Το ότι έχει παραγίνει η κατάσταση με τους servicers, δηλαδή τις εταιρείες διαχείρισης δανείων, που ο κόσμος συνηθίζει να τις ονομάζει «εισπρακτικές», δεν είναι ούτε καν κοινό μυστικό. Εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες το έχουν νιώσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Περιουσίες χάνονται για ελάχιστα χρήματα, οι αναγκαστικοί πλειστηριασμοί «τρέχουν» με υψηλούς ρυθμούς και η ρευστοποίηση(liquidation) της περιουσίας των Ελλήνων εξελίσσεται εδώ και οκτώ χρόνια χωρίς να υπάρχει ελπίδα ανάσχεσης του τραγικού φαινομένου.
Η είδηση είναι ότι ούτε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο(ΔΝΤ) δεν άντεξε τη συμπεριφορά των servicers στην Ελλάδα και εξέδωσε πλέγμα αυστηρών συστάσεων προς την Τράπεζα της Ελλάδας.
Το Ταμείο ζητά το αυτονόητο. Μεγαλύτερη διαφάνεια και ενίσχυση της εποπτείας των εταιρειών που διαχειρίζονται τα κόκκινα δάνεια (οι γνωστοί μας ως Servicers), αποκαλύπτοντας ουσιαστικά ότι σε ένα βαθμό στη χώρα μας δεν εποπτεύονται επαρκώς και ότι υπάρχει ζήτημα διαφάνειας.
Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός ότι η αξιολόγηση αυτή για την Ελλάδα είναι η πρώτη μετά το 2006. Ουσιαστικά όλα αυτά τα χρόνια το Ταμείο δεν είχε αξιολογήσει την κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα μας, γύρω από την διαχείριση των κόκκινων δανείων.
Οι servicers έκαναν εν κατακλείδι ότι ήθελαν με κριτήριο το κέρδος, λογοδοτώντας μόνο στις τράπεζες, που έσπευδαν να απαλλαγούν από δάνεια που έκριναν ότι είναι τουλάχιστον δύσκολο να εισπραχθούν.
Οι βασικές συστάσεις προς την Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια μικροπροληπτική και μακροπροληπτική αρχή, καθώς και ως αρχή εξυγίανσης, αφορούν:
α. την ενίσχυση της παρακολούθησης των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων στο πλαίσιο αξιολόγησης του συστημικού κινδύνου,
β. την ενίσχυση της διακυβέρνηση των Λιγότερο Σημαντικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (ΛΣΠΙ) (ιδίως ως προς τον αριθμό των ανεξάρτητων μελών του Δ.Σ. για τα μεγαλύτερα και υψηλότερου κινδύνου ΛΣΠΙ),
γ. την ενίσχυση των διατάξεων για την εποπτεία των διαχειριστών πιστώσεων, σχετικά με την αποδοτικότητα της διαχείρισης των πιστώσεων, καθώς και την υιοθέτηση υποχρεώσεων διαφάνειας,
δ. την προετοιμασία για την ενδεχόμενη εφαρμογή συνδυασμού των εργαλείων εξυγίανσης και τη διασφάλιση της ετοιμότητας για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στα ΛΣΠΙ,
ε. την ενίσχυση της χρήσης ποσοτικών μεθοδολογιών για το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, καθώς και την δημιουργία εσωτερικών σεναρίων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για σκοπούς μακροπροληπτικής εποπτείας.
Η Τράπεζα της Ελλάδος μετά τα αποτελέσματα της αξιολόγησης του ΔΝΤ, βρίσκεται σε δύσκολη θέση και είναι υποχρεωμένη να αναλάβει δράση στο αμέσως επόμενο διάστημα.
Ωστόσο, σε μια πρώτη αντίδραση επικεντρώνει στο ότι το ΔΝΤ αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο στον τραπεζικό τομέα.
Υπόσχεται, ωστόσο, να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την υλοποίηση των συστάσεων εντός των τιθέμενων προθεσμιών.
Όσον αφορά στις υπόλοιπες διαπιστώσεις το ΔΝΤ εκτιμά ότι :
Τα Σημαντικά Πιστωτικά Ιδρύματα είναι καλά κεφαλαιοποιημένα, με υψηλή ρευστότητα και ανθεκτικά σε σενάρια ακραίων καταστάσεων κρίσης.
Η Τράπεζα της Ελλάδος απολαμβάνει ισχυρή ανεξαρτησία και εφαρμόζει υψηλά πρότυπα εποπτείας, ενώ οι αρχές έχουν διδαχθεί από προηγούμενες κρίσεις και είναι καλά προετοιμασμένες για μελλοντικούς κλυδωνισμούς.
Η προσέγγιση της Τράπεζας της Ελλάδος στην εποπτεία των Λιγότερο Σημαντικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (ΛΣΠΙ) είναι ενδελεχής, συστηματική και παρεμβατική.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει υιοθετήσει μια προληπτική προσέγγιση όσον αφορά τον συστημικό κίνδυνο και τα ζητήματα μακροπροληπτικής εποπτείας.
Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2025 μέχρι το τέλος Ιανουαρίου του 2026 και περιελάμβανε συναντήσεις του κλιμακίου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με την Διοίκηση και στελέχη της Τράπεζας της Ελλάδος, του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Το Πρόγραμμα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα (Financial Sector Assessment Program – FSAP), το οποίο θεσπίστηκε το 1999, είναι μια εις βάθος αξιολόγηση του χρηματοπιστωτικού τομέα μιας χώρας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ).
Τα FSAP διεξάγονται από το ΔΝΤ με επίκεντρο την αξιολόγηση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα, την ποιότητα του κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου και την ικανότητα διαχείρισης και επίλυσης χρηματοπιστωτικών κρίσεων.
