website analysis Ο Νικήτας Τσακίρογλου στον Δανίκα: Η καρδιά είναι μονογαμική, αλλά το σώμα πολυγαμικό – Η Χρυσούλα θα γίνει καλά με τη θρησκεία, όχι με την επιστήμη – Epikairo.gr

Ο σπουδαίος ηθοποιός, που υποδύεται τον Πατέρα Αρσένιο στην ταινία για τον Άγιο Παΐσιο, δηλώνει «χορτάτος από ρόλους και εμπειρείες», θεωρεί «την πίστη πιο δυνατή από την επιστήμη» και χαρακτηρίζει τη Χρυσούλα Διαβάτη σταθερή αξία στη ζωή του
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Ν.ΤΣ.: Δεν την πρόλαβα. Εγώ συνεργάστηκα με τον Μινωτή στο «Τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ. Είναι και ο Χορν, αλλά εγώ τον βρήκα στην παρακμή του. Ανεβάσαμε τον «Ριχάρδο Γ’» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, με πολύ μεγάλο θίασο και πήγαμε καλά. Αλλά εκείνου δεν του άρεσε ο ρόλος, του κλώτσαγε.
Δ.Δ.: Τρομερό έργο, το έχω δει με τον Αλ Πατσίνο. Από τους νεότερους ηθοποιούς ποιους θα έλεγες;
Ν.ΤΣ.: Δεν ξέρω, δεν μπορώ να πω ότι τους θαυμάζω. Μπορώ να τους εκτιμώ, ως εκεί.
Σκηνή 2η: «Εκανε θαύματα ο Αρσένιος»
Δ.Δ.: Στον «Αγιο Παΐσιο» τι ρόλο παίζεις;
Ν.ΤΣ.: Παίζω τον Αρσένιο τον Καππαδόκη. Ηταν από τα Φάρασα, από την Καππαδοκία, και ήταν ο μέντορας του Παΐσιου.
Δ.Δ.: Είσαι, ας πούμε, ο γκουρού του Παΐσιου.
Ν.ΤΣ.: Ναι, αυτός τον μύησε, αυτός τον βάφτισε και είπε ότι «εγώ στη θέση μου θα ήθελα έναν μοναχό». Ηθελε από τότε να γίνει μοναχός ο Παΐσιος.
Δ.Δ.: Ο ίδιος ο Αρσένιος τι ήταν;
Ν.ΤΣ.: Ο παπάς του χωριού, ο ποιμένας, ο γιατρός.
Δ.Δ.: Και η εμφάνισή σου είναι σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ή μόνο σε ένα μέρος;
Ν.ΤΣ.: Σε όλη τη διάρκεια είμαι, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος όπου παίζω μεγάλο ρόλο, διότι ο Αρσένιος τους καθοδηγεί, αυτός τους φροντίζει, σε αυτόν λογοδοτούν, αυτός κάνει τα θαύματα.
Δ.Δ.: Κάνει θαύματα ο Αρσένιος; Τι θαύματα;
Ν.ΤΣ.: Πήγαιναν άρρωστοι και τους έκανε καλά, πήγαιναν έγκυες γυναίκες και τις ξεγεννούσε. Επαιζε πολύ μεγάλο ρόλο ο παπάς την εποχή εκείνη.
Δ.Δ.: Παίζει και ο Στάνκογλου.
Ν.ΤΣ.: Παίζει μια σκηνή και είναι και πολύ καλός.
Δ.Δ.: Να ένας νέος σχετικά ηθοποιός που είναι καλός.
Ν.ΤΣ.: Ναι, καλός είναι. Αλλά ο λόγος που δεν εκτιμώ τους νέους ηθοποιούς είναι ότι δεν είναι επιλεκτικοί.
Δ.Δ.: Πηγαίνουν οπουδήποτε δηλαδή. Εσύ επέλεγες στη ζωή σου;
Ν.ΤΣ.: Σε όλη μου τη ζωή, αν κάτι δεν μου άρεσε, δεν πήγαινα. Και γι’ αυτό είχα την τύχη να δουλέψω με τον Αλεξανδράκη στο «Σινικό Τείχος», να δουλέψω με τον Βολανάκη στο «Περιμένοντας τον Γκοντό».
