Την πολιτική-ιδεολογική ταυτότητα του κόμματος που αναμένεται να ανακοινωθεί από τον Αλέξη Τσίπρα «καθρεφτίζει» το κείμενο με τίτλο «Η Κυβερνώσα Αριστερά της Νέας Εποχής. Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας». Ταυτόχρονα όμως αποτελεί και μία πρόταση όρων διακυβέρνησης που απευθύνεται στο σύνολο του προοδευτικού χώρου.
Πώς “θα τα βρουν” Αριστερά, Σοσιαλδημοκρατία και Οικολογία και πώς θα διεκδικήσουν την διακυβέρνηση της χώρας.
Αντικειμενικά, η δημοσιοποίηση ενός τέτοιου κειμένου αναμένεται να προκαλέσει ένα ευρύ πολιτικό διάλογο στον κέντρο και την αριστερά. Άλλωστε το μανιφέστο δεν κρύβει ότι απευθύνεται στους πολίτες που αυτό-προσδιορίζοντα εκεί. Σε ένα πεδίο , δηλαδή, που -με βάση τα εκλογικά αποτελέσματα- έχει αναδειχθεί πολλές φορές σε πλειοψηφικό στην ελληνική κοινωνία. Φιλοδοξεί, άλλωστε, να είναι το «τρίστρατο» που θα συναντηθούν τα 3 κυρίαρχα ρεύματα του χώρου.
Με βάση αυτό αξίζει κανείς να κωδικοποιήσει τα βασικά χαρακτηριστικά ενός ογκώδους κειμένου που επεξεργάστηκε ένα πολυμελές επιτελείο στο «Ινστιτούτο Αλέξης Τσίπρας».
Το πρώτο στοιχείο που προκύπτει από το μανιφέστο είναι – προφανώς- η άμεση ανάγκη για την σύγκλιση των 3 ρευμάτων του προοδευτικού χώρου: Αριστερά, Σοσιαλδημοκρατία, Οικολογία. Η λογική που προβάλλεται δεν είναι αυτή της απλής ή πρόσκαιρης συνύπαρξης αλλά αυτή της αλληλοσυμπλήρωσης των χαρακτηριστικών.
Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται «η σοσιαλδημοκρατία οφείλει να απομακρυνθεί από τις λογικές διαχείρισης και να συναντηθεί με το πνεύμα του ριζοσπαστισμού στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων και της διαφθοράς. Η ριζοσπαστική και ανανεωτική Αριστερά να επεξεργαστεί ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες πολιτικές για την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη θεσμική ανασύνταξη της χώρας. Η πολιτική οικολογία να ενσωματωθεί στον πυρήνα ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης που θα συνδυάζει βιωσιμότητα, ενεργειακή ασφάλεια και κοινωνική δικαιοσύνη».
Μάλιστα ενδιαφέρον στο σημείο αυτό έχει και η αναφορά που γίνεται στην περίφημη φράση «η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού», η οποία έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν από εκπροσώπους της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα. Το μανιφέστο αναφέρει πως «η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού αλλά η διεύρυνση των ορίων του εφικτού».
Τονίζεται επίσης ότι «η σύγκλιση των τριών ρευμάτων, δεν μπορεί να γίνει με όρους του προηγούμενου αιώνα, αλλά με μια νέα πολιτική λογική που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής: δημοκρατική, εφαρμόσιμη και ταυτόχρονα μετασχηματιστική. Σήμερα, η πρόκληση δεν είναι η επιλογή ανάμεσα στη σταδιακή αλλαγή και τη ρήξη, αλλά η σύνθεσή τους σε μια νέα πολιτική στρατηγική».
Επίσης το κείμενο κρατά σαφέστατες αποστάσεις από τον χώρο της αντιπολιτικής. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται «η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς όχι μόνο δεν είναι ξεπερασμένη όπως διατείνονται ορισμένοι, στρώνοντας ουσιαστικά το δρόμο για την άκρα δεξιά, αλλά είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, καθώς αποτυπώνει τις συγκρουόμενες απαντήσεις στα κρίσιμα προβλήματα της εποχής»
Αποστάσεις όμως τηρούνται σαφώς και από τις πιο «κλασσικές» εκδοχές της αριστεράς. Με όρους «πολιτικής γεωγραφίας» το μανιφέστο τοποθετεί την σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων «στα αριστερά του κέντρου». Επισημαίνεται ενδεικτικά πως οι δυνάμεις αυτές «καλούνται να ασκήσουν αριστερές πολιτικές αναδιανομής και ενίσχυσης των μη ευνοημένων και των μεσαίων στρωμάτων στα κέντρα και όχι στο περιθώριο των κοινωνιών. Ορισμένοι το αποκαλούν αυτό διαχείριση, εμείς το ονομάζουμε επαναστατική αλλαγή».
Ένα δεύτερο στοιχείο το μανιφέστου είναι η προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των όρων «ασφάλεια» και «πατριωτισμός». Κάτι που ούτως η άλλως έχει εντάξει εδώ και πολύ καιρό στην ρητορική του ο Αλέξης Τσίπρας. Πρόκειται για δύο όρους που απαντώνται συχνά στο πολιτικό «ρεπερτόριο» του δεξιού χώρου και όπως φαίνεται το μανιφέστο επιχειρεί να ενσωματώσει, αναδιαμορφώνοντας το περιεχόμενό τους.
