«Το παιδί μου, έπεσε ξεψύχησε στο σημείο που έπαιζε μπάλα μαζί μου. Ο κατηγορούμενος τον άφησε και έφυγε. Δεν του είπε ρε αλήτη τι έκανες; Δεν έχω δουλειά μαζί σου δολοφόνε. Πήγαν στο αυτοκίνητο μαζί και έφυγαν. Συνεχίσανε σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Αφήσανε τον Θεόφιλο να σφαδάζει. Καμία ανθρωπιά καμία ενσυναίσθηση».

Αυτά ήταν τα λόγια του Ταξίαρχου της ΕΛ.ΑΣ. και πατέρα του άτυχου Θεόφιλου που δολοφονήθηκε από τον 20χρονο στο Πάρκο Ασυρμάτου στον Άγιο Δημήτριο τον περασμένο Απρίλιο, στη δίκη με κατηγορούμενους τους τρεις φίλους του δράστη που κατηγορούνται για υπόθαλψη εγκληματία.

Η κατάθεση του πατέρα είχε δάκρυα και πολλά ερωτηματικά, τονίζοντας ότι το έγκλημα ήταν άδικο ενώ αποκάλυψε ότι την επόμενη ημέρα που αναζητούσαν όλοι το δράστη επικοινώνησε με την πρώην σύντροφο του γιου του η οποία είναι μία από τους κατηγορούμενους.

«Έλαβα μήνυμα από την υπηρεσία ότι υπάρχει δολοφονία στο Πάρκο Ασύρματου. Ντύνομαι, πηγαίνω και τι βλέπω το αυτοκίνητο του παιδιού μου και το παιδί μου στα δέκα μέτρα. Την επόμενη ημέρα πήρα τηλέφωνο την άλλη κατηγορούμενη. Έβαλε τα κλάματα με λυγμούς. Την ενημερώνω εγώ για τη δολοφονία και έκανε πως δεν ήξερε τίποτα».

Ο πατέρας συνέχισε, λέγοντας ότι «Με ρώταγε πως τι; Τη ρώτησα αν ήξερε κάτι μου είπε ότι με το γιο μου μίλησε το περασμένο βράδυ στις οκτώ. Διάβασα την κατάθεση της, στην οποία σπιλώνει τον γιο μου γράφοντας ότι ήταν χειριστικός. Ξέχασε να πει ότι μιλήσαμε. Συγχωρέστε με για τη φόρτιση. Ξέρω ότι για τον κατηγορούμενο είχε παρατσούκλι τον φώναζαν fox αλεπού. Στο σημείο που έγινε η δολοφονία δεν υπήρχε φως. Το έγκλημα ήταν άδικο. Ήταν ένα παιδί που δεν ψαχνόταν, στο πάρκο μεγάλωσε»

Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του πατέρα του Θεόφιλου, η πρώην σύντροφος του θύματος ξέσπασε σε λυγμούς φωνάζοντας «δεν μπορώ άλλο».

Η μητέρα του 27χρονου Θεόφιλου ακούγοντας το ξέσπασμά της φώναξε με όση δύναμη της έχει απομείνει «γιατί εγώ μπορώ;» με τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου να ζητά να βγει η κατηγορούμενη εκτός δικαστικής αίθουσας προκειμένου να ηρεμήσει.

Στην απολογία της η 20χρονη,εν μέσω λυγμών ισχυρίστηκε :

«Με το θύμα χωρίσαμε τέλη Μαρτίου. Με τον δράστη ήμασταν μαζί από τα τέλη Απρίλιου. Δεν είχα αναφέρει ποτέ στο δράστη ότι με ενοχλεί το θύμα. Δεν είπα ποτέ σε κανέναν ότι με ενόχλησε το θύμα. Στα τηλεφωνήματα δεν υπήρχε ένταση. Είχανε μιλήσει και μεταξύ τους στο τηλέφωνο την δεύτερη φορά υπήρχε ειρωνικό ύφος από το δράστη. Εκείνη την ημέρα ο δράστης μου είπε ότι θα βρεθεί με το θύμα».

Πρόεδρος: Γιατί ;

Μάρτυρας: Δεν ξέρω γιατί, από ανωριμότητα; Δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο Εκείνος στο μυαλό του ήθελε να πάει να συζητήσει Μου στέλνει ένα μήνυμα «τον γ…» του λέω τι εννοείς; μου λέει ξέχνα το.

«Μου έδωσε η μητέρα μου ένα ηρεμιστικό δεν βοήθησε να διαχειριστώ τα πράγματα όπως έπρεπε. Ήταν λάθος, δεν καταλάβαινα τι έκανα ήταν όλα μηχανικά σαν πεθαμένη. Έπρεπε να το πω στους γονείς μου ή να πάω στην αστυνομία».

Η Εισαγγελέας της έδρας στις ερωτήσεις της προς τον 20χρονο κατηγορούμενο στάθηκε πολύ στο γεγονός ότι μαζί με τον δράστη άφησαν τον Θεόφιλο αιμόφυρτο και αβοήθητο.

Εισαγγελέας: Γιατί τον αφήσατε αιμόφυρτο;

20χρονος: Σοκαρίστηκα τα έχασα. Δεν είχα αντίληψη.

Εισαγγελέας: Το σοκαριστικό είναι ένας άνθρωπος 20 ετών να λέει ότι δεν είχα αντίληψη να βοηθήσω έναν άνθρωπο

Και οι τρεις κατηγορούμενοι απέδωσαν την αδιανόητη και πολύωρη καθυστέρηση να αποκαλύψουν την αλήθεια κυρίως στο φόβο με την Εισαγγελέα να προτείνει την αθώωση των δυο κοριτσιών και τη διαβίβαση της δικογραφίας για συνέργεια και όχι υπόθαλψη για τον 20χρονο.

«Θεωρώ θλιβερό να αφήσουν αβοήθητο ένα παιδί και να μην ειδοποιήσουν τους γονείς τους ή την αστυνομία. Εδώ όμως δεν δικάζουμε συνειδήσεις. Να κηρυχθούν αθώες οι δύο γυναίκες. Ο πρώτος κατηγορούμενος θα έπρεπε να αναρωτηθεί γιατί πήγαν με ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο σε ένα πάρκο. Ήταν σε γνώση του γιατί πήγαν εκεί. Τον παράτησαν να πεθάνει.  Ακόμα και σε συνθήκες πολέμου δεν αφήνεις κάποιον να πεθάνει», είπε η Εισαγγελέας.

Η δίκη θα συνεχιστεί στις  30 Ιουνίου.