Δ.Δ.: Φοβερό έργο. Με ποιον έπαιζες εκεί;
Ν.ΤΣ.: Με τον Μίμη Βεάκη, τον γιο του Αιμίλιου, ως Πότζο, τον Κώστα Ματσακά ως Λάκυ, στη Θεσσαλονίκη. Ο Μίνως Βολανάκης, όταν ήρθε στην Ελλάδα, έκανε αρχικά αυτή τη μεγάλη αποτυχία, τον «Ιούλιο Καίσαρα». Ο Νίκος Κούρκουλος είχε γνωρίσει τον Βολανάκη όταν ήρθε από την Αγγλία, ήταν καλός δημοσιοσχετίστας.
Δ.Δ.: Ως ηθοποιός πώς ήταν ο Κούρκουλος;
Ν.ΤΣ.: Ηταν καλός, δούλεψε πολύ η Χρυσούλα μαζί του, εγώ δεν έτυχε. Αλλά θα πήγαινα να δουλέψω μαζί του.
Σκηνή 3η: «Η μάνα μου πήγε σε εξορίες»
Δ.Δ.: Φοβερό αρσενικό ο Κούρκουλος. Αν ήταν στην Αμερική και ήξερε αγγλικά, θα έσκιζε. Εσύ, Νικήτα, πιστεύεις; Είσαι θρήσκος;
Ν.ΤΣ.: Πιστεύω, και τώρα πολύ περισσότερο. Γιατί πιστεύω ότι η Χρυσούλα θα γίνει καλά μέσα από τη θρησκεία και όχι από την επιστήμη.
Δ.Δ.: Πάντα πίστευες; Από μικρό παιδί;
Ν.ΤΣ.: Ναι, γιατί μεγάλωσα στα Σεπόλια, στον Αγιο Μελέτη και στον Λόφο Σκουζέ. Και όποτε γίνονταν ευχέλαια στα σπίτια, ακολουθούσα τους παπάδες.
Δ.Δ.: Ηταν όλη η οικογένειά σου θρήσκα;
Ν.ΤΣ.: Δεν μπορώ να το πω, γιατί η μάνα μου πήγε σε εξορίες, πήγε στον Αη Στράτη.
Δ.Δ.: Ηταν στον ΕΛΑΣ;
Ν.ΤΣ.: Ναι, όταν στον Λόφο Σκουζέ ήταν οι Γερμανοί, την είχαν μαγείρισσά τους, είχε πάει εκεί για να μας ταΐζει. Τη βρήκε ο ΕΛΑΣ, τη μύησε και έγινε κομμουνίστρια. Δεν υπέγραφε με τίποτα, παρόλο που είχε τρία παιδιά να ζήσει. Εν τω μεταξύ, του πατέρα μου του σκότωσαν τα αδέρφια στον Μελιγαλά.
Δ.Δ.: Ηταν με την άλλη πλευρά ο πατέρας σου;
Ν.ΤΣ.: Οχι, ποτέ δεν ήταν. Ο πατέρας μου ήταν ένας φιλήσυχος άνθρωπος, των ήρεμων νερών.
Δ.Δ.: Νοικοκυραίος.
Ν.ΤΣ.: Ακριβώς, δεν είχε ανακατευτεί. Με ενσυναίσθηση ότι είχε τρία παιδιά. Η μάνα μου δεν είχε αυτή την ενσυναίσθηση, κατάλαβες; Και πήγε εξορίες, Αη Στράτη, Τρίκερι, Μακρόνησο.
Δ.Δ.: Τη μάνα σου δεν τη γνώρισες πολύ καλά;
Ν.ΤΣ.: Οχι, δεν τη γνώρισα. Θυμάμαι, μικρό παιδί, με είχαν πάει στη φυλακή που την είχαν συλλάβει και την έβλεπα πίσω από κάτι συρματοπλέγματα και έκλαιγα. Η φυλακή τότε ήταν στη Θεμιστοκλέους.
