειτουργίας των συμβουλίων τα τελευταία χρόνια. Ένας γενικός γραμματέας που «βάζει πλάτη» και μέλη των Συμβουλίων που δωροδοκούνται από ενδιαφερόμενους. Αυτά κρίνουν τις αποφάσεις των άλλοτε αδιάβλητων συμβουλίων σήμερα.
Οι διάλογοι της δικογραφίας αποκαλύπτουν μοιραία ωστόσο και νέα ήθη και επίπεδο. Μέλος του ΚΣΝΜ ερωτώμενη τι υποστήριξαν οι εισηγητές για να στηρίξουν την κήρυξη μνημείου αντί για την κατεδάφισή του, απαντά υποτιμητικά:
«Άρχισε και έλεγε κάτι κουλτούρες έτσι όπως εκεί που είναι η αυλή …και εκείνο κοιτάει και είναι αυλή ….και είναι η δομή και η τυπολογία».
Οι «κουλτούρες» στις οποίες αναφέρεται δεν είναι τίποτε άλλο από τα επιστημονικά επιχειρήματα που επικαλούνται αρχαιολόγοι, αρχιτέκτονες και ιστορικοί για τη διάσωση ενός μνημείου. Είναι η τεκμηρίωση πάνω στην οποία στηρίζεται η ίδια η ύπαρξη των συμβουλίων.
Η ανακοίνωση του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (ΣΕΑ) αποτυπώνει ακριβώς αυτή την κατάρρευση κύρους των δύο συμβουλίων. Ο ΣΕΑ υπενθυμίζει ότι εδώ και χρόνια ζητά θεσμική θωράκιση του ΚΑΣ και του ΚΣΝΜ, αποσύνδεσή τους από την πολιτική ηγεσία και ορισμό ανώτατου δικαστικού ως προέδρου. Αντί γι’ αυτό, τα συμβούλια εξακολουθούν να έχουν ως πρόεδρο τον εκάστοτε γενικό γραμματέα του υπουργείου, ενώ σημαντικό μέρος της σύνθεσής τους εξαρτάται από κυβερνητικές επιλογές.
Οι αρχαιολόγοι επισημαίνουν επίσης κάτι ακόμη πιο σοβαρό: ότι για πρώτη φορά στην ιστορία των συμβουλίων μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου Νεότερων Μνημείων βρίσκεται κατηγορούμενο για δωροληψία και ότι οι διάλογοι της δικογραφίας αναδεικνύουν, όπως αναφέρουν, «χειραγωγημένες αποφάσεις με την εμπλοκή του Γενικού Γραμματέα και μελών του συμβουλίου».
Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπενθυμίζουν ότι δύο χρόνια μετά το προηγούμενο σκάνδαλο διαφθοράς στο ΥΠΠΟ, γνωστό ως «κύκλωμα της Νάνσυ», καμία από τις υποθέσεις που περιλαμβάνονταν στη σχετική δικογραφία δεν επανεξετάστηκε.
Τα περισσότερα από τα σκάνδαλα διαφθοράς της κυβέρνησης Μητσοτάκη τραβούν την κουρτίνα να φανεί ένα μοντέλο διακυβέρνησης όπου οι θεσμοί χάνουν την αυτονομία τους και οι επιστημονικές διαδικασίες υποχωρούν μπροστά στις πολιτικές εξυπηρετήσεις. Ένα τέτοιο σκάνδαλο είναι κι αυτό.
Το σκάνδαλο της Πολεοδομίας θέτει ερωτήματα σε όλες και όλους, γιατί η πολιτιστική κληρονομιά είναι συλλογική υπόθεση. Θα διεκδικήσουμε την επανάκτηση του κύρους των συμβουλίων που προστατεύουν τα μνημεία ή θα παρακολουθούμε τα αρπαχτικά να την καταστρέφουν με το αζημίωτο;
Θα γίνει ξανά το ΚΑΣ το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ή θα μείνει στη συνείδηση του κόσμου ως ένα διαβλητό όργανο με “ταρίφα 30.000 ευρώ” για να κάνει κανείς τη δουλίτσα του όπως διαβάσαμε στην δικογραφία;
Γιατί αν τα κορυφαία όργανα προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας συζητούνται πλέον στη δημόσια σφαίρα με όρους «ταρίφας», τότε η ζημιά δεν αφορά μόνο ένα ακόμα σκάνδαλο, αφορά και τη δημοκρατία με τον τρόπο που την αφορά το ξεχαρβάλωμα της δικαιοσύνης και η διάλυση κάθε ανεξάρτητης αρχής.
