Στο νέο του βιβλίο «Πολεμικός Καπιταλισμός: Η δεύτερη εποχή των Αυτοκρατοριών», (εκδόσεις Τόπος). ο δημοσιογράφος Πέτρος Παπακωνσταντίνου, επιχειρεί και τα καταφέρνει να απαντήσει σε πολλά ερωτήματα σε σχέση με τις τελευταίες διεθνείς εξελίξεις που χαρακτηρίζονται από επιθετικό εθνικισμό, μιλιταρισμό, διαδοχικούς πολέμους. Αποδομεί το αφήγημα πως πίσω από τη σκηνή του εγκλήματος βρίσκονται μόνο ηγέτες εκτός ορίων και αναδεικνύει τα βαθύτερα αίτια της τρικυμίας που επικρατεί στη διεθνή σκακιέρα. Με την αφορμή αυτή, μιλά στο tvxs για τον πολεμικό καπιταλισμό, για αυτό που ονομάζει «δεύτερη εποχή των αυτοκρατοριών», την κίνηση των συμφερόντων πίσω από τις τεκτονικές αλλαγές, την ακροδεξιά και την αντίσταση στη δυστοπία που ζούμε.
Γιατί η μετάβαση ισχύος ιστορικά συνοδεύεται τόσο συχνά από πολέμους; Θα μπορούσε να είναι τόσο απλή η απάντηση όσο η φράση του τελευταίου σας κεφαλαίου «Μιλιταρισμός: το ύστατο καταφύγιο του κεφαλαίου»;
Κεντρική αναλυτική γραμμή του βιβλίου μου είναι ότι η ανησυχητική εκτροπή της διεθνούς πολιτικής στις ατραπούς του επιθετικού εθνικισμού, του μιλιταρισμού και του πολέμου δεν μπορεί να εξηγηθεί από τις φιλοδοξίες και τα καπρίτσια κάποιων αυταρχικών ηγετών, όπως ο Πούτιν, ο Σι και ο Τραμπ, αλλά τροφοδοτείται από ένα σύμπλεγμα παραγόντων οικονομικής και γεωπολιτικής φύσης. Ο τίτλος του τελευταίου κεφαλαίου αναφέρεται σε έναν από αυτούς τους παράγοντες, χωρίς να εξαντλεί το θέμα.
Η ιδέα είναι ότι σε εποχές δυναμικής ανάπτυξης του διεθνούς καπιταλισμού, όπως οι τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και εν μέρει η δεκαετία του ΄90, κυριαρχεί η λογική ότι η παγκοσμιοποίηση είναι μια ευεργετική παλίρροια που σηκώνει όλες τις βάρκες, μικρές και μεγάλες, το πνεύμα του «make business, not war». Αντίθετα, σε εποχές έντονων οικονομικών τρανταγμών και παρατεταμένης καχεκτικής ανάπτυξης, όπως η περίοδος που εγκαινιάστηκε με την τρομερή κρίση του 2008-2009 κι από την οποία δεν έχουμε ακόμη βγει, κυριαρχεί η λογική του μηδενικού αθροίσματος, της εξαγωγής της κρίσης στον διπλανό μας.
Ταυτόχρονα, η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας εμφανίζεται ως προσωρινή λύση για τα λιμνάζοντα, αδρανή κεφάλαια – για παράδειγμα, στο πλαίσιο του προγράμματος ReArm Europe, η χωλαίνουσα γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία αναζητά τον από μηχανής θεό στον γίγαντα της στρατιωτικής βιομηχανίας Rheinmetall, ελπίζοντας ότι θα διασωθεί αν αντί για ΙΧ παράγει τεθωρακισμένα. Αυτό το περιβάλλον ευνοεί την άνοδο, στο πολιτικό επίπεδο, των δυνάμεων του επιθετικού εθνικισμού και του μιλιταρισμού.