Δ.Δ.: Φοβερή σκηνή αυτή, κινηματογραφική. Μου θυμίζει τα «Πέτρινα χρόνια» του Βούλγαρη.
Ν.ΤΣ.: Εγώ μεγάλωσα στο «κόκκινο σπίτι», έτσι το έλεγαν.
Δ.Δ.: Λόγω της μητέρας σου. Φοβερό. «Ο Νικήτας μεγάλωσε στο “κόκκινο σπίτι”», τρομερή ατάκα. Πολύ ωραίο στόρι αυτό, πρέπει να το δώσεις να γίνει σενάριο.
Ν.ΤΣ.: Ξέρεις τι, όμως; Δεν πέρασα καλά. Γιατί είμαι παιδί της Κατοχής, γεννήθηκα το 1938.
Δ.Δ.: Η μητέρα σου πίστευε, παρ’ όλα αυτά;
Ν.ΤΣ.: Οχι, δεν ήταν θεούσα. Δεν άναβε καντήλια και τέτοια. Ούτε εκκλησία πήγαινε, αλλά εμάς μας πήγαινε και μας κοινωνούσε, όπως έκανε κάθε μάνα που θέλει το παιδί της να είναι θρησκευόμενο. Αλλά όχι κολλημένο στη θρησκεία.
Σκηνή 4η: «Δεν εντάχθηκα σε κόμματα. Με καλούσε ο Καραμανλής, ήταν φίλη μου η Παπαρήγα»
Δ.Δ.: Και μεγαλώνοντας κάτω από αυτές τις συνθήκες, πώς βρέθηκες στο θέατρο; Εργαζόσουν πριν;
Ν.ΤΣ.: Πάντα εργαζόμουν. Αλλά δεν μ’ αρέσουν αυτές οι ιστορίες, μου θυμίζουν μελό. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεινοπαθεί και θα δεινοπαθεί, δεν θα περνάει ποτέ καλά.
Δ.Δ.: Γιατί το λες αυτό;
Ν.ΤΣ.: Κατ’ αρχάς, με τους ανθρώπους που επιλέγει να διοικήσουν, να κατευθύνουν τα πράγματα. Είχα την τύχη να τους γνωρίσω από κοντά.
Δ.Δ.: Μα δεν έχουμε καλύτερους, αυτούς έχουμε.
Ν.ΤΣ.: Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με καλούσε στο γκολφ και τρώγαμε παλιά. Με τον Παπανδρέου δεν είχα καμία σχέση, δεν τον εκτιμούσα. Με την πολιτική δεν τα έχω καλά, γενικά. Παρ’ όλα αυτά, ο Καραμανλής με έκανε διευθυντή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος για μια πενταετία, από το ’74 μέχρι το ’79. Μου είχε πει ο Καραμανλής: «Οταν φύγω εγώ, θα φύγεις κι εσύ». Κι έφυγα κι εγώ. Τέλος πάντων, άλλη ιστορία αυτή, μια άρρωστη κατάσταση.
Δ.Δ.: Δηλαδή, έχεις κακή σχέση με την πολιτική.
Ν.ΤΣ.: Δεν εντάχθηκα ποτέ και δεν θα ενταχθώ. Πολλοί ηθοποιοί είναι δεξιοί, καραμανλικοί τότε και τώρα μητσοτακικοί. Εγώ δεν θέλησα.
Δ.Δ.: Υπάρχουν ηθοποιοί που είναι μητσοτακικοί;
Ν.ΤΣ.: Πολλοί.
Δ.Δ.: Ελα! Με αιφνιδιάζει αυτό που λες. Εγώ νόμιζα ότι οι ηθοποιοί, οι καλλιτέχνες γενικά, είναι μάλλον προς τα αριστερά.
Ν.ΤΣ.: Δεν είναι προοδευτικοί. Ο ηθοποιός πηγαίνει εκεί που τον συμφέρει. Γιατί έχει ανάγκη κάπου να ακουμπήσει. Οπως έχει ανάγκη τον θίασο και πηγαίνει σε θιάσους χωρίς να τους πιστεύει. Και γι’ αυτό έχουμε τα MeToo και όλα αυτά.
