Μια πολύμηνη διεθνής έρευνα φέρνει στο φως τον τρόπο με τον οποίο η φαρμακευτική εταιρεία Merck & Co. διατηρεί σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα την τιμή του αντικαρκινικού φαρμάκου Keytruda, περιορίζοντας την πρόσβαση ασθενών και επιβαρύνοντας τα συστήματα υγείας παγκοσμίως.
Το Keytruda, γνωστό και ως pembrolizumab, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στη θεραπεία του καρκίνου την τελευταία δεκαετία. Εγκρίθηκε αρχικά το 2014 από την U.S. Food and Drug Administration για το προχωρημένο μελάνωμα και έκτοτε έχει επεκταθεί σε 19 διαφορετικούς τύπους καρκίνου. Η καινοτομία του έγκειται στο ότι ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς ώστε να επιτίθεται στα καρκινικά κύτταρα, ανοίγοντας νέους δρόμους στην ογκολογία.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την επιστημονική πρόοδο, όπως αποκαλύπτει η έρευνα της δημοσιογραφικής ομάδας International Consortium of Investigative Journalists, υπάρχει ένα πολύπλοκο σύστημα εμπορικών πρακτικών. Οι τιμές του φαρμάκου παρουσιάζουν τεράστιες αποκλίσεις από χώρα σε χώρα: Η τιμή φτάνει στα 850 δολάρια για παράδειγμα ανά φιαλίδιο σε χώρες όπως η Ινδονησία έως και ξεπερνάει τα 6.000 δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με δεδομένο ότι η θεραπεία μπορεί να διαρκέσει έως και δύο χρόνια, το συνολικό κόστος για έναν ασθενή στις ΗΠΑ μπορεί να ξεπεράσει τα 400.000 δολάρια.
Η έρευνα, που βασίστηκε σε εκατοντάδες συνεντεύξεις και χιλιάδες έγγραφα, αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η εταιρεία έχει δημιουργήσει δικλείδες ασφαλείας για την πατέντα της. Αυτό το «οχυρό» όπως το περιγράφουν οι ερευνητές, περιλαμβάνει περισσότερες από 1.200 αιτήσεις διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σε δεκάδες χώρες, που δίνουν τη δυνατότητα στην εταιρεία να καλύπτει και δευτερεύουσες χρήσεις και μεθόδους χορήγησης του φαρμάκου. Αν και οι κύριες πατέντες λήγουν το 2028, αυτές οι συμπληρωματικές καταχωρίσεις ενδέχεται να επεκτείνουν την εμπορική αποκλειστικότητα έως και το 2042, καθυστερώντας την εμφάνιση φθηνότερων γενόσημων ή βιο-ομοειδών.
Παράλληλα, η έρευνα φωτίζει πρακτικές που σχετίζονται με τη δοσολογία. Σε πολλές περιπτώσεις, το φάρμακο χορηγείται σε υψηλότερες δόσεις ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι ενδεχομένως απαιτείται. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι η μετάβαση σε δοσολογία βασισμένη στο βάρος του ασθενούς θα μπορούσε να εξοικονομήσει έως και 5 δισ. δολάρια παγκοσμίως μέχρι το 2040. Ορισμένες χώρες έχουν ήδη αρχίσει να εφαρμόζουν τέτοιες πρακτικές, ωστόσο η ευρεία υιοθέτησή τους παραμένει περιορισμένη.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στις σχέσεις της εταιρείας με την ιατρική κοινότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η Merck έχει επενδύσει σημαντικά ποσά σε αμοιβές συμβούλων, επιχορηγήσεις για έρευνες και συνεργασίες με γιατρούς αλλά και σε οργανώσεις ασθενών. Μόνο στις ΗΠΑ, οι πληρωμές προς επαγγελματίες υγείας που σχετίζονται με το Keytruda ανήλθαν σε περίπου 52 εκατ. δολάρια την περίοδο 2018–2024. Μελέτες δείχνουν ότι τέτοιου είδους οικονομικές σχέσεις μπορούν να επηρεάσουν τις συνταγογραφήσεις, χωρίς απαραίτητα να βελτιώνουν τα ποσοστά επιβίωσης.
Το οικονομικό αποτύπωμα του φαρμάκου είναι εντυπωσιακό. Από την κυκλοφορία του, το Keytruda έχει αποφέρει έσοδα άνω των 160 δισ. δολαρίων, καθιστώντας το ένα από τα πιο επιτυχημένα από άποψη κερδοφορίας φάρμακα όλων των εποχών. Μόνο το 2025 απέφερε 31,7 δισ. δολάρια, ποσό που καλύπτει σχεδόν το μισό των συνολικών εσόδων της Merck. Την ίδια περίοδο, η εταιρεία διοχέτευσε δεκάδες δισεκατομμύρια σε μερίσματα και επαναγορές μετοχών.
Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η τιμολόγηση αντικατοπτρίζει την αξία του φαρμάκου για τους ασθενείς και τα συστήματα υγείας, καθώς και το υψηλό κόστος έρευνας και ανάπτυξης. Ωστόσο, ανεξάρτητες αναλύσεις, όπως εκείνη της ελβετικής οργάνωσης Public Eye, εκτιμούν ότι το κόστος ανάπτυξης του Keytruda αντιστοιχεί σε μικρό ποσοστό των συνολικών εσόδων του, ενισχύοντας την κριτική ότι οι τιμές καθορίζονται κυρίως από εμπορικά κριτήρια.
Οι επιπτώσεις για τους ασθενείς είναι δραματικές. Σε πολλές χώρες, ασθενείς καταφεύγουν σε πλατφόρμες crowdfunding για να χρηματοδοτήσουν τη θεραπεία τους, ενώ άλλοι προσφεύγουν στα δικαστήρια διεκδικώντας πρόσβαση στο φάρμακο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι καθυστερήσεις αποδεικνύονται μοιραίες. Παράλληλα, η υψηλή τιμή έχει οδηγήσει και στην εμφάνιση πλαστών εκδόσεων του φαρμάκου, δημιουργώντας νέους κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
Στα πιο επιβαρυμένα συστήματα υγείας, γιατροί καλούνται να πάρουν δύσκολες αποφάσεις σχετικά με το ποιοι ασθενείς θα λάβουν τη θεραπεία. Η οικονομική πίεση επηρεάζει ακόμη και την κατανομή πόρων, καθώς η χρηματοδότηση για το Keytruda μπορεί να περιορίζει τη διαθεσιμότητα άλλων φαρμάκων.
Η έρευνα αναδεικνύει επίσης τη χρήση κανονιστικών εργαλείων, όπως οι ταχείες εγκρίσεις, που επιτρέπουν στην εταιρεία να επεκτείνει τις ενδείξεις του φαρμάκου και να διατηρεί την εμπορική της κυριαρχία της. Μέσα από αυτές τις πρακτικές, το Keytruda εδραιώνεται όχι μόνο ως θεραπευτική καινοτομία αλλά και ως κεντρικός πυλώνας ενός συστήματος όπου η πρόσβαση στην υγεία καθορίζεται όλο και περισσότερο από οικονομικούς παράγοντες.