Έτσι ο όρος «ασφάλεια» προσεγγίζεται με την εκτίμηση πως «οι πολίτες κινητοποιούνται από απλά αλλά ουσιαστικά ερωτήματα: Πώς μπορώ να ζώ σε μια χώρα που κυβερνάται από το ρουσφέτι, την ανομία και τη διαπλοκή; Πώς μπορώ να ανακτήσω τον έλεγχο και την αξιοπρέπεια της ζωής μου; Αυτή είναι η πραγματική αγωνία της νέας κοινωνικής πλειοψηφίας: το γεγονός ότι οι άνθρωποι αισθάνονται καθηλωμένοι, ότι δεν μπορούν να σχεδιάσουν, να εξελιχθούν, να δημιουργήσουν». Στην βάση αυτή επισημαίνεται ότι «η απάντησή μας στον φόβο και στην ανασφάλεια είναι η ανάκτηση μιας ζωής αξιοβίωτης».
Αντίστοιχα για τον όρο «πατριωτισμός» το μανιφέστο επιφυλάσσει μια άλλη ερμηνεία. Επισημαίνεται πως απαιτείται «ένας νέος πατριωτισμός που θα μετατρέψει τους πολίτες σε δρώσα δύναμη, σε συμμέτοχους και συμμέτοχες, συνδιαμορφωτές και συνδιαμορφώτριες της ιστορίας, και όχι σε άβουλους θεατές της». Ως «πατριωτισμός» λογίζεται η «ριζοσπαστική ευαισθησία για τους αδύναμους της κοινωνίας και για τους νέους» καθώς και η κοινωνική αλληλεγγύη» με «ευημερία όλων στο πλαίσιο μίας δίκαιης κοινωνίας». Καθόλου τυχαίο δεν είναι άλλωστε πως ο Αλέξης Τσίπρας έχει αποκαλέσει «πατριωτική εισφορά» την βούληση του να υπάρξει μια πολιτική φορολόγησης των πλέον κερδοφόρων και με μεγαλύτερους τζίρους επιχειρήσεων.
Ως ένα μανιφέστο σύγκλισης της σοσιαλδημοκρατίας και της αριστεράς το κείμενο δεν θα μπορούσε παρά να επιφυλάσσει ξεχωριστή αναφορά στην έννοια του κράτους. Και στις δύο αυτές ιστορικές προσεγγίσεις της πολίτικής άλλωστε ο κρατικός μηχανισμός έχει ξεχωριστή θέση.
Στο μανιφέστο γίνεται λόγος για την ανάγκη το κράτος «να μετατρέπεται σε συνεργάτη του πολίτη, ενσωματώνοντας τη ριζοσπαστική ευαισθησία απέναντι στις σύγχρονες διαρθρωτικές αδικίες». Στην βάση αυτή προτείνεται «αντικατάσταση του συγκεντρωτικού, πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου από ένα κράτος που ενισχύει την ανεξάρτητη Τοπική Αυτοδιοίκηση και την αυτοοργάνωση των κοινοτήτων». Επισης η θεσμική θωράκιση των δημόσιων αγαθών, όπως και ένα «Ολιστικό Πλαίσιο Ασφάλειας: Κατοχύρωση της εργασιακής, περιβαλλοντικής, επισιτιστικής και ενεργειακής ασφάλειας ως θεμελιωδών δικαιωμάτων και όχι ως κενών συνθημάτων».
Αντίστοιχα προσδιορίζεται και η αντίληψη περί δημοκρατίας. Επισημαίνεται πως «η δημοκρατία αποκτά το νόημά της, όταν εκφράζει τη λαϊκή κυριαρχία και όχι τα συμφέροντα των ισχυρών». Τονίζεται πως «μια δημοκρατία που επικαλείται μόνον τις πολιτικές ελευθερίες και τον πλουραλισμό, αλλά δεν στηρίζει την ισότητα, τη συμμετοχή και το κοινωνικό κράτος, μια δημοκρατία χωρίς κράτος πρόνοιας και ισχυρούς και αξιόπιστους θεσμούς, χωρίς πραγματική λογοδοσία της εξουσίας και χωρίς ενεργό συμμετοχή των πολιτών, μια τέτοια δημοκρατία είναι σχήμα λόγου».
Τέλος στο μανιφέστο αποσαφηνίζεται ότι στόχος της σύγκλισης των προοδευτικών δυνάμεων είναι αφενός η διεκδίκηση και αφετέρου η άσκηση της διακυβέρνησης της χώρας. Για αυτό προβάλλεται έντονα ο όρος «κυβερνώσα αριστερά» ενώ ξεκαθαρίζονται οι προτεραιότητες μιας τέτοιας διακυβέρνησης.
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται η προοδευτική διακυβέρνηση στοχεύει:
Στην ενίσχυση του κόσμου της εργασίας, στη μείωση των ανισοτήτων, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην αναδιανομή των εισοδημάτων, στην εξάλειψη των έμφυλων, φυλετικών και κοινωνικών διακρίσεων, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στη διασφάλιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,
Υπερασπίζεται τα δημόσια αγαθά – την ενέργεια, το νερό, το περιβάλλον – ως θεμέλια συλλογικής ασφάλειας,
Προστατεύει το δημόσιο συμφέρον, την υγεία, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό,
Ενισχύει τη δημοκρατία, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, την ισότιμη εκπροσώπηση και μεταχείριση, ως προϋποθέσεις εμπιστοσύνης,
Προωθεί ένα κράτος δίκαιο και ισχυρό, όπου η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών εγγυάται την ασφάλεια ζωής και κοινωνικής προοπτικής με πόρους που θα αντλούνται και από τη φορολογία των υπερκερδών, αλλά κυρίως από την προοδευτική φορολογία,
Εγγυάται αξιοπρεπείς μισθούς και ασφαλείς συνθήκες εργασίας.
Δεσμεύεται για την ενίσχυση των πρωτοβουλιών για τα κοινά και την αλληλέγγυα οικονομία, και στηρίζει ένα κράτος αποκεντρωμένο με ισχυρούς Αυτοδιοικητικούς Θεσμούς.
