Σε υψηλούς τόνους εξελίχθηκε η πολιτική αντιπαράθεση στη Βουλή γύρω από το άρθρο 35 του νομοσχεδίου του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, που αφορά τις διαδικασίες μετατάξεων στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ), με την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση να ανταλλάσσουν σκληρές κατηγορίες για τον ρόλο και τη λειτουργία της ΕΥΠ.
Η ένσταση αντισυνταγματικότητας που είχε καταθέσει η Πλεύση Ελευθερίας απορρίφθηκε τελικά από την κυβερνητική πλειοψηφία, ωστόσο η συζήτηση πυροδότησε νέο γύρο πολιτικής σύγκρουσης με αιχμές για το σκάνδαλο των υποκλοπών, τη λειτουργία των θεσμών και τις προθέσεις της κυβέρνησης ως προς τη στελέχωση της υπηρεσίας πληροφοριών.
Ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος επιτέθηκε συνολικά στα κόμματα της αντιπολίτευσης, χαρακτηρίζοντας «προδήλως αβάσιμη, ατελέσφορή ανυποστήριχτη και απαράδεκτη την ένσταση αντισυνταγματικότητας», ενώ υποστήριξε ότι τα υπόλοιπα κόμματα «δυστυχώς έγιναν ουρά της» Πλεύσης Ελευθερίας.
Ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά: Η Πλεύση Ελευθερίας έλαβε στις τελευταίες εκλογές 3,17% και ήταν το τελευταίο κόμμα που μπήκε στη Βουλή. Κανένα ζήτημα αντισυνταγματικότητας δεν έθεσε η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής και θα περίμενα οι εκπρόσωποι των κομμάτων της αντιπολίτευσης να ορθώσουν το ανάστημα τους με τρόπο ορθολογικό και να μην γίνουν ουρά της Πλεύσης Ελευθερίας. Δυστυχώς γίνατε ουρά της Πλεύσης Ελευθερίας που αναδεικνύεται σε εθνικό ηγέτη της αντιπολίτευσης.
Στη συνέχεια ο υπουργός Επικρατείας υπερασπίστηκε τον ρόλο της ΕΥΠ, λέγοντας: Δημοκρατία χωρίς εσωτερική και εξωτερική εθνική ασφάλεια της πατρίδας υπάρχει; ‘Όχι δεν υπάρχει είναι η απάντηση. Χωρίς την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών υπάρχει χώρα; Όχι. Η απάντηση λοιπόν είναι ότι δεν υπάρχει δημοκρατία, χώρα ασφάλεια εσωτερικά και εξωτερικά, χωρίς την ΕΥΠ. Αλλά για να υπάρχει ασφάλεια χρειάζεται η ΕΥΠ να έχει και στελεχιακό δυναμικό για να μπορεί να ανταποκριθεί στην εθνική αποστολή της και να λειτουργεί ως ασφάλεια της χώρας.
Παράλληλα, απέρριψε τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της αρχής της ισότητας, επιμένοντας ότι η ΕΥΠ λειτουργεί με ειδικό θεσμικό καθεστώς, όπως προβλέπει ο νόμος.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, τα πυρά ήταν ομαδικά και ιδιαίτερα αιχμηρά, με τα κόμματα να κάνουν λόγο για προσπάθεια δημιουργίας κομματικού μηχανισμού μέσα στην ΕΥΠ και για απόπειρα ελέγχου κρίσιμων πληροφοριών που σχετίζονται με τις υποκλοπές.
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Δημήτρης Μάντζος κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «παραβιάζει συστηματικά το Σύνταγμα» και χαρακτήρισε τη ρύθμιση «μη συναφή με το νομοσχέδιο και ύποπτη που εγείρει νομικά και συνταγματικά ζητήματα».
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η διάταξη αποσκοπεί «στη δημιουργία ενός πυρήνα κομματικού κράτους στην ΕΥΠ με μετατάξεις υπαλλήλων και προσωποπαγείς θέσεις ακόμα και αν δεν υπάρχον οργανικές θέσεις», ενώ πρόσθεσε: Δημιουργείτε ένα ειδικό καθεστώς κομματικοποίησης χωρίς αξιοκρατία μια μηχανή ειδικών εξυπηρετήσεων στην ΕΥΠ, η οποία αποδεδειγμένα έχει κακοποιηθεί. Παραβιάζετε κάθε έννοια εθνικής ασφάλειας. Καμία διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών δεν προβλέπετε. Και όλα γίνονται για να συγκαλυφθούν οι ευθύνες σας στο δυσώδες σκάνδαλο των υποκλοπών.
