Με σκεπτικισμό φαίνεται να αντιμετωπίζει η Ουάσινγκτον και ο Ντόναλντ Τραμπ την πρόταση του Ιράν για άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.

Σε μια κίνηση που αναδιατάσσει τη διπλωματική σκακιέρα στη Μέση Ανατολή, η Τεχεράνη φέρεται να κατέθεσε νέα πρόταση προς την Ουάσιγκτον, επιχειρώντας να διαχωρίσει την άμεση κρίση από το βαθύτερο πυρηνικό ζήτημα. Σύμφωνα με αμερικανικές και περιφερειακές πηγές, το Ιράν εισηγείται την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και τον τερματισμό των εχθροπραξιών ως προτεραιότητα, αφήνοντας τις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό του πρόγραμμα σε δεύτερη φάση.

Η πρόταση αποτυπώνει μια σαφή στρατηγική: πρώτα η αποκλιμάκωση και η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας, πρώτα η άρση του αμερικανικού αποκλεισμού που πλήττει τις εξαγωγές πετρελαίου, και στη συνέχεια η δύσκολη συζήτηση για τον εμπλουτισμό ουρανίου και τα αποθέματα. Με αυτόν τον τρόπο, η ιρανική πλευρά επιχειρεί να αποσυνδέσει την οικονομική της επιβίωση από τις πυρηνικές της υποχρεώσεις.

Ωστόσο, η πρόταση αυτή φέρνει τον Ντόναλντ Τραμπ αντιμέτωπο με ένα σύνθετο δίλημμα. Η αποδοχή μιας άμεσης συμφωνίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε γρήγορη αποκλιμάκωση και να μειώσει τον κίνδυνο διεθνούς ενεργειακής αναταραχής. Από την άλλη, θα σήμαινε την απώλεια του βασικού μοχλού πίεσης προς την Τεχεράνη, χωρίς διασφαλίσεις για το πυρηνικό της πρόγραμμα.

Το ιρανικό σχέδιο, το οποίο μεταφέρθηκε μέσω Πακιστανών μεσολαβητών, αποφεύγει να απαντήσει στα βασικά αιτήματα της Ουάσιγκτον: δεκαετή αναστολή του εμπλουτισμού και απομάκρυνση των αποθεμάτων ουρανίου. Αντίθετα, μεταθέτει αυτά τα ζητήματα στο μέλλον, επιδιώκοντας άμεση οικονομική ανάσα.

Στο εσωτερικό του Λευκού Οίκου, η συζήτηση αναμένεται να κορυφωθεί, με τον Τραμπ να εξετάζει ήδη τις επιλογές του μαζί με την ομάδα εθνικής ασφάλειας. Η αμερικανική προσέγγιση παραμένει σταθερή: ο αποκλεισμός των Στενών ως εργαλείο πίεσης μέχρι την επίτευξη ουσιαστικών πυρηνικών παραχωρήσεων.

Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη επιχειρεί να αποδυναμώσει αυτόν τον μηχανισμό, προτάσσοντας το Ορμούζ ως πεδίο άμεσης συμφωνίας. Το πέρασμα αυτό δεν αποτελεί απλώς γεωγραφικό σημείο, αλλά κρίσιμο κόμβο της παγκόσμιας ενεργειακής αλυσίδας, με επιπτώσεις σε τιμές, αγορές και κυβερνητικές πολιτικές.

Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις στο Ιράν. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί φέρεται να παραδέχθηκε έλλειψη ενιαίας γραμμής εντός της ηγεσίας, γεγονός που εξηγεί τη μετριοπαθή φύση της πρότασης: αποκλιμάκωση χωρίς άμεση στρατηγική υποχώρηση.

Παράλληλα, η συνάντηση του Αραγτσί με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στη Μόσχα προσθέτει διεθνή διάσταση στην κρίση. Η Ρωσία εμφανίζεται ως δυνητικός παράγοντας εξισορρόπησης, ενώ η Τεχεράνη επιχειρεί να δείξει ότι διαθέτει εναλλακτικές συμμαχίες και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ.

Η επόμενη κίνηση της Ουάσιγκτον θα είναι καθοριστική. Είτε θα αποδεχθεί έναν προσωρινό συμβιβασμό με ανοιχτά μέτωπα, είτε θα επιμείνει σε μια στρατηγική πίεσης με αυξημένο ρίσκο κλιμάκωσης. Σε κάθε περίπτωση, το Ορμούζ έχει ήδη μετατραπεί στο επίκεντρο μιας διαπραγμάτευσης που θα κρίνει πολύ περισσότερα από τη ναυσιπλοΐα.

Πάνω από 90 χώρες έχουν ζητήσει την «επείγουσα και ανεμπόδιστη επαναλειτουργία» των Στενών του Ορμούζ, με τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες να προειδοποιεί ότι η αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στη θαλάσσια οδό κινδυνεύει να προκαλέσει παγκόσμια επισιτιστική κρίση.

Η Ελλάδα συμμετείχε στην κοινή δήλωση περισσότερων από 90 χωρών για τη θαλάσσια ασφάλεια, την οποία εκφώνησε ο υπουργός Εξωτερικών του Μπαχρέιν, Αμπντουλατίφ μπιν Ρασίντ αλ Ζαγιάνι, στην έδρα του ΟΗΕ.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Μπαχρέιν υπογράμμισε ότι η διεθνής κοινότητα συναντάται «σε μια στιγμή αυξανόμενης ανησυχίας για την ασφάλεια της διεθνούς ναυσιπλοΐας», επισημαίνοντας ότι οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ ανέδειξαν «τους σημαντικούς κινδύνους που συνδέονται με ενδεχόμενες διαταραχές σε αυτές τις θαλάσσιες διαδρομές, με συνέπειες που εκτείνονται πολύ πέραν της περιοχής».

Ανέφερε ότι οι συμμετέχουσες χώρες «επαναβεβαιώνουμε την πλήρη στήριξή μας στην Απόφαση 2817 του ΣΑ ΟΗΕ, η οποία καταδικάζει τις επιθέσεις του Ιράν κατά των γειτονικών του χωρών», προσθέτοντας ότι «το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και οι συνεχιζόμενες επιθέσεις στα Στενά συνιστούν απειλή για τη διεθνή ασφάλεια και για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες ναυσιπλοΐας».

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν απέρριψε την πρόταση εξ ολοκλήρου, αλλά εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις για την ειλικρίνεια και την καλή πίστη της άλλης πλευράς, ανέφερε η Wall Street Journal επικαλούμενη πηγές της στην κυβέρνησή του.

Στη δυσαρέσκεια του αμερικανού προέδρου αναφέρθηκε επίσης η New York Times.

Κατά δημοσιογραφικές πληροφορίες, το Ιράν προτείνει το άνοιγμα του στενού του Χορμούζ και συμφωνία για το τέλος του πολέμου, με τις διαπραγματεύσεις για το πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας να αφήνονται κατά μέρος, να αρχίζουν μεν αλλά να μην αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση η ολοκλήρωσή τους για να κλειστεί συμφωνία.

Αμερικανός αξιωματούχος εξήγησε, μιλώντας υπό τον όρο να μην κατονομαστεί στο πρακτορείο ειδήσεων Ρόιτερς, ότι ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του αρχηγού του αμερικανικού κράτους.

Εκπρόσωπος της αμερικανικής προεδρίας, η Ολίβια Γουέιλς, ερωτηθείσα σχετικά, περιορίστηκε να πει πως «δεν θα διαπραγματευτούμε μέσω του Τύπου» και ότι η άλλη πλευρά γνωρίζει «τις κόκκινες γραμμές μας».