Από εκεί και πέρα, οι πολεμικές συγκρούσεις της εποχής μας, αν και έχουν υλικό υπόβαθρο, καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις μεγάλες γεωπολιτικές αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου. Στον πόλεμο της Ουκρανίας καθοριστικό ρόλο έπαιξε η επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς. Από τις επιδείξεις ισχύος της αμερικανικής υπερδύναμης στο Δυτικό Ημισφαίριο (Βενεζουέλα, Κούβα, Παναμάς, Γροιλανδία), μέχρι τους πολέμους των ΗΠΑ και του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή (γενοκτονία της Γάζας, Ιράν) κεντρικό ρόλο παίζει η βούληση των ΗΠΑ να εμποδίσουν την ανάδυση ενός νέου, ισότιμου ανταγωνιστή στο πρόσωπο της Κίνας, εξασφαλίζοντας τον έλεγχο κρίσιμων διαδρόμων ενέργειας, αγαθών και πληροφοριών.
Εν τέλει, κάθε πόλεμος έχει τη δική του προϊστορία και δυναμική, απαιτώντας «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Θα ματαιοπονούσαμε αν επιχειρούσαμε να φτιάξουμε ένα θεωρητικό καλούπι για όλα τα μεγέθη.
Mιλάτε για μια «δεύτερη εποχή των αυτοκρατοριών». Τι είναι αυτό που κάνει τη σημερινή εποχή να θυμίζει περισσότερο τον κόσμο πριν από τους δύο παγκόσμιους πολέμους παρά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο που γνωρίσαμε μετά το 1990; Και τι σημαίνει αυτή η «δεύτερη εποχή των αυτοκρατοριών» για την ανθρωπότητα σήμερα;
Η γενιά μου μεγάλωσε μέσα στον Ψυχρό Πόλεμο, εποχή διπολικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε δύο μπλοκ με διαφορετικά κοινωνικά συστήματα, πολιτικές δομές και ιδεολογίες. Ακολούθησαν δυόμιση δεκαετίες μονοπολικού κόσμου, η εποχή της παγκοσμιοποίησης υπό την αδιαμφισβήτητη οικονομική και στρατιωτική ηγεμονία των ΗΠΑ. Ο κόσμος αυτός κατέρρευσε συμβολικά γύρω στο annus horribilis του 2016, τη χρονιά όπου η Κίνα πέρασε την Αμερική στο ΑΕΠ με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (PPP), τη χρονιά του Brexit και της πρώτης νίκης του Τραμπ.
Σήμερα η Αμερική διατηρεί την πρωτοκαθεδρία και εξακολουθεί να είναι η μόνη πλανητικής εμβέλειας υπερδύναμη, αλλά βρίσκεται σε τροχιά σχετικής υποχώρησης και η ηγεμονία της αμφισβητείται σοβαρά. Στη θέση του «κόσμου του Νταβός», με τη μία αγορά, τη μία υπερδύναμη και τη μία (νεοφιλελεύθερη) σκέψη, αναδύεται ένας ρηγματωμένος, πολυπολικός, αλλά έντονα συγκρουσιακός κόσμος. Είναι πραγματικός ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε άμεση σύγκρουση μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες, όπως και την περίοδο που προηγήθηκε του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν αντιπροσωπεύουν παρά διαφορετικές εκφάνσεις της ιμπεριαλιστικής αγριότητας.
Υποστηρίζετε ότι ο πόλεμος δεν είναι μια «παρέκκλιση» του σύγχρονου καπιταλισμού αλλά τείνει να γίνει οργανικό στοιχείο του. Ποια είναι τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που τροφοδοτούν αυτή τη μετάβαση τελικά;
Αναφέρθηκα ήδη σε δύο από βασικούς παράγοντες, τη χρόνια ύφεση στην οποία εισήλθε ο διεθνής καπιταλισμός με την κρίση του 2008-9 και την ανάδυση της Κίνας, με την οποία οι ΗΠΑ, για πρώτη φορά από το 1945, αντιμετωπίζουν έναν αντίπαλο που τείνει να γίνει οικονομικά και τεχνολογικά (επομένως, σε βάθος χρόνου, και στρατιωτικά) ισοδύναμος απέναντί τους.