Σε αντίστοιχο κλίμα κινήθηκε και ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Θεόφιλος Ξανθόπουλος, ο οποίος έκανε λόγο για «απόλυτα παραδεκτή και νόμιμη ένσταση αντισυνταγματικότητας για το κράτος δικαίου και την αρχή της ισότητας».
Χαρακτήρισε μάλιστα τη διάταξη «φύλο συκής της κυβέρνησης με στόχο τη δημιουργία πέμπτης φάλαγγας στη δομή της ΕΥΠ», ενώ σημείωσε: Δεν διστάζετε να δημιουργήσετε προκλητικά έναν πυρήνα βαθέους κράτους στην ΕΥΠ για να στεγανοποιήσετε οποιαδήποτε πληροφορία για το δυσώδες σκάνδαλο των υποκλοπών και του predator.
Σκληρή προσωπική επίθεση στον Άκη Σκέρτσο εξαπέλυσε και ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Χρήστος Γιαννούλης, κάνοντας λόγο για «απαξιωτική και εξόχως καθεστωτική συμπεριφορά» απέναντι στη Βουλή και τους βουλευτές.
Ο βουλευτής χαρακτήρισε «ντροπιαστικό κυρίως για τους βουλευτές της συμπολίτευσης» το ύφος του υπουργού, τονίζοντας ότι αντί να απαντήσει πολιτικά, επέλεξε «να κάνει μαθήματα ηθικής και κηρύγματα αλαζονείας».
Παράλληλα, σημείωσε ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη παραμένει πολιτικά εκτεθειμένη για «τα χαμένα εκατομμύρια του ΟΠΕΚΕΠΕ, τις απευθείας αναθέσεις και τις σκοτεινές υποθέσεις των υποκλοπών και της ΕΥΠ», ενώ σχολίασε πως «η αλαζονεία, η αμετροέπεια και η περιφρόνηση απέναντι στο Κοινοβούλιο δεν συνιστούν πολιτική υπεροχή. Είναι δείγματα καθεστωτικής νοοτροπίας».
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ Νίκος Καραθανασόπουλος υποστήριξε ότι «το Σύνταγμα γίνεται λάστιχο από την εκάστοτε κυβέρνηση που αξιοποιεί την πλειοψηφία της», εκφράζοντας την αντίθεση του κόμματός του τόσο στο άρθρο 35 για την ΕΥΠ όσο και στο άρθρο 34 για την Προεδρία της Δημοκρατίας.
Νωρίτερα, αιτιολογώντας την ένσταση αντισυνταγματικότητας εκ μέρους της Πλεύσης Ελευθερίας, ο Αλέξανδρος Καζαμίας είχε υποστηρίξει ότι το άρθρο «δεν έχει καμία συνάφεια με το νομοσχέδιο και παραβιάζει την αρχή της ισότητας και το κράτος δικαίου».
Ο ίδιος σημείωσε ότι η ρύθμιση εισάγεται «σε μία κρίσιμη χρονική συγκυρία που χαρακτηρίζεται από ορυμαγδό αποκαλύψεων για το σκάνδαλο των υποκλοπών και την εμπλοκή στελεχών της ΕΥΠ», ζητώντας «να αποσυρθεί η φωτογραφική αντισυνταγματική διάταξη στόχος της οποίας είναι η ωμή παρέμβαση ελέγχου του διαβρωμένου πεδίου της ΕΥΠ».
Ανάλογες αιχμές διατύπωσε και ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Αριστεράς Νάσος Ηλιόπουλος, ο οποίος μίλησε για «ξεκάθαρη παραβίαση του άρθρου 103 του Συντάγματος» και για προσπάθεια δημιουργίας «σώματος πραιτοριανών στην ΕΥΠ».
Απαντώντας στις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας Βασίλης Υψηλάντης υπερασπίστηκε τη ρύθμιση, χαρακτηρίζοντας την ένσταση «αβάσιμη και απαράδεκτη».
Όπως ανέφερε, πρόκειται για «μία αναγκαία ρύθμιση η οποία ήταν για 15 μέρες στη διαβούλευση, που δεν αφορά προσλήψεις αλλά μετατάξεις για το προσωπικό που ήδη υπηρετεί», επισημαίνοντας ότι η ΕΥΠ εξαιρείται από το ενιαίο σύστημα κινητικότητας.
