Ένα πολύτιμο μωσαϊκό παιδικών αναμνήσεων από την Κατοχή στα Χανιά και την υπόλοιπη Κρήτη έρχεται στο φως μέσα από νέες μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τον πόλεμο ως παιδιά, αποτυπώνοντας άγνωστες και συχνά σκληρές πτυχές της καθημερινότητας εκείνης της περιόδου.
Οι αφηγήσεις, που προέρχονται κυρίως από τις τότε επαρχίες Κυδωνίας, Αποκορώνου και Κισσάμου, καταγράφουν με ιδιαίτερη ευαισθησία εμπειρίες επιβίωσης, όπως τις μαζικές μετακινήσεις οικογενειών από την πόλη προς την ύπαιθρο, αλλά και συγκλονιστικές εικόνες της Κατοχής, από την ταφή νεκρών μετά από επιχειρήσεις των ναζιστικών δυνάμεων μέχρι τις ακραίες συνθήκες διαβίωσης σε μια κοινωνία υπό κατοχή.
Οι αφηγήσεις αυτές καταγράφονται, μέσα από το βιβλίο «Μαρτυρίες παιδιών από τη Μάχη της Κρήτης και την Κατοχή II» που παρουσιάστηκε το απόγευμα της Τρίτης στο Πνευματικό Κέντρο, στα Χανιά. Η εκδήλωση εντάσσεται στο πρόγραμμα εκδηλώσεων για τη Μάχη της Κρήτης και συνδιοργανώθηκε από την Περιφέρεια Κρήτης- Περιφερειακή Ενότητα Χανίων, το Ιστορικό Αρχείο Χανίων και το Πνευματικό Κέντρο.
Πρόκετειται για το δεύτερο βιβλίο της σειράς που περιέχει μαρτυρίες των Εμμ. Αθητάκη, Χρ. Αννιτσάκη, Κων. Βουράκη, Ν. Διακάκη, Λ. Καούνη, Ερ. Καψωμένου, Σ. Μιχελογιάννη, Ι. Μπατάκη, Α. Πλυμάκη, Κ. Ρεξάκη, Γ. Φουντουλάκη, Β. Χαρωνίτη, Χρ. Χουλιόπουλου, και εκδόθηκε με τη στήριξη της Περιφέρειας Κρήτης-Περιφερειακή Ενότητα Χανίων.
Μέσα από τη ματιά των τότε παιδιών, αναδύεται μια διαφορετική ιστορική αφήγηση, που φωτίζει λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής και εμπλουτίζει την κατανόησή μας για μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της κρητικής ιστορίας.
Για το βιβλίο μίλησαν η κα. Ελευθερία Ζέη, Αναπλ. καθηγήτρια Ιστορίας Παν/μίου Κρήτης και ο κ. Γιάννης Σκαλιδάκης, ΕΔΙΠ, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης Παν/μίου Κρήτης. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζει ο Νίκος Μπλαζάκης. Την εκδήλωση συντόνιζε ο Προϊστάμενος του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης, Κ. Φουρναράκης.
Ο κ. Σκαλιδάκης ανέφερε ότι η έκδοση συνεχίζει την προσπάθεια αποτύπωσης της συλλογικής μνήμης τονίζοντας ότι παρά το γεγονός ότι έχουν ήδη εκδοθεί σημαντικές συλλογές από ερευνητές και συγγραφείς, κάθε νέο υλικό προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της ιστορικής κατανόησης της περιόδου.
Η συγκεκριμένη έκδοση εστιάζει ιδιαίτερα στην καθημερινή ζωή των κατοίκων, αναδεικνύοντας την έντονη σύνδεση ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο. Οικογένειες και παιδιά μετακινούνταν από τα Χανιά προς τα χωριά της ενδοχώρας αναζητώντας τρόπους επιβίωσης, σε μια περίοδο έντονων στερήσεων και ανασφάλειας.
Οι μαρτυρίες αποτυπώνουν με γλαφυρό τρόπο πτυχές της καθημερινότητας: από τις δυσκολίες επιβίωσης μέχρι αυτοσχέδιες πρακτικές φροντίδας της υγείας. Ο ίδιος τόνισε ότι, μέσα από αυτές τις αφηγήσεις αναδύεται μια ζωντανή εικόνα μιας κοινωνίας που προσπαθεί να σταθεί όρθια μέσα στις ακραίες συνθήκες του πολέμου.
Αλικιανός, Βιάννος, Ανώγεια, Αμάρι, είναι κάποιες από τις περιοχές που αποτελούν τον τόπο αφήγησης των παιδιών εκείνης της εποχής, κάνοντας λόγο ”για σκληρές μαρτυρίες”.
Παράλληλα, ο κ. Σκαλιδάκης επεσήμανε, πως φωτίζονται και κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως η αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων και οι συγκρούσεις που ακολούθησαν μεταξύ διαφορετικών οργανώσεων. Τα γεγονότα αυτά παρουσιάζονται όχι μέσα από την οπτική των πρωταγωνιστών, αλλά από ανθρώπους που τα βίωσαν ως αυτόπτες μάρτυρες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι πολλές από τις αφηγήσεις προέρχονται από ανθρώπους μεγάλης ηλικίας, οι οποίοι καταγράφουν αναμνήσεις δεκαετιών μετά τα γεγονότα. Παρόλα αυτά, οι εκφράσεις και οι περιγραφές τους διατηρούν έντονη τη βιωματική τους δύναμη, αποδίδοντας το κλίμα μιας ιδιαίτερα σκληρής περιόδου.