Δ.Δ.: Α, τέτοιο πράγμα σού είχε προκύψει ποτέ;
Ν.ΤΣ.: Οχι, μωρέ, την εποχή τη δική μας τα κορίτσια και γενικά οι άνθρωποι που πήγαιναν στο θέατρο είχαν μια έμφυτη ανεξαρτησία. Γι’ αυτό και δεν εντάχθηκα, δεν έγινα κομμουνιστής. Τα έχω πολύ καλά και με την Αριστερά, ήταν φίλη μου η Παπαρήγα, με καλούσαν στον Περισσό και πήγαινα και διάβαζα κείμενα. Δούλεψα και με τον Αλεξανδράκη και τη Γεωργούλη, η οποία ήταν καρα-αριστερή. Εξυπνη γυναίκα. Ο Αλέκος ήταν συμφεροντολόγος, δεν ήταν αριστερός. Εγώ πάντως μεγάλωσα στα Κρατικά Θέατρα γιατί τελείωσα με άριστα από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Σκηνή 5η: «Αδερφός μου ο Ευαγγελάτος»
Δ.Δ.: Πάμε στο ξεκίνημα. Πώς σου ήρθε η σκέψη να γίνεις ηθοποιός;
Ν.ΤΣ.: Πιο πριν έπαιζα στον Κολωνό, στο Δημοτικό Θέατρο Κολωνού, που πήγαιναν νέοι άνθρωποι, ερασιτεχνικά. Και παίζαμε στις εορταστικές εκδηλώσεις. Στο Γυμνάσιο γνώρισα τον Αλέκο Κουρή, καθόμασταν στο ίδιο θρανίο. Ο Αλέκος τότε είχε παίξει στο «Πικρό ψωμί», μια ταινία της εποχής που έκανε πάταγο. Είχε ενταχθεί στο θέατρο αυτό στον Κολωνό και με παρέσυρε και μένα και πήγα ως συμμαθητής του. Εκεί ερχόταν ένας ηθοποιός ο οποίος φρόντιζε να έχουμε καλές παραστάσεις στην παιδική σκηνή και με βοήθησε να δώσω εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο. Εγώ δεν είχα τελειώσει το Γυμνάσιο, είχα μείνει μετεξεταστέος, δεν προλάβαινα. Εδωσαω εξετάσεις και μπήκα στο Εθνικό μαζί με τον Σπύρο Ευαγγελάτο.
Δ.Δ.: Α, ήταν και ο Σπύρος τότε.
Ν.ΤΣ.: Συμμαθητές ήμασταν στο Εθνικό και τότε πήγαμε μαζί και στο Αγιον Ορος. Δεν πιστεύαμε, αλλά πήγαμε και βρεθήκαμε με κάτι δασκάλους, Κύπριους, εκεί -τότε τα θέματα της Κύπρου ήταν σε έξαρση- και μας περιποιήθηκαν πολύ. Μπορεί να είχα γνωρίσει και τον Παΐσιο τότε, ήταν η εποχή του ’55-’57.
Δ.Δ.: Τι γνώμη έχεις για τον Σπύρο Ευαγγελάτο;
Ν.ΤΣ.: Πολύ καλή. Ο Σπύρος ήταν αδερφός μου, μαζί ενώσαμε τις τύχες μας.
Δ.Δ.: Κεφαλονίτης τρελός, με την καλή έννοια. Παραστάσεις της κόρης του παρακολουθείς; 
Ν.ΤΣ.: Δεν μου αρέσουν. Εχω δει κάνα δυο στην Επίδαυρο που έχει κάνει.
Δ.Δ.: Εμένα μου αρέσουν πολύ. Οχι στην Επίδαυρο, άλλες που έχω δει.
Ν.ΤΣ.: Εγώ είδα στην Επίδαυρο, και επειδή τα είχε κάνει ο πατέρας της τα έργα αυτά και έπαιζα εγώ, έκανα τη σύγκριση.
