Με την εξέταση μαρτύρων συνεχίστηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας η δίκη των έξι αστυνομικών που κατηγορούνται μεταξύ άλλων για βασανιστήρια σε βάρος του Βασίλη Μάγγου στις 14 Ιουνίου 2020.
Κατά την έναρξη της διαδικασίας, συνήγορος υπεράσπισης αναγνώρισε ότι είχε κάνει λάθος κατά την προηγούμενη συνεδρίαση όταν εξετάζοντας τη μητέρα του Βασίλη Μάγγου, της είχε αποδώσει κατάθεση σύμφωνα με την οποία δεν είχε δει ξανά τον γιο της μετά τον ξυλοδαρμό του. Η ίδια είχε απαντήσει ότι τον έβλεπε καθημερινά, ενώ ο συνήγορος επέμενε ότι επρόκειτο για δική της κατάθεση. Τελικά παραδέχθηκε το σφάλμα του.
Είχε προηγηθεί δημόσια καταγγελία του πατέρα του Βασίλη Μάγγου, Γιάννη Μάγγου, ο οποίος έκανε λόγο για παραπλανητική ερώτηση και λαθροχειρία.
Ως μάρτυρας κατέθεσε δικηγόρος από τον Βόλο, ο οποίος βρισκόταν έξω από τα δικαστήρια της πόλης κατά το επίμαχο περιστατικό.
Όπως ανέφερε, βγαίνοντας από το Δικαστικό Μέγαρο στις 12 Ιουνίου 2020 είδε δυνάμεις των ΜΑΤ και πολίτες συγκεντρωμένους στην πλατεία Ελευθερίας, διαμαρτυρόμενους για τις προσαγωγές και τις συλλήψεις της προηγούμενης ημέρας.
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, είδε τον Βασίλη Μάγγο να κινείται προς αστυνομικό όχημα στο οποίο επιβιβαζόταν συλληφθείς της προηγούμενης ημέρας. Όπως είπε, διαμαρτυρόταν λεκτικά όταν ένας από τους κατηγορούμενους αστυνομικούς τον υπέδειξε στους συναδέλφους του και αμέσως «έπεσαν όλοι πάνω του».
Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ζήτησε από νεαρό που βιντεοσκοπούσε το περιστατικό να του αποστείλει το σχετικό υλικό το οποίο στη συνέχεια δημοσιοποίησε. Όπως εξήγησε, η εικόνα του ξυλοδαρμού τού θύμισε την υπόθεση του Ζακ Κωστόπουλου.
«Αν κάποιος έχει παρανομήσει, μπορείς να τον συλλάβεις. Όχι να τον χτυπήσεις. Η βία ήταν ακραία και αδικαιολόγητη», κατέθεσε, διευκρινίζοντας ότι δεν γνώριζε προσωπικά τον Βασίλη Μάγγο.
Απαντώντας σε ερωτήσεις της έδρας και της υπεράσπισης, υποστήριξε ότι ο Μάγγος δεν άγγιξε κανέναν αστυνομικό, αλλά οπισθοχώρησε μόνος του, πριν δεχθεί επίθεση με γκλομπ. Πρόσθεσε ότι λόγω και της σωματοδομής του δεν θα μπορούσε να αποτελέσει πραγματική απειλή, ενώ εκτίμησε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να παρακινήσει το συγκεντρωμένο πλήθος.
Όπως ανέφερε, μετά την επέμβαση των αστυνομικών προκλήθηκαν έντονες αντιδράσεις από τους παρευρισκόμενους πολίτες. «Ακόμη και οι ταξιτζήδες που εργάζονταν εκείνη την ώρα αντέδρασαν», είπε χαρακτηριστικά.
Σε άλλο σημείο της κατάθεσής του περιέγραψε τους άνδρες των ΜΑΤ ως «σαν να περίμεναν να εκτονωθούν», ενώ υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια του ξυλοδαρμού ο Μάγγος δεν επιτίθετο αλλά προσπαθούσε να προστατευθεί.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στη συνέχεια οι αστυνομικοί τον μετέφεραν βίαια στο περιπολικό, καθώς δεν μπορούσε να περπατήσει μόνος του.
Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι γνώρισε τους γονείς του Βασίλη Μάγγου μεταγενέστερα, ενώ υποστήριξε πως θα κατέθετε ούτως ή άλλως για το περιστατικό. Παράλληλα, τόνισε ότι καθήκον της αστυνομίας είναι να επιβάλλει την τάξη χωρίς να ασκεί υπέρμετρη βία.
Ακολούθησε η κατάθεση γυναίκας που εκείνη την περίοδο σπούδαζε στον Βόλο και βρέθηκε στον χώρο των γεγονότων.
Η μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν γνώριζε προσωπικά τον Βασίλη Μάγγο, ούτε συμμετείχε σε κάποια συλλογικότητα. Όπως είπε, είχε λάβει μέρος στη διαμαρτυρία κατά της καύσης απορριμμάτων ως πολίτης, ενώ την επόμενη ημέρα βρέθηκε έξω από τα δικαστήρια σε ένδειξη συμπαράστασης προς συλληφθέντα της κινητοποίησης.
Σύμφωνα με την περιγραφή της, είδε αστυνομικό να υποδεικνύει τον Βασίλη Μάγγο και αμέσως μετά ομάδα αστυνομικών να τον χτυπά με κλωτσιές και γκλομπ. Όταν αντέδρασε φωνάζοντας «τι κάνετε;», δέχθηκε σπρωξίματα και άσεμνη λεκτική συμπεριφορά από αστυνομικό.
«Ήταν κάτι πολύ βίαιο να το βλέπεις και να το βιώνεις», ανέφερε.
Περιγράφοντας όσα ακολούθησαν, είπε ότι μαζί με φίλους της είχαν μεταβεί κοντά στο αστυνομικό μέγαρο για να παραδώσουν προσωπικά αντικείμενα σε κρατούμενο. Λίγο αργότερα, φίλη τους τηλεφώνησε και τους ενημέρωσε ότι είχε βρει τον Βασίλη Μάγγο απέναντι από το κτίριο της Αστυνομίας σε ιδιαίτερα κακή κατάσταση.
Όπως κατέθεσε, τον βοήθησαν να μπει στο αυτοκίνητο, ενώ εκείνος κρατούσε την κοιλιά του και προσπαθούσε να διατηρήσει την ισορροπία του. Ανάμεσα στους πόνους και τα βογκητά, τους περιέγραψε όσα είχαν συμβεί μέσα στο κτίριο της Ασφάλειας.
Η μάρτυρας υποστήριξε ότι ο Μάγγος τους είπε πως δεχόταν χτυπήματα ενώ τα χέρια του ήταν δεμένα πίσω από την πλάτη, ότι δεχόταν ύβρεις και χλευασμό και ότι δεν του έδιναν νερό. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, ο Μάγγος άκουσε αστυνομικούς να συζητούν εάν θα τον άφηναν ελεύθερο ή θα τον μετέφεραν στο νοσοκομείο.
Σε επανειλημμένες ερωτήσεις για ποιο λόγο δεν τον μετέφεραν οι ίδιοι σε νοσοκομείο, απάντησε ότι του το πρότειναν αλλά εκείνος αρνήθηκε και ζήτησε να μεταβεί πρώτα σε οικεία του πρόσωπα.
Η μάρτυρας υποστήριξε ακόμη ότι ο Βασίλης Μάγγος είχε πλήρη πνευματική διαύγεια αν και βρισκόταν σε εμφανή σωματική καταπόνηση και έντονο πόνο.
Η διαδικασία σημαδεύτηκε και από ένταση, όταν ο Γιάννης Μάγγος παρενέβη από το ακροατήριο κατά τη διάρκεια ερωτήσεων συνηγόρου υπεράσπισης, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει αντιπαράθεση.
Η δίκη διακόπηκε και θα συνεχιστεί στις 20 και 27 Ιουνίου.
