Νεκρή βρέθηκε η Κίρκη, η νεαρή αρκούδα που είχε φιλοξενηθεί και περιθαλφθεί από τον Αρκτούρο για περίπου έναν χρόνο, πριν επιστρέψει πρόσφατα στο φυσικό της περιβάλλον. Τρεις αρκούδες έχασαν τη ζωή τους μέσα σε διάστημα μόλις 48 ωρών στη Δυτική Μακεδονία, μια εξέλιξη που προκαλεί έντονη ανησυχία για την προστασία της άγριας ζωής στην περιοχή.
Η περιβαλλοντική οργάνωση Αρκτούρος καταγγέλλει σοβαρές αδυναμίες τόσο στον σχεδιασμό πρόληψης όσο και στην άμεση αντιμετώπιση περιστατικών που αφορούν την παρουσία αρκούδων κοντά σε κατοικημένες περιοχές. Όπως επισημαίνει, σε πολλές περιπτώσεις οι τοπικές κοινωνίες καλούνται να διαχειριστούν μόνες τους καταστάσεις που απαιτούν την παρέμβαση των αρμόδιων υπηρεσιών.
«Οι τρεις αυτές απώλειες δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, αλλά η πιο οδυνηρή απόδειξη ότι η συνύπαρξη ανθρώπου και αρκούδας εξακολουθεί να στερείται ουσιαστικού σχεδιασμού και αποτελεσματικής διαχείρισης», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ανακοίνωση της οργάνωσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά, στο Πυλωρί του Δήμου Βοΐου εντοπίστηκε νεκρή μία αρσενική αρκούδα ηλικίας περίπου δυόμισι ετών, η οποία έφερε τραύματα από τρεις σφαίρες στο κεφάλι. Παράλληλα, κοντά στο Αρμενοχώρι Φλώρινας βρέθηκε ακόμη μία αρκούδα νεκρή, έχοντας επίσης πυροβοληθεί.
Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση της Κίρκης. Η νεαρή αρκούδα, που είχε επανενταχθεί στη φύση μετά από μακρά περίοδο περίθαλψης, εντοπίστηκε νεκρή και οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν ότι ο θάνατός της προκλήθηκε από κατανάλωση δηλητηριασμένου δολώματος.
Ο Αρκτούρος εκφράζει έντονο προβληματισμό για τον τρόπο διαχείρισης του περιστατικού, υποστηρίζοντας ότι, παρά την άμεση ενημέρωση των αρμόδιων αρχών, δεν υπήρξε η απαιτούμενη κινητοποίηση. Όπως αναφέρει, οι προβλεπόμενες ενέργειες ξεκίνησαν μόλις τρεις ημέρες αργότερα, γεγονός που δυσχέρανε τη διερεύνηση της υπόθεσης.
Η καθυστέρηση αυτή, σύμφωνα με την οργάνωση, δεν επηρεάζει μόνο τη συλλογή στοιχείων για τον εντοπισμό των υπευθύνων, αλλά δημιουργεί και σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία, την κτηνοτροφική δραστηριότητα και το φυσικό περιβάλλον. Ένα ζώο που έχει δηλητηριαστεί μπορεί να μετατραπεί σε εστία δευτερογενούς δηλητηρίασης για άλλα άγρια ή οικόσιτα ζώα, διευρύνοντας τις επιπτώσεις ενός περιβαλλοντικού εγκλήματος.
Η οργάνωση υπογραμμίζει ότι η άμεση επέμβαση των αρμόδιων υπηρεσιών σε αντίστοιχα περιστατικά δεν αποτελεί επιλογή, αλλά θεσμική υποχρέωση της Πολιτείας, απαραίτητη για τη διαφύλαξη της βιοποικιλότητας και την αποτροπή νέων απωλειών της άγριας πανίδας.
