Ο πόλεμος αφήνει πίσω του νεκρούς, ξεριζωμένες οικογένειες και κατεστραμμένες πόλεις. Ads Υπάρχει όμως και μια λιγότερο ορατή, αλλά εξίσου επικίνδυνη «κληρονομιά» – η ρύπανση που συνεχίζει να δηλητηριάζει ανθρώπους και περιβάλλον πολύ μετά το τέλος των συγκρούσεων, γράφει το Al Jajeera σε σχετικό άρθρο γνώμης. Ads Οι τοξικές συνέπειες του πολέμου παραμένουν για δεκαετίες, επηρεάζοντας το νερό, το έδαφος, τον αέρα και τη δημόσια υγεία. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα και με τον πόλεμο στο Ιράν. Ads Οι έξι εβδομάδες βομβαρδισμών στο Ιράν και στον Περσικό Κόλπο, με συνεχείς επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, έχουν ήδη αφήσει σοβαρό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Ads Φλεγόμενες δεξαμενές καυσίμων απελευθερώνουν τοξικά σωματίδια στην ατμόσφαιρα, ενώ συντρίμμια, πετρελαϊκά κατάλοιπα και μολυσμένα απόβλητα απειλούν τα παράκτια ύδατα και τα θαλάσσια οικοσυστήματα σε ολόκληρο τον Κόλπο.
Η ρύπανση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στα σημεία των επιθέσεων, αλλά μπορεί να εξαπλωθεί σε πολύ μεγαλύτερες περιοχές.
Η Μέση Ανατολή γνωρίζει καλά πόσο μακροχρόνιες μπορεί να είναι τέτοιες καταστροφές, όπως τονίζεται.
Κατά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, οι αποχωρούσες ιρακινές δυνάμεις πυρπόλησαν περισσότερες από 600 πετρελαιοπηγές στο Κουβέιτ.
Για μήνες, πυκνά νέφη καπνού σκέπαζαν τον ουρανό, προκαλώντας εκτεταμένη ατμοσφαιρική ρύπανση, μόλυνση εδάφους και υπόγειων υδάτων σε ολόκληρη την περιοχή, αφήνοντας πίσω τους επιπτώσεις που σημάδεψαν την υγεία ολόκληρης γενιάς.
Ο ΟΗΕ αντιμετώπισε αργότερα μεγάλο μέρος αυτής της καταστροφής ως αποζημιώσιμη περιβαλλοντική ζημιά.
Μέσω της Επιτροπής Αποζημιώσεων του Οργανισμού, το Ιράκ κατέβαλε τελικά πάνω από 50 δισεκατομμύρια δολάρια για τις ζημιές που συνδέθηκαν με τις πετρελαϊκές πυρκαγιές, τη θαλάσσια ρύπανση και την απώλεια οικοσυστημάτων.
Διαβάστε επίσης: Πόλεμοι και κλιματική κρίση / Γιατί οι ειδικοί μιλούν για «οικοκτονία» σε Γάζα και Ουκρανία
Παρόμοια κατάσταση και στην Ουκρανία
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στην Ουκρανία.
Ο συνεχιζόμενος πόλεμος έχει δημιουργήσει μια τεράστια τοξική κληρονομιά, καθώς επιθέσεις σε αποθήκες καυσίμων, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, χημικές αποθήκες και ενεργειακές υποδομές έχουν μολύνει τον αέρα, τα ποτάμια και τις αγροτικές εκτάσεις σε μεγάλο μέρος της χώρας.
Οργανισμοί του ΟΗΕ και ουκρανικές περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν καταγράψει χιλιάδες περιστατικά περιβαλλοντικής καταστροφής από την έναρξη της εισβολής, μεταξύ των οποίων πυρκαγιές σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, αποψίλωση δασών, μόλυνση από κατεστραμμένες βιομηχανικές μονάδες και σοβαρούς κινδύνους για τα υδάτινα αποθέματα.
Οι υποδομές ορυκτών καυσίμων είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε περιόδους πολέμου, επειδή συγκεντρώνουν μεγάλες ποσότητες εύφλεκτων υλικών και επικίνδυνων χημικών.
Όταν πλήττονται διυλιστήρια, αγωγοί ή αποθήκες πετρελαίου, ξεσπούν πυρκαγιές που απελευθερώνουν τοξικά αέρια, καρκινογόνα σωματίδια και επικίνδυνα κατάλοιπα, μολύνοντας για χρόνια το έδαφος και τα νερά στις γύρω περιοχές.
Οι συγκρούσεις αποδυναμώνουν παράλληλα και τους μηχανισμούς ελέγχου.
Όταν καταρρέουν οι κρατικές δομές, συχνά καταρρέουν μαζί τους και η περιβαλλοντική εποπτεία και η εταιρική λογοδοσία, αφήνοντας τις τοπικές κοινωνίες εκτεθειμένες στις συνέπειες της ρύπανσης για πολύ καιρό αφότου η διεθνής προσοχή έχει στραφεί αλλού.