Ένας άλλος παράγοντας, όπως προσπαθώ να τεκμηριώσω στο βιβλίο μου, είναι η ανάδυση του «ψηφιακού-στρατιωτικού συμπλέγματος», ιδίως στις ΗΠΑ. Θυμάστε ότι στη δεύτερη ορκωμοσία του Τραμπ ήταν παρόντες, εν είδει τιμητικής φρουράς, σχεδόν όλοι οι μεγιστάνες της Σίλικον Βάλεϊ, πράγμα όχι τυχαίο, αφού τα τεχνολογικά μεγαθήρια που εκπροσωπούν τροφοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από τις συμβάσεις του Πενταγώνου, σε μια εποχή όπου οι νέες, ψηφιακές τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη παίζουν πρωταρχικό ρόλο στο πεδίο της μάχης.
Η δύναμη αυτού του κατεξοχήν επιθετικού τμήματος του κεφαλαίου ενισχύεται από τη σύμπραξή του με τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες τύπου BlackRock που του εξασφαλίζουν κεφαλαιακή στήριξη και από τον έλεγχο μεγάλου τμήματος των μέσων ενημέρωσης, παλιών (εφημερίδες, τηλεοράσεις) και νέων (διαδικτυακές πλατφόρμες).
Ταυτόχρονα βλέπουμε όμως ένα 60% των Αμερικανών να αποδοκιμάζει τους πολέμους κι ένα κίνημα αρκετά ισχυρό στην άλλη όχθη του Ατλαντικού αν και δεν έχουμε ακόμα τεράστιο αντιπολεμικό κίνημα στη Δύση. Είναι αρκετά αυτά για να αισιοδοξούμε ειδικά αν αναλογιστούμε ότι την πρώτη εποχή των αυτοκρατοριών διαδέχθηκαν επαναστάσεις;
Έχετε δίκιο ότι ο αμερικανικός λαός βρίσκεται πιο μπροστά, μέχρι στιγμής, από τους λαούς της Ευρώπης σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη του αντιπολεμικού κινήματος, είτε μιλάμε για τη γενοκτονία στη Γάζα, είτε για τον πόλεμο στο Ιράν. Ίσως αυτό να οφείλεται στην κόπωση και τις αρνητικές εμπειρίες των Αμερικανών από τους παρατεταμένους, δαπανηρούς και ατελέσφορους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Πολλοί Αμερικανοί ψήφισαν τον Τραμπ γιατί είχε υποσχεθεί να απεγκλωβίσει τις ΗΠΑ από τέτοιου είδους πολέμους, και τώρα αισθάνονται προδομένοι και εξεγείρονται.
Η Ευρώπη γνώρισε τεράστια αντιπολεμικά κινήματα σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και με αφορμή τον πόλεμο του 2003 στο Ιράκ – θυμάμαι ότι τότε έγινε στη Ρώμη ένα ανεπανάληπτο συλλαλητήριο τριών εκατομμυρίων ανθρώπων, ενώ το Λονδίνο πλημμύρισε από ενάμιση εκατομμύριο διαδηλωτές. Σήμερα αγωνιστικά σκιρτήματα υπάρχουν – ειδικά στην Ιταλία έγιναν μέχρι και γενική απεργία για μποϊκοτάζ του Ισραήλ με αφορμή τη σφαγή στη Γάζα – αλλά, όπως σημειώνετε, δεν βρίσκονται ακόμη στο ύψος των περιστάσεων.
Είναι αλήθεια ότι οι πόλεμοι έγιναν πολλές φορές στην Ιστορία καταλύτες ριζοσπαστικών ανατροπών, αλλά αυτό δεν αποτελεί, βέβαια, παράγοντα ικανό να μας παρηγορεί, ειδικά στην πυρηνική εποχή που ζούμε. Ακόμη περισσότερο, που από τον Φεβρουάριο αυτού του χρόνου η ανθρωπότητα βρίσκεται, για πρώτη φορά μετά τα τέλη της δεκαετίας του ΄60, χωρίς καμία ενεργή συμφωνία ελέγχου των πυρηνικών οπλοστασίων.
Μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη σφαγή στη Γάζα, άλλαξε ριζικά η παγκόσμια τάξη όπως την ξέραμε ή μετασχηματίσθηκε η παλιά;
Οι αλλαγές που φέρνουν οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή είναι τεράστιες, αλλά δεν έχουν ακόμη αποκρυσταλλωθεί. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία εξελίχθηκε σε έμμεση σύγκρουση Ρωσίας-ΝΑΤΟ, διέρρηξε βίαια την ενεργειακή γέφυρα Μόσχας-Ευρώπης και έφερε τη Ρωσία πιο κοντά σε μια στρατηγική συμμαχία με την Κίνα. Ωστόσο η τελική εικόνα θα διαμορφωθεί όταν σιγήσουν τα όπλα, αν και είναι πολύ πιθανό ότι δεν θα πρόκειται για μια συμφωνία βιώσιμης ειρήνευσης, αλλά για το πέρασμα σε ένα νέο περιβάλλον «παγωμένης σύγκρουσης», όπως έγινε με τον πόλεμο της Κορέας.
Το ίδιο συμβαίνει με τους πολέμους των ΗΠΑ και του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, που ξεκίνησαν από τη Γάζα και επεκτάθηκαν σε Λίβανο, Συρία και Ιράν. Πολλά θα εξαρτηθούν από το πώς θα τελειώσει ο πόλεμος στο Ιράν, όπου ο Τραμπ πείσθηκε από τον Νετανιάχου ότι θα κατήγαγε μια πολύ γρήγορη νίκη με μηδαμινό κόστος και τεράστιο όφελος, αλλά βρέθηκε παγιδευμένος σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση.
Κατά κάποιο τρόπο, οι τρεις πόλεμοι των ΗΠΑ στον Κόλπο αντανακλούν την άνοδο και την πτώση της μεταψυχροπολεμικής Αυτοκρατορίας τους. Ο πρώτος πόλεμος του πατρός Μπους εναντίον του Ιράκ, το 1991, εξασφάλισε ευρύτατη διεθνή (ακόμη και αραβική) υποστήριξη και στέφθηκε με απόλυτη στρατιωτική και πολιτική νίκη, επισφραγίζοντας τον ρόλο των ΗΠΑ ως μόνης υπερδύναμης. Ο δεύτερος πόλεμος του υιού Μπους κατά του Ιράκ, το 2003, προκάλεσε διχασμό στη Δύση, ενώ οι ΗΠΑ νίκησαν μεν στρατιωτικά, αλλά τελικά ηττήθηκαν πολιτικά, στέλνοντας το πρώτο σημάδι προϊούσας φθοράς. Στον τρίτο πόλεμο, αυτή τη φορά του αλλοπρόσαλλου Τραμπ στο Ιράν, οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να αποτύχουν τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο πολιτικό επίπεδο, κάτι που θα καταλήξει να ενισχύσει τους ανταγωνιστές τους και να θέσει σε δεινή δοκιμασία ακόμη και τη στρατιωτική παρουσία τους στην περιοχή.
Πολλοί σήμερα αισθάνονται ότι ζουν μέσα σε μια διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης: πανδημία, πόλεμοι, ενεργειακή κρίση, τεχνητή νοημοσύνη, κλιματική απειλή. Πιστεύετε ότι αυτή η αίσθηση μόνιμης ανασφάλειας λειτουργεί πολιτικά υπέρ πιο αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης;
Ασφαλώς. «Το μόνο πράγμα που πρέπει να φοβόμαστε είναι ο ίδιος ο φόβος», έλεγε ο Αμερικανός πρόεδρος Φράνκλιν Ρούζβελτ όταν αναλάμβανε την προεδρία στο ηλεκτρισμένο περιβάλλον της κρίσης του 1929-1933, που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη. Δυστυχώς, η παλίρροια υπέρ της εθνικιστικής Ακροδεξιάς σε Ευρώπη, βόρεια και νότια Αμερική, μας θυμίζει διαρκώς ότι η αναλογία με τον μεσοπόλεμο είναι επικίνδυνα ισχυρή – τελευταίο δείγμα ήταν η εντυπωσιακή εκτίναξη του κόμματος Φαράτζ στις πρόσφατες εκλογές στη Βρετανία.
