Η νίκη του Πέτερ Μάγιαρ στην Ουγγαρία μπορεί να σηματοδοτήσει την έναρξη μιας κρίσιμης περιόδου τόσο για τη χώρα του όσο και για την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά.
Ο νέος ηγέτης δεν έχει πολύ χρόνο να πανηγυρίσει την ιστορική του νίκη έναντι του Βίκτορ Όρμπαν, καθώς έχει μπροστά του έναν αγώνα δρόμου.
Η Βουδαπέστη πρέπει να κινηθεί ταχύτατα για να ξεκλειδώσει δισεκατομμύρια ευρώ από παγωμένα ευρωπαϊκά κονδύλια, την ώρα που οι Βρυξέλλες βλέπουν μια σπάνια ευκαιρία να επαναφέρουν την Ουγγαρία στον ευρωπαϊκό πυρήνα και να ενισχύσουν τη συνοχή τους σε μια περίοδο πρωτοφανών γεωπολιτικών κρίσεων.
Η επιστροφή της Ουγγαρίας στην «καρδιά της Ευρώπης», όπως χαρακτηριστκά είπε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, δεν είναι απλώς μια διαπίστωση αλλά και παραίνεση στη νέα κυβέρνηση.
Για τον Μάγιαρ, ο χρόνος είναι ο καθοριστικός παράγοντας στα επόμενα βήματα. Αν η νέα κυβέρνηση δεν προχωρήσει άμεσα στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για το κράτος δικαίου, η χώρα κινδυνεύει να χάσει σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών πόρων έως το καλοκαίρι. Τα περίπου 18 δισεκατομμύρια ευρώ που παραμένουν δεσμευμένα λόγω των παραβιάσεων της προηγούμενης κυβέρνησης αποτελούν κρίσιμο οξυγόνο για την ουγγρική οικονομία, ενώ επιπλέον χρηματοδοτήσεις, όπως τα ευρωπαϊκά δάνεια για την άμυνα, ύψους 16 δισεκατομμυρίων βρίσκονται επίσης στο τραπέζι. Κρίσιμη είναι και η σημασία να τερματιστεί το πρόστιμο του 1 εκατομμυρίου ευρώ την ημέρα που επιβλήθηκε λόγω της παραβίασης της νομοθεσίας για τη μετανάστευση από την Ουγγαρία.
Ωστόσο, τα χρήματα αυτά δεν θα δοθούν χωρίς ανταλλάγματα. Οι Βρυξέλλες έχουν καταστήσει σαφές ότι απαιτούν συγκεκριμένα και απτά βήματα: ενίσχυση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, ουσιαστική καταπολέμηση της διαφθοράς, ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και συμμόρφωση με τις βασικές αρχές του κράτους δικαίου, επισημαίνουν τα διεθνή ΜΜΕ, σχολιάζοντας το εκλογικό αποτέλεσμα.
Ο Μάγιαρ δείχνει να αντιλαμβάνεται πλήρως το διακύβευμα. Από τις πρώτες του κινήσεις, επιχείρησε να στείλει σαφή μηνύματα τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Μίλησε για «συμβιβασμούς» σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για ανάγκη αποκατάστασης της εμπιστοσύνης και για μια νέα εποχή συνεργασίας. Η ρητορική του διαφοροποιείται αισθητά από εκείνη του προκατόχου του, ο οποίος είχε οικοδομήσει μια πολιτική σύγκρουσης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ο Μάγιαρ «έτρεξε» να επικοινωνήσει με την Φον Ντερ Λάιεν, αμέσως μετά την επικράτησή του για να στείλει μήνυμα προσανατολισμού.
Ωστόσο, ο Μάγιαρ, από τη μία πλευρά, εμφανίζεται διατεθειμένος να μην μπλοκάρει κρίσιμες αποφάσεις της ΕΕ, όπως η χρηματοδότηση της Ουκρανίας, και να τηρήσει δεσμεύσεις που έχουν ήδη αναληφθεί. Από την άλλη, όμως, διατηρεί επιφυλάξεις ως προς την ταχεία ένταξη της Ουκρανίας στην Ένωση, αντανακλώντας το κλίμα στο εσωτερικό της Ουγγαρίας.