Στην Υεμένη και το Σουδάν, για παράδειγμα, η συντήρηση πετρελαιαγωγών έχει καταστεί εξαιρετικά δύσκολη λόγω της αστάθειας, οδηγώντας σε μόλυνση υδάτων και γεωργικών εκτάσεων.
Στην Υεμένη, τα χρόνια πολέμου άφησαν χωρίς συντήρηση το δεξαμενόπλοιο FSO Safer, δημιουργώντας τον κίνδυνο μιας από τις μεγαλύτερες πετρελαϊκές καταστροφές παγκοσμίως, έως ότου πραγματοποιήθηκε επιχείρηση μεταφοράς του φορτίου το 2023.
Η κλιματική διάσταση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση
Οι ίδιες οι στρατιωτικές δυνάμεις ευθύνονταν το 2022 για περίπου το 5,5% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, κυρίως λόγω της εκτεταμένης καύσης ορυκτών καυσίμων.
Παρ’ όλα αυτά, οι στρατιωτικές εκπομπές δεν καταγράφονται πλήρως στις διεθνείς συμφωνίες για το κλίμα – εξαίρεση που επί χρόνια προωθούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Καθώς οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται παγκοσμίως, αυξάνεται μαζί τους και το σε μεγάλο βαθμό αόρατο ανθρακικό αποτύπωμα των πολέμων.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται μόνο στα ενεργειακά συστήματα. Όταν καταρρέει η ηλεκτροδότηση και τα καύσιμα σπανίζουν, πολλά νοικοκυριά στρέφονται σε ξυλοκάρβουνα και καυσόξυλα, επιταχύνοντας την αποψίλωση δασών σε ήδη ευάλωτες περιοχές.
Έρευνες σε εμπόλεμες ζώνες δείχνουν ότι η καταστροφή δασών αυξάνεται σημαντικά όπου εξασθενεί η κρατική διοίκηση και εξαφανίζονται οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας.
Στο Σουδάν, για παράδειγμα, η περιοχή γύρω από το Χαρτούμ έχει υποστεί σημαντική απώλεια δασικής κάλυψης από την έναρξη του πολέμου το 2023, παρότι τα δέντρα διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη συγκράτηση υπόγειων υδάτων και στη σταθερότητα των οικοσυστημάτων.
Ο πόλεμος δημιουργεί κινδύνους πέρα από τα ίδια τα ορυκτά καύσιμα
Οι βομβαρδισμοί ισοπεδώνουν κτίρια, δρόμους και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, απελευθερώνοντας στην ατμόσφαιρα σκόνη γεμάτη πυρίτιο, βαρέα μέταλλα και άλλες τοξικές ουσίες.
Τα μικροσωματίδια αυτά μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές βλάβες στους πνεύμονες και να επιδεινώσουν χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις.
Ακόμη και η ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων πόλεων επιβαρύνει το κλίμα. Η παραγωγή τσιμέντου και χάλυβα συγκαταλέγεται στις πιο ρυπογόνες βιομηχανικές διαδικασίες παγκοσμίως, πράγμα που σημαίνει ότι η ανασυγκρότηση μετά τον πόλεμο συνοδεύεται συχνά από νέο κύμα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ενσωματωμένων στις νέες υποδομές και τα κτίρια.
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν επίσης να υποστούν ζημιές σε περιόδους πολέμου, ωστόσο το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα διαφέρει ριζικά.
Ένα κατεστραμμένο φωτοβολταϊκό πάρκο δεν προκαλεί πετρελαιοκηλίδες σε ποτάμια, ούτε μια κατεστραμμένη ανεμογεννήτρια πυρκαγιές αντίστοιχες με εκείνες σε διυλιστήρια ή διαρροές τοξικού βενζολίου σε κατοικημένες περιοχές.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν οι χώρες επιχειρούν να ανοικοδομηθούν μετά τις συγκρούσεις.
Ενεργειακά συστήματα που βασίζονται σε αποθήκες πετρελαίου, αγωγούς φυσικού αερίου και κεντρικοποιημένες υποδομές καυσίμων παραμένουν εκτεθειμένα τόσο στη ρύπανση όσο και στις διεθνείς κρίσεις τιμών κάθε φορά που απειλούνται βασικές εμπορικές αρτηρίες, όπως τα Στενά του Ορμούζ.
Αντίθετα, πιο αποκεντρωμένα δίκτυα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μπορεί να μην εξαλείφουν τους κινδύνους του πολέμου, αλλά περιορίζουν τόσο το τοξικό αποτύπωμα όσο και το οικονομικό σοκ που ακολουθεί.
Οι πόλεμοι θα συνεχίσουν να καταστρέφουν υποδομές. Το αν θα αφήνουν πίσω τους και δεκαετίες περιβαλλοντικής καταστροφής εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από το είδος των ενεργειακών συστημάτων που θα επιλέξουν οι κοινωνίες να ξαναχτίσουν όταν τα όπλα σιγήσουν.