Δ.Δ.: Εγώ, πάντως, πιστεύω ότι είναι καλύτερη από τον πατέρα της. Διαφωνούμε εδώ, δεν πειράζει. Είσαι, λοιπόν, συμμαθητής με τον Σπύρο στο Εθνικό.
Ν.ΤΣ.: Από τους 17 μένουμε εννιά μόνο στην επόμενη τάξη. Τότε έκαναν ξεκαθάρισμα.
Δ.Δ.: Πολύ καλά έκαναν.
Ν.ΤΣ.: Διευθυντής της σχολής ήταν ο Σωκράτης Καραντινός. Εχει σημασία αυτό γιατί αργότερα έγινε διευθυντής Κρατικού Βορείου Ελλάδος. Θυμάμαι, ήμουν με τον Σπύρο και κάποιες κοπέλες: την Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, την Ελλη Φωτίου -τότε λεγόταν Τριγωνοπούλου-, την Μπέττυ Βαλάση που ήρθε αργότερα γιατί είχε μείνει στην ίδια τάξη. Πολύ καλή κοπέλα και πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Και κάποιες κοπέλες που άλλες έμειναν στον χώρο και άλλες έφυγαν, όπως συνήθως συμβαίνει. 
Σκηνή 6η: «Αρπα κόλλα οι ταινίες με τη Λάσκαρη»
Δ.Δ.: Ησουν ερωτευμένος με καμιά απ’ αυτές τις κοπέλες;
Ν.ΤΣ.: Με καμία. Ο Σπύρος ήταν ερωτευμένος με τη Γλυκοφρύδη και είχε γράψει και ένα έργο γι’ αυτήν. Θυμάμαι στο σπίτι του Σπύρου, η μητέρα του έπαιζε λύρα, άρπα, και ο πατέρας του βεβαίως ήταν σπουδαίος μαέστρος και μουσουργός, ο Αντίοχος Ευαγγελάτος. Και μεγάλωσα μέσα στο σπίτι αυτό εξαιτίας της φιλίας με τον Σπύρο.
Δ.Δ.: Σε ένα κουκούλι καλλιτεχνικό, σαν να λέμε.
Ν.ΤΣ.: Ναι, και μου άρεσε αυτό το πράγμα γιατί ξέφυγα από τον πατέρα μου τον κουρέα και τη μάνα μου την κομμουνίστρια. Βέβαια, όταν πήγα στη δραματική σχολή η μάνα μου είχε επιστρέψει από τη Μακρόνησο και της άρεσε που ήμουν ηθοποιός.
Δ.Δ.: Ε, βέβαια, γιατί να μην της αρέσει, προοδευτικός άνθρωπος ήταν. Από τα πρόσωπα που γνώρισες ποια ήταν τα πιο σπουδαία; Μου είπες πριν τον Μινωτή και τον Κατράκη. Αλλους;
Ν.ΤΣ.: Εγώ πήγαινα κι ερχόμουν στο Εθνικό Θέατρο γιατί μου άρεσε. Κυνηγούσα ρεπερτόριο. Γενικά είμαι επιλεκτικός. Κάτι που είναι πολύ δύσκολο να το κάνεις στη δουλειά μας. Κυνηγούσα το έργο και το περιβάλλον. Αλλο να είσαι στο Εθνικό Θέατρο.
Δ.Δ.: Στην τηλεόραση έχεις παίξει πολλές φορές;
Ν.ΤΣ.: Πολλές, πολλές.
Δ.Δ.: Δεν σε ενοχλούσαν οι συνθήκες στην τηλεόραση, η πρόχειρη παραγωγή;
Ν.ΤΣ.: Εμείς δεν το θεωρούσαμε πρόχειρο, οι δουλειές ήταν προσεγμένες.
Δ.Δ.: Στην κρατική τηλεόραση έπαιξες κυρίως.
Ν.ΤΣ.: Ναι, σε μαυρόασπρο. Οι πρώτες μου δουλειές ήταν με τον Σταμάτη Χονδρογιάννη. Εχω παίξει στον «Γιούγκερμαν».