Παράλληλα, η στάση του απέναντι στη Ρωσία είναι πιο πραγματιστική παρά ιδεολογική. Αναγνωρίζει την ανάγκη διατήρησης των κυρώσεων στο πλαίσιο του πολέμου, αλλά δεν κρύβει ότι η χώρα του πρέπει να συνεχίσει την ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα. Αυτή η διπλή προσέγγιση δείχνει ότι η νέα ηγεσία επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις ευρωπαϊκές απαιτήσεις και στις εσωτερικές οικονομικές και πολιτικές πιέσεις.
Το μεγάλο πλεονέκτημα του Μάγιαρ είναι η κοινοβουλευτική του ισχύς. Η υπερπλειοψηφία που διαθέτει του επιτρέπει να προχωρήσει σε βαθιές θεσμικές αλλαγές χωρίς τα εμπόδια που αντιμετώπισαν άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε παρόμοιες συνθήκες. Αυτό του δίνει τη δυνατότητα να κινηθεί γρήγορα, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των ευρωπαϊκών θεσμών.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μάγιαρ καλείται να παρουσιάσει ένα σαφές, κοστολογημένο και χρονικά προσδιορισμένο σχέδιο δράσης. Δεν αρκεί να δηλώσει πρόθεση μεταρρυθμίσεων. Πρέπει να δείξει πώς και πότε θα τις υλοποιήσει και μάλιστα γρήγορα. Η αξιοπιστία του θα κριθεί από την ταχύτητα και τη συνέπεια με την οποία θα κινηθεί.
Πέρα όμως από την ουγγρική διάσταση, η συγκυρία αυτή αποτελεί και μια στρατηγική ευκαιρία για την Ευρώπη. Τα τελευταία χρόνια, η στάση της Ουγγαρίας είχε εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς παράγοντες παράλυσης της ευρωπαϊκής λήψης αποφάσεων. Η συχνή χρήση του βέτο σε κρίσιμα ζητήματα -από τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας έως τη στήριξη της Ουκρανίας -ανέδειξε τα όρια της ομοφωνίας και υπονόμευσε την εικόνα ενότητας της Ένωσης.
Η πιθανή αλλαγή πορείας της Βουδαπέστης μπορεί να άρει ένα σημαντικό εμπόδιο. Μια πιο συνεργάσιμη Ουγγαρία θα μπορούσε να επιτρέψει στην ΕΕ να κινηθεί ταχύτερα και πιο αποφασιστικά σε μια σειρά από κρίσιμα μέτωπα: την ευρωπαϊκή άμυνα, την ενεργειακή ασφάλεια, τη διεύρυνση και τη διαχείριση του πολέμου στην Ουκρανία.
Επιπλέον, η αποκατάσταση της σχέσης με την Ουγγαρία θα είχε και συμβολική σημασία. Θα έδειχνε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να επαναφέρει κράτη-μέλη που έχουν αποκλίνει από τις θεμελιώδεις αξίες της, όχι μόνο μέσω κυρώσεων αλλά και μέσω πολιτικού διαλόγου και κινήτρων.
Γι’ αυτό και σύσσωμοι οι Ευρωπαίοι ηγέτες έσπευσαν να χαιρετίσουν την νίκη του μιλώντας για «επιστροφή της Ουγγαρίας στην Ευρώπη».
Ωστόσο, η ευκαιρία αυτή δεν είναι χωρίς κινδύνους. Αν οι Βρυξέλλες κινηθούν πολύ γρήγορα και αποδεσμεύσουν κονδύλια χωρίς επαρκείς εγγυήσεις, μπορεί να εκτεθούν. Αντίθετα, αν επιδείξουν υπερβολική αυστηρότητα, μπορεί ενισχύσουν ευρωσκεπτικιστικές φωνές.
Το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό. Οι κινήσεις του Μάγιαρ, η ανταπόκριση των Βρυξελλών και η ταχύτητα με την οποία θα προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις θα κρίνουν όχι μόνο το μέλλον της Ουγγαρίας, αλλά και την εικόνα της Ευρώπης.