Σύμφωνα με τον ερευνητή, τέτοιου είδους μαρτυρίες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής έρευνας, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την ιστορία «από τα κάτω», εκεί όπου δεν υπάρχουν πάντα επίσημα αρχεία ή καταγεγραμμένες φωνές. Όπως τόνισε ο κ. Σκαλιδάκης, η προφορική μαρτυρία, το ημερολόγιο ή ακόμη και ένα αδημοσίευτο χειρόγραφο συνιστούν πολύτιμες πηγές που συμβάλλουν στην κατανόηση του παρελθόντος.
Η κα. Ελευθερία Ζέη, επεσήμανε πως το βιβλίο προσφέρει ένα διαφορετικό βλέμμα πάνω στην περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου στην Κρήτη, κάτι που ξεχωρίζει από τη μέχρι σήμερα ιστοριογραφική παράδοση. Αντί να επανέλθει σε μια ακόμη συνολική αφήγηση των γνωστών ιστορικών γεγονότων, το βιβλίο στρέφεται σε ένα λιγότερο μελετημένο αλλά εξαιρετικά γόνιμο πεδίο: τις παιδικές μαρτυρίες. Όπως τόνισε, η σημασία του δεν βρίσκεται στην επανάληψη της ιστορικής αφήγησης της Κατοχής, για την οποία έχουν ήδη γραφτεί εκτενή έργα, αλλά στη μετατόπιση του ενδιαφέροντος προς τις εμπειρίες ανθρώπων που βίωσαν τον πόλεμο ως παιδιά. Αυτή η οπτική διαφοροποιεί ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται η μνήμη και το τραύμα.
Οι παιδικές μαρτυρίες, σύμφωνα με την προσέγγιση της έκδοσης, δεν είναι απλώς «αφελείς» ή λιγότερο αξιόπιστες αφηγήσεις. Αντιθέτως, διαθέτουν μια ιδιαίτερη ευαισθησία στην παρατήρηση της καθημερινότητας. ”Τα παιδιά καταγράφουν λεπτομέρειες που συχνά διαφεύγουν από τους ενήλικες: μικρές σκηνές της καθημερινής ζωής, στιγμές στο περιθώριο των γεγονότων, ή ακόμη και ήχους και εικόνες που συνθέτουν μια διαφορετική εμπειρία του πολέμου” ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια, η παιδική εμπειρία της Κατοχής αποτυπώνει και μια διαφορετική σχέση με τη βία και το τραύμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, γεγονότα που για τους ενήλικες αποτελούν βαθιά τραυματικές εμπειρίες, για τα παιδιά εγγράφονται διαφορετικά. Χαρακτηριστικά ανέφερε περιπτώσεις όπου ο πόλεμος συνυπάρχει με το παιχνίδι, με τα παιδιά να βρίσκουν τρόπους να μετατρέπουν τις συνθήκες κατοχής σε στιγμές καθημερινής δραστηριότητας.
Άλλες αφηγήσεις καταγράφουν εμπειρίες, όπως η συμμετοχή παιδιών σε σκληρές δραστηριότητες όπως οι ταφές νεκρών. Ωστόσο, η πρόσληψη αυτών των εμπειριών από τα ίδια τα παιδιά διαφέρει ριζικά από τον τρόπο με τον οποίο τις αντιλαμβάνονται οι ενήλικες ή η επίσημη ιστοριογραφία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι οι μαρτυρίες αυτές δεν είναι «καθαρά» παιδικές αφηγήσεις, αλλά ενήλικες αναμνήσεις παιδικών βιωμάτων. Δηλαδή, πρόκειται για αναμνήσεις που έχουν διαμορφωθεί μέσα από τον χρόνο, τη μνήμη και την εκ των υστέρων αφήγηση. Σύμφωνα με την ιστορικό, αυτή η χρονική απόσταση δεν αναιρεί την αξία τους· αντίθετα, προσθέτει ένα επιπλέον επίπεδο ανάλυσης γύρω από το πώς συγκροτείται η μνήμη και πώς το παρελθόν ανακατασκευάζεται.
Σύμφωνα με την κα Ζέη, η έκδοση εντάσσεται σε μια ευρύτερη, σχετικά πρόσφατη ερευνητική στροφή γύρω από τη μνήμη και το τραύμα, όπου η παιδική μαρτυρία αποκτά ιδιαίτερη θέση. Παρότι για χρόνια είχε υποτιμηθεί ως πηγή λόγω ζητημάτων αξιοπιστίας, σήμερα αναγνωρίζεται ότι καμία μαρτυρία δεν είναι απολύτως ουδέτερη ή αντικειμενική. Κάθε αφήγηση, είτε προέρχεται από ενήλικες είτε από παιδιά, διαμορφώνεται μέσα από εμπειρίες, ιδεολογίες και κοινωνικά φίλτρα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εξήγησε ότι, το βιβλίο αναδεικνύει την αξία των παιδικών μαρτυριών όχι ως «απόλυτη αλήθεια», αλλά ως πολύτιμο υλικό για την κατανόηση της ιστορίας «από τα κάτω», μιας ιστορίας που δεν καταγράφεται πάντα στα επίσημα αρχεία, αλλά επιβιώνει μέσα από τις μνήμες των ανθρώπων.