Ο συνδυασμός Ακροδεξιάς-μιλιταρισμού τείνει να γίνει εφιαλτικός. Σκεφτείτε ότι αύριο-μεθαύριο μπορεί να έχουμε αυτούς τους τεράστιους ευρωπαϊκούς στρατούς – και μάλιστα, με επέκταση της «πυρηνικής ομπρέλας» σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα – υπό τις διαταγές του Φαράτζ στη Βρετανία, της Βάιντελ στη Γερμανία και της Λεπέν (ή του Μπαρντελά) στη Γαλλία.
Αναφέρεστε εκτενώς στην Κίνα και τη σχέση με τις ΗΠΑ. Είναι ενδιαφέρουσα η αναφορά στους BRICS+ που ξεκίνησε σαν ένα χαλαρό φόρουμ διαλόγου ανάμεσα στη Ρωσία, την Ινδία και την Κίνα αλλά τελικά μπήκε και η Βραζιλία και η Νότια Αφρική και άλλες χώρες. Αναφέρετε ότι τους αντιστοιχούν το 36% της γήινης επιφάνειας, το 48,8% του παγκόσμιου πληθυσμού και το 40% του ΑΕΠ. Αποτελούν απειλή για τη Δύση και το χρηματοοικονομικό της σύστημα;
Για τους λαούς της Δύσης, θα ήταν θετική εξέλιξη να υπάρξουν εναλλακτικές δυνατότητες χρηματοδότησης αναπτυξιακών έργων, δανεισμού και διεθνών τραπεζικών συναλλαγών, έξω από τους Δρακόντειους περιορισμούς του ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και του ελεγχόμενου από τις ΗΠΑ διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Μια αριστερή, ριζοσπαστική κυβέρνηση που θα επιχειρούσε σοβαρές αλλαγές για να ανασάνει η ελληνική οικονομία από τον στενό κορσέ που της έχει επιβληθεί, θα είχε ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση αν ήξερε ότι υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια.
Ωστόσο δεν βλέπω να γίνεται κάτι τέτοιο στο ορατό μέλλον. Οι ΗΠΑ μπορεί να έχουν χάσει προ πολλού τη μάχη στο πεδίο της παραγωγής, καθώς η Κίνα είναι σήμερα το μεγάλο βιομηχανικό εργαστήρι του κόσμου, αλλά διατηρούν σε πολύ μεγάλο βαθμό τον έλεγχο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και αυτό δεν θα αλλάξει εύκολα ή γρήγορα.
Ως δημοσιογράφος έχετε καλύψει πολέμους επί δεκαετίες. Πώς σχολιάζετε τον ρόλο των ΜΜΕ σε σχέση με τους πολέμους; Μπορούμε να δημιουργήσουμε αντίβαρα στο σαρωτικό κύμα των fake news και της προπαγάνδας εκείνων που ελέγχουν τα μέσα;
Θεωρώ ότι η κατάσταση στα ελληνικά μέσα είναι η χειρότερη από κάθε άλλη στιγμή μετά την πτώση της χούντας. Αυτό ισχύει σε όλα τα επίπεδα, και στα εσωτερικά και στα εξωτερικά θέματα, το είδαμε από την οικονομική και κοινωνική θύελλα του 2012-2015 και το βλέπουμε και σήμερα, με την κάλυψη των μεγάλων πολεμικών κρίσεων.
Φυσικά εξαιρέσεις υπάρχουν, αλλά η συνολική εικόνα είναι καταθλιπτική, γεγονός που έχει ως συνέπεια τη βαθύτατη κρίση αξιοπιστίας των παραδοσιακών μέσων, με αντίκτυπο στην κυκλοφορία ή τηλεθέαση. Το γνωστό κλισέ ότι πρώτο θύμα κάθε πολέμου είναι η αλήθεια ισχύει τόσο για τους κοινωνικούς, όσο και για τους πραγματικούς πολέμους που ζούμε, ανεβάζοντας πιο ψηλά τον πήχη για όλους μας.