Δ.Δ.: Με την Κάτια Δανδουλάκη έχεις παίξει;
Ν.ΤΣ.: Με την Κάτια… νομίζω. Με τη Λάσκαρη πάντως έχω παίξει.
Δ.Δ.: Τι γνώμη έχεις για τη Λάσκαρη ως ηθοποιό;
Ν.ΤΣ.: Καλή. Βέβαια τώρα που βλέπω τις ταινίες, είναι άρπα κόλλα. Κακές ταινίες όλες αυτές.
Δ.Δ.: Στο σινεμά θυμάμαι ότι είχες πρωτοεμφανιστεί στα «Χρώματα της Ιριδος» του Νίκου Παναγιωτόπουλου.
Ν.ΤΣ.: Οχι, είχα κάνει με τον Παύλο Τάσιο πριν τους «Προστάτες» για τον ζωγράφο Κωνσταντίνο Παρθένη. Τον έπαιζε ο Κατράκης κι εγώ έκανα τον γιο του. Μετά, στα «Χρώματα της Ιριδος» έγινε το μπαμ, πήγαμε και στη Θεσσαλονίκη τότε, συμμετείχαμε στο Φεστιβάλ.
Δ.Δ.: Επαιξες και στους «Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας» μετά.
Ν.ΤΣ.: Ναι, με Βασίλη Διαμαντόπουλο -πολύ καλός-, Δημήτρη Πουλικάκο. Την πολύ όμορφη κοπέλα, την Ολγα Καρλάτου, την έφερε ο Νίκος Παπατάκης. Μεγάλος εραστής κι αυτός!
Σκηνή 7η: «Αν δεν εκτιμούσα, δεν αγαπούσα»
Δ.Δ.: Από όλη αυτή τη διαδρομή ποιες είναι οι πιο δυσάρεστες στιγμές σου;
Ν.ΤΣ.: Δεν έχω. Αν ήμουν δυσαρεστημένος, έφευγα.
Δ.Δ.: Το έχεις κάνει αυτό; Πού;
Ν.ΤΣ.: Αν δεν μου άρεσε κάτι, δεν πήγαινα. Ημουν επιλεκτικός και αυτό με προστάτευσε.
Δ.Δ.: Από πού έφυγες όμως;
Ν.ΤΣ.: Είχε κάνει ο Δαμιανός μια παράσταση με τον Αλεξανδράκη, νομίζω. Ενα έργο του Πίντερ ή του Αλμπι, δεν θυμάμαι. Και δεν μου άρεσε στις πρόβες. Και είπα: «Θα μου επιτρέψετε να αποχωρήσω, δεν αισθάνομαι καλά». Αμα δεν αισθανόμουν καλά, δεν καταπιεζόμουν. Γιατί είχα καλομάθει και στα Κρατικά Θέατρα που με είχαν στα όπα-όπα. Είχα μάθει σε σπουδαία πράγματα. Πρόσεχα πάρα πολύ την καριέρα μου. Ας πούμε, η Χρυσούλα πήγαινε με τον επιχειρηματία Βαγγέλη Λειβαδά που την ήθελε πάρα πολύ. Με γυρόφερνε κι εμένα, ποτέ δεν πήγα. Αλλά η Χρυσούλα είναι πολυτάλαντη. Την εκτιμώ και την πιστεύω παραπάνω από τον εαυτό μου. Εγώ είμαι μονοδιάστατος, είμαι κλασικός ηθοποιός, ας το πούμε έτσι.
Δ.Δ.: Ενώ η Χρυσούλα μπορεί να παίξει τα πάντα.
Ν.ΤΣ.: Τραγουδάει, ζωγραφίζει, ξέρει μουσική. Παίζει πολύ ωραία και σε κωμωδίες. Θα λείψει πάρα πολύ από το θέατρο η Χρυσούλα μετά από αυτή την κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί. Την εκτιμώ και την αγαπώ. Εγώ αν δεν εκτιμούσα, δεν αγαπούσα.
Δ.Δ.: Με την Καρέζη έχεις παίξει;
Ν.ΤΣ.: Οχι. Με φώναξε, αλλά μου έδειξαν τόση αγάπη αυτή και ο Καζάκος, που τρόμαξα!
Δ.Δ.: Από την αγάπη;
Ν.ΤΣ.: Ναι, από το πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για μένα.
Δ.Δ.: Για ποια παράσταση;
Ν.ΤΣ.: Ιψεν ήταν, η «Εντα Γκάμπλερ». Δεν ήταν με τον ρόλο το πρόβλημα, αλλά η πολλή αγάπη. 
Δ.Δ.: Είναι μια ιδιομορφία σου αυτή;
Ν.ΤΣ.: Ναι, ρε παιδί μου. Μπορεί να πάω με μια τσούλα, δεν έχω απιστήσει όμως στη Χρυσούλα.
Σκηνή 8η: «Οι γυναίκες θέλουν τον έρωτα»
Δ.Δ.: Σεξουαλικά, μου είπες ότι έκανες απιστίες. Και ποιος δεν έχει κάνει… Οποιος λέει όχι, λέει ψέματα.
Ν.ΤΣ.: Πήγαινα, μου άρεσαν οι γυναίκες και τους άρεσα. Με ερωτεύονταν, οι γυναίκες θέλουν τον έρωτα, δεν πάνε για να π… μόνο. Κάτι γίνεται, υπάρχει ένας ηλεκτρισμός, κάποιο καλώδιο.
Δ.Δ.: Τώρα παίζεις;
Ν.ΤΣ.: Οχι, σταμάτησα να παίζω. Κατ’ αρχάς, έχω το πρόβλημα της Χρυσούλας. Αλλά, πέρα απ’ αυτό, δεν βρίσκω και ενδιαφέρον.
Δ.Δ.: Προτάσεις σού έχουν γίνει;
Ν.ΤΣ.: Ναι, πότε-πότε γίνονται, αλλά όχι σπουδαίες. Γιατί δεν γίνεται και τίποτα σπουδαίο. Στο Εθνικό δεν θα ξαναγύριζα, δεν θα με έπαιρναν. Από το Θέατρο Τέχνης… είχα κάνει κι εκεί, επί Κουν.
Δ.Δ.: Α, ήσουν κι εκεί;
Ν.ΤΣ.: Επαιξα στη «Βέρα» και το «Τάβλι» του Κεχαΐδη, στο «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σαίξπηρ.
Δ.Δ.: Τις ταινίες του Λάνθιμου τις έχεις δει;
Ν.ΤΣ.: Οχι, δεν τις έχω δει. Ξέρω τον Λάνθιμο, παρακολουθώ την κατάσταση στον καλλιτεχνικό χώρο. Είμαι ενήμερος, έχω και κομπιούτερ, είμαι της τεχνολογίας και τα παρακολουθώ.
Δ.Δ.: Πιστεύεις ότι ο ελληνικός κινηματογράφος σήμερα είναι καλύτερος απ’ ό,τι στο παρελθόν;
Ν.ΤΣ.: Δεν ξέρω, γιατί δεν έχω δει πολλές ταινίες. Εχω δει τελευταία τον «Καποδίστρια» του Σμαραγδή.
Δ.Δ.: Πώς σου φάνηκε;
Ν.ΤΣ.: Μου άρεσε.
Δ.Δ.: Εξαιρετικός ο ηθοποιός.
Ν.ΤΣ.: Ο ηθοποιός καλός, σωστά δομημένη η ταινία. Εντάξει, για τα μέσα που έχουμε και τα λεφτά που έχουμε και όλα αυτά, πολύ καλή δουλειά. Και του το είπα του Σμαραγδή.
Δ.Δ.: Για το ελληνικό θέατρο σήμερα τι λες;
Ν.ΤΣ.: Δεν θέλω να εκφράσω γνώμη γιατί δεν το παρακολουθώ, είναι η αλήθεια.
Δ.Δ.: Με τον Κιμούλη έχεις συνεργαστεί;
Ν.ΤΣ.: Ηταν μαθητής μου, εγώ τον έβγαλα στο θέατρο από τη Σχολή Βεάκη. Και πρωτόπαιξε με τον Χορν στο Θέατρο Κάππα. Αλλά γενικότερα το θέατρο, παγκοσμίως, δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Εγώ πήγαινα στο Λονδίνο και παρακολουθούσα παραστάσεις. Η Μαριλένα Γεωργιάδου, που ήταν φίλη μου, με φιλοξενούσε εκεί, είχε σπίτι και βλέπαμε μαζί παραστάσεις. Αλλά αυτή τη στιγμή ούτε το Λονδίνο έχει καλές παραστάσεις, δεν θα πήγαινα να βγάλω εισιτήριο για να δω παράσταση. Δεν υπάρχει έλξη.
Επίλογος: Η συμβολαιογράφος κόρη και τα εγγονάκια του
Απέφευγε να μιλήσει για την πολιτική. Ετσι, προτού πάρει ο καθένας τον δρόμο του, τον ρώτησα για τη σημερινή κατάσταση.
Δ.Δ.: Θα διαβάζεις τις δημοσκοπήσεις. Ο Κυριάκος με 29% ως καταλληλότερος για πρωθυπουργός, με τη Ζωή δεύτερη και ποσοστό 8%. Η απόσταση, χαώδης…
Ν.ΤΣ.: Μα, αυτή είναι η πραγματικότητα. Οπως λέμε και στο θέατρο, μοναδικός πρωταγωνιστής ο Μητσοτάκης. Κανείς άλλος.
Δ.Δ.: Παιδιά, εγγόνια, έχεις;
Ν.ΤΣ.: Μια κόρη έχω κάνει με τη Χρυσούλα και τη μεγαλώσαμε στα πόδια του Κουν, του Βολανάκη.
Δ.Δ.: Ασχολείται με το θέατρο;
Ν.ΤΣ.: Δεν ακολούθησε το θέατρο, πήγε στο Εδιμβούργο, σπούδασε Νομικά, έγινε συμβολαιογράφος και έχει συμβολαιογραφείο στο Κολωνάκι. Λήδα Τσακίρογλου, πολύ καλή, έχει πάει όλος ο καλλιτεχνικός κόσμος. Και έχω και δύο εγγόνια, τα οποία είναι στην Αμερική. Η Μυρτώ τελείωσε χορό στη Σχολή της Μάρθας Γκράχαμ. Και ο Κωνσταντής σπουδάζει Τεχνολογία και Διαφήμιση και τέτοια.
Δ.Δ.: Για να ολοκληρώσουμε τη συζήτησή μας. Νικήτα, αισθάνεσαι πλήρης;
Ν.ΤΣ.: Είμαι χορτάτος. Η τελευταία παράσταση που έκανα με τον Σπύρο Ευαγγελάτο -γιατί ήμουν η μούσα του- ήταν «Ο έμπορος της Βενετίας» όπου είχα τον ρόλο του Σάιλοκ. Δεν ζηλεύω τίποτα, έχω παίξει τέτοια πράγματα.
Δ.Δ.: Τι θα έλεγες σε έναν νέο ηθοποιό σήμερα; Μια συμβουλή.
Ν.ΤΣ.: Να αγαπάει αυτό που κάνει και να είναι έτοιμος να θυσιαστεί γι’ αυτό. Και να μην κάνει κάτι που δεν του αρέσει.
Δ.Δ.: Βαριά η καλογερική όμως…
Ν.ΤΣ.: Μα έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ, σαν θρησκεία. Το έχω πει: το καμαρίνι είναι το κελί μας.
Δ.Δ.: Με αυτή τη φράση έκλεισες!
Ψέματα; Αν η τέχνη σου δεν είναι η θρησκεία σου και το καμαρίνι το κελί σου, ε, τότε, τι στο καλό κάνεις εκεί; Πάρε τα μπογαλάκια σου και φύγε!

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή