Ένα από τα θέματα που δεν μας έχει απασχολήσει μέχρι σήμερα, είναι η αρχή του Εμφυλίου Πολέμου, με την επίθεση των ανταρτών εναντίον του Σταθμού Χωροφυλακής στο Λιτόχωρο και οι δυνάμεις των αντιπάλων. Επίσης, θα δούμε και τους λόγους που οδήγησαν στην ίδρυση των ΜΑΥ (Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου) και των ΜΑΔ (Μονάδες Αποσπασμάτων Δίωξης).
12/2/1946: το ΚΚΕ αποφασίζει «νέα ένοπλη λαϊκή πάλη»
Σύμφωνα με τον Σόλωνα Γρηγοριάδη, στις 12 Φεβρουαρίου 1946 συνήλθε «κάπου στην Αθήνα» η Δεύτερη Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Η ημερομηνία δεν ήταν τυχαία. Στις 12/2/1946 συμπληρωνόταν ένας χρόνος από τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Στην απόφαση της Ολομέλειας που ήρθε στη δημοσιότητα, υπήρχε το εξής παράδοξο: η τελευταία παράγραφος είχε παραλειφθεί και είχε αντικατασταθεί από τρεις σειρές με αποσιωπητικά. Κάποιοι δεν το πρόσεξαν καν. Κάποιοι άλλοι θεώρησαν ότι έγινε τυπογραφικό λάθος, ενώ και όσοι κατάλαβαν ότι κάτι κρυβόταν πίσω από τα αποσιωπητικά, θεώρησαν ότι ήταν κάτι ασήμαντο. Η παράγραφος όμως αυτή ήταν «η μοίρα της Ελλάδας. Είχε την απόφαση για τη δυναμική αναμέτρηση» (Σ. Γρηγοριάδης). Το ακριβές περιεχόμενο της, το παρουσιάζει ο Δ. Κούσουλας, στο βιβλίο του «Επανάστασις και Ήττα», σελ. 189) και ήταν το εξής: «(Η Δεύτερη Ολομέλεια)… αφού στάθμισε εσωτερικούς παράγοντες, βαλκανική και διεθνή κατάσταση, αποφάσισε να προχωρήσει στην οργάνωση της νέας ένοπλης λαϊκής πάλης ενάντια στον μοναρχοφασιστικό αφηνιασμό».
Ο Ζαχαριάδης δίνει εντολή για το πρώτο χτύπημα
Στις 21 Μαρτίου 1946 ο Ζαχαριάδης, που θα μετέβαινε στην Πράγα για το συνέδριο του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, έκανε μια στάση στη Θεσσαλονίκη (είχε ξεκινήσει στις 20/3 από την Αθήνα). Στο «Μακεδονικό Γραφείο» του ΚΚΕ, ένα απλό διώροφο οίκημα κοντά στο Τελωνείο, «το Κόκκινο Σπίτι», κατά τις Αρχές, συναντήθηκε με τους Λεωνίδα Στρίγγο (Α’ Γραμματέας), Μάρκο Βαφειάδη (Β’ Γραμματέας, Οργανωτικός) και άλλα στελέχη. Τι ειπώθηκε μεταξύ τους δεν έγινε γνωστό. Ο Ζαχαριάδης πάντως, έδωσε εντολή να διαταχθεί μια από τις ένοπλες ομάδες των βουνών της Μακεδονίας να προβεί σε ένα εντυπωσιακό χτύπημα. Έτσι, θα ξεκινούσε η ένοπλη εξέγερση, αλλά και θα δινόταν μια απάντηση στην προεκλογική βία που ασκούσαν οι παρακρατικές δυνάμεις, καθώς και μία απόπειρα τρομοκρατίας των εκλογέων, να μην προσέλθουν στις κάλπες (οι εκλογές θα διεξάγονταν στις 31 Μαρτίου 1946).
Νίκος Ζαχαριάδης
Μάρκος Βαφειάδης
Η επίθεση στο Λιτόχωρο
Στις 22/3 ο Ζαχαριάδης περνούσε τα ελληνικά σύνορα και ο Μάρκος ξεκινούσε την υλοποίηση της εντολής του. Επέλεξε τελικά το Λιτόχωρο, την πανέμορφη κωμόπολη κοντά στην Κατερίνη, στις ανατολικές απολήξεις του Ολύμπου. Στην ευρύτερη περιοχή υπήρχε μια ομάδα πρώην Ελασιτών, που παρέμενε αδρανής. Την αποτελούσαν οι Φωτεινός, Ανδρεάδης και Π. Παλάσκας ή Τζαβέλλας και είχαν ως λημέρι, μια βαθιά, απρόσιτη σπηλιά. Εκεί έφτασαν, στις 26 Μαρτίου 1946, δύο απεσταλμένοι του Βαφειάδη: ο Υψηλάντης και ο Πάνος (ψευδώνυμα). Μετέφεραν οδηγίες του Βαφειάδη για το χτύπημα στο Λιτόχωρο.
Δημοσίευμα για την επίθεση στο Λιτόχωρο
Κλείσιμο
Η επίθεση (30-31 Μαρτίου 1946)
Στο Λιτόχωρο ήταν στρατωνισμένες, σε δύο ξεχωριστά κτίρια, που απείχαν 300 μέτρα, δύναμη Χωροφυλακής και μια Διμοιρία Εθνοφυλάκων. Στόχος ήταν η καταστροφή των στρατωνιζομένων. 33 αντάρτες επιτέθηκαν γύρω στις 23:30 της 30/3/1946 αιφνιδιαστικά και έκαψαν τα δύο κτίρια, με βλήματα όλμων και εμπρηστικές χειροβομβίδες. Κάποια από τα όπλα που χρησιμοποίησαν ήταν ιταλικά και τα είχαν πάρει από τη Μεραρχία Πινερόλο. Χωροφύλακες και Εθνοφύλακες αγωνίστηκαν γενναία, αλλά ηττήθηκαν. 9 άνδρες της Χωροφυλακής, που είχαν αποφοιτήσει ένα μήνα νωρίτερα από τη Σχολή Χωροφυλακής, 2 Λοχίες και ένας στρατιώτης της Εθνοφυλακής σκοτώθηκαν. Οι αντάρτες, μετά από μάχη σχεδόν έξι ωρών, έφυγαν με 4 αιχμαλώτους και όπλα ως λάφυρα. Παραδόξως, στο σοβαρό αυτό συμβάν δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή από τις Αρχές και την κοινή γνώμη, καθώς θεωρήθηκε ως προεκλογικό επεισόδιο.
Ένα από τα κατεστραμμένα κτίρια στο Λιτόχωρο
Αν και τη Διοίκηση των ανταρτών στο Λιτόχωρο την είχε ο καπετάν Υψηλάντης (1917-2005), το πραγματικό ονοματεπώνυμο του οποίου ήταν Αλέξανδρος Ρόσιος και διετέλεσε μέλος της ΚΕ και του Εκτελεστικού Γραφείου του ΠΑΣΟΚ, ο θρύλος απέδωσε την επίθεση, στον καπετάν Μπαρούτα (Θωμάς Λώλης), έναν αρχηγό μιας μικρής ομάδας ανταρτών στην περιοχή Βερμίου-Πιερίων. Έχοντας σημειώσει μερικές μικρές επιτυχίες, του πιστώθηκε και η επίθεση του Λιτόχωρου, με αποτέλεσμα το όνομά του να γίνει θρύλος πανελλαδικά. Μάλιστα, στην επίθεση στο Λιτόχωρο δεν είχε ούτε απλή συμμετοχή! Οικειοποιήθηκε άθελά του τη δόξα και αποτέλεσε ίνδαλμα για τους κομμουνιστές. Τη δόξα δεν την χάρηκε πολύ, γιατί στις 18 Ιουλίου 1946 έπεσε νεκρός από πυρά Χωροφυλάκων, μετά από συμπλοκή στην περιφέρεια Κάτω Βερμίου. Φαίνεται ότι και οι Αρχές είχαν πιστέψει ότι ο καπετάν Μπαρούτας ηγήθηκε της επίθεσης στο Λιτόχωρο, καθώς τον είχαν επικηρύξει για 10 εκατομμύρια δραχμές! Πάντως το όνομά του έγινε σύμβολο, ως του ανθρώπου που άναψε τη θρυαλλίδα του εμφυλίου.

Το χτύπημα στο Λιτόχωρο σηματοδοτεί την αρχή του Εμφυλίου- Ο Ζαχαριάδης δίνει το σύνθημα- Εθνοφυλακή, Χωροφυλακή και Λόχοι Κυνηγών- Ελασίτες και Εαμίτες επιστρέφουν από την Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία- Μονάδες (Αυτο)ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ) και Μονάδες Αποσπασμάτων Δίωξης (ΜΑΔ): οι λόγοι ίδρυσής τους

Αναμνηστική πλάκα με τα ονόματα των θυμάτων στο Λιτόχωρο
Καπετάν Υψηλάντης
Οι εκλογές της 31/3/1946: η νίκη του Λαϊκού Κόμματος, η αποχή και η κυβέρνηση Τσαλδάρη
Στις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 ψήφισαν 1.117.379. Το Λαϊκό Κόμμα θριάμβευσε (54,5%). Ακολούθησαν τα κόμματα του Κέντρου (ΕΠΕ), με 19,3%, οι Φιλελεύθεροι του Σοφοκλή Βενιζέλου με 14,4%, το Εθνικό Κόμμα με 5,8% κ.ά. Να σημειώσουμε ότι ο συνολικός αριθμός των βουλευτών το 1946 ήταν 354! Μεγάλο θέμα δημιουργήθηκε με την αποχή. Στις 14/4/1946, η Επιτροπή των Παρατηρητών του Ο.Η.Ε. δημοσίευσε την έκθεσή της για τις εκλογές. Σύμφωνα με αυτή, στους εκλογικούς καταλόγους ήταν εγγεγραμμένοι 1.850.000 και όχι 2.195.950. Έτσι, η αποχή κατέβηκε στο 35% (από το 45%). Επίσης, με διάφορες αλχημείες, η ίδια Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αποχή της καθ’ αυτό Αριστεράς έφτανε στο 9,3% (280.000 ψήφοι), έναντι 500.000 που υπολόγιζε το ΚΚΕ.
Αφίσα του ΚΚΕ για αποχή από τις εκλογές της 31-3-1946
Καθώς το Λαϊκό Κόμμα είχε 4 τμήματα, με 4 ηγέτες (Κ. Τσαλδάρης, Π. Μαυρομιχάλης, Ι. Θεοτόκης και Σ. Στεφανόπουλος), ο Αντιβασιλέας Δαμασκηνός έδωσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και στους 4 (Διοικούσα Επιτροπή του Κόμματος). Προσωρινά, στις 4/4/1946 ορκίστηκε πρωθυπουργός κυβέρνησης «ευρέως εθνικού συνασπισμού», ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Π. Πουλίτσας. Στις 5 Απριλίου ο Δαμασκηνός υπέβαλε την παραίτησή του. Οι Βρετανοί του ζήτησαν να ανακαλέσει, κάτι που έγινε. Στις 15/4 το Λαϊκό Κόμμα εξέλεξε με τεράστια πλειοψηφία ως αρχηγό του τον Κ. Τσαλδάρη, ο οποίος στις 18 Απριλίου 1946 ορκίστηκε πρωθυπουργός της νέας Κυβέρνησης, Δεξιάς και συνεργαζομένων.
Κωνσταντίνος Τσαλδάρης
Στις 14 Μαΐου η Βουλή εξέλεξε νέο Πρόεδρο τον Ι. Θεοτόκη, ενώ στις 24/5, η Κυβέρνηση έλαβε μετά από θυελλώδεις συζητήσεις, ψήφο εμπιστοσύνης (209, έναντι 113). Επρόκειτο για καθαρά Δεξιά κυβέρνηση που μοναδικό της στόχο είχε την επάνοδο του Γεώργιου Β’, ο οποίος… εξ αποστάσεως ήταν ο αληθινός κυβερνήτης της χώρας.
Ο Ζαχαριάδης δίνει το σύνθημα για τον “Τρίτο γύρο”…
Στις 12 Απριλίου ο Ζαχαριάδης, ο οποίος είχε εξασφαλίσει την αμέριστη συμπαράσταση των Γιουγκοσλάβων του Τίτο έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Είχε μάθει για την επίθεση στο Λιτόχωρο και ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένος. Στην υποδοχή του από το ΕΑΜ, στην αίθουσα του Λευκού Πύργου δήλωσε: “Αν η τρομοκρατία συνεχιστεί, τα γεγονότα του Λιτόχωρου θα επαναληφθούν σε όλη την Ελλάδα. Οι δημοκρατικοί πολίτες θα αναγκαστούν να πλημμυρίσουν τα βουνά για την αυτοάμυνα. Ο καπετάν Μπαρούτας μας έδειξε τον δρόμο”. Οι δηλώσεις του Ζαχαριάδη προκάλεσαν την οργή του Τύπου της Δεξιάς και τη σιωπηλή επιφύλαξη του Τύπου του Κέντρου.
Ο Ν.Παπακωνσταντίνου που τραυματίστηκε στο Λιτόχωρο, αλλά επέζησε, φωτογραφία από το φβ του κυρίου Ιωάννη Μπουγά
Δεν τους δόθηκε όμως η δέουσα σημασία. Λίγοι κατάλαβαν ότι η αναφορά στον καπετάν Μπαρούτα ήταν το σύνθημα για την έναρξη της ένοπλης δράσης σε πανελλήνια κλίμακα. Το ΚΚΕ αναλάμβανε ιστορικές ευθύνες, αλλά, γράφει ο Σόλων Γρηγοριάδης και “η ευθύνη της άλλης παράταξης υπήρξε τεράστια. Η διατήρηση της αναμφισβήτητης τρομοκρατίας αφόπλιζε τα συντηρητικά στοιχεία του ΚΚΕ. Μετά τις εκλογές της 31ης Μαρτίου μάλιστα, η Δεξιά που ανέλαβε την εξουσία απομακρύνθηκε αποφασιστικά από τον συμβιβαστικό δρόμο του Δημοκρατικού Κέντρου”. Οι εμπνευστές αυτής της τακτικής πίστευαν ότι μόνο η δυναμική αντιμετώπιση και όχι η διαλλακτικότητα και η συμβιβαστική τακτική, θα απέτρεπαν οποιαδήποτε προσπάθεια της Αριστεράς να καταλάβει την εξουσία.
Βασικοί υποστηρικτές αυτής της άποψης ήταν τα ανώτερα στρατιωτικά στελέχη, τα οποία πίστευαν ότι ήταν χρήσιμες και οι “ανεύθυνες παρακρατικές ομάδες”. Υπήρχαν όμως και κάποιοι που αντιδρούσαν, όπως ο Υποστράτηγος Δ. Ζαφειρόπουλος, ο οποίος στο βιβλίο του “Ο Αντισυμμοριακός Αγών” γράφει στη σελ. 170: «Αι παρακρατικαί οργανώσεις είναι επιζήμιαι εις τα ευνομούμενα κράτη και πρέπει να αποτελέσει αρχήν η εν τη γενέσει διάλυσή των, διότι πλέον καταντούν πυοροούσαι πληγαί (πληγές απ’ τις οποίες βγαίνει πύον) εις βάρος του φιλήσυχου πληθυσμού και της εννοίας του κράτους».
Ο Ζαφειρόπουλος όμως ήταν ιδιαίτερα επικριτικός και για την κυβέρνηση Τσαλδάρη. Στο ίδιο βιβλίο γράφει (σελ. 190).
“Η Δεξιά (τοιαύτη) με επικεφαλής το Λαϊκόν Κόμμα, επαρουσιάζετο ως θέσις, και επηγγέλετο την δυναμικήν μόνον λύσιν ως πανάκειαν (“φανταστικό” φάρμακο που θεραπεύει όλες τις παθήσεις) δια την βαθείαν νόσον, ήτις (η οποία) κατέτρυχε τον τόπον. Αλλά η αντεπανάστασις αύτη, καθυστερημένη χρονολογικώς, υπήρξεν ου μόνον κοινωνικώς αδικαιολόγητος και ιστορικώς ασυγχώρητος, αλλά και εθνικώς ασύμφορος”.
Το σκεπτικό του Ζαχαριάδη – Ο ανταρτοπόλεμος
Το 1950, μετά την ήττα του ΔΣΕ ο Ν. Ζαχαριάδης, στα “Δέκα Χρόνια Πάλης”, σελ. 40, έγραφε ότι οι Λαϊκές Δημοκρατίες ήταν στο πλευρό του ΚΚΕ και ακόμα: “Η προσπάθειά μας ήταν να απομονώσουμε τους Εγγλέζους, να προλάβουμε την άμεση ένοπλη παρέμβασή τους, ενώ παράλληλα θα στηριζόμαστε στις Λαϊκές Δημοκρατίες για να αρχίσουμε την επίθεση ενάντια στην εσωτερική αντίδραση”.
Αλλά, το 1961, στο 8ο Συνέδριο του ΚΚΕ, ο εισηγητής Κ. Κολιγιάννης (Α’ Γραμματέας του Κόμματος) παραδέχτηκε: “… Η Κεντρική Επιτροπή (το 1946) ξεκινώντας λαθεμένα από την ιδέα πως υπήρχε στη χώρα επαναστατική κατάσταση, αποφάσισε να μη πάρει μέρος στις εκλογές και στράφηκε προς την κατεύθυνση της ένοπλης πάλης”.
Ο Σόλων Γρηγοριάδης θεωρεί ότι μόνο “η πρωτοπορία”, δηλαδή οι κομμουνιστές, “ήταν έτοιμη να αγωνιστεί ως το τέλος”, ενώ οι “εφεδρείες”, δηλαδή οι πλατιές μάζες, δεν ήταν έτοιμες “να υποστηρίξουν την πρωτοπορία”. Τα Δεκεμβριανά είχαν αποδείξει ότι η κλασική αντίληψη της προλεταριακής επανάστασης δεν ίσχυε πλέον. Έτσι, το ΚΚΕ αποφάσισε να στηριχτεί στον ανταρτοπόλεμο. Θα υπήρχε όμως και δράση στις πόλεις, με μαζικές κινητοποιήσεις και πλήγματα με τα όπλα (“Στενή Αυτοάμυνα”). Τέλος υπήρχε και η ιδιόρρυθμη ελευθερία κινήσεων και λειτουργίας που είχε η Αριστερά, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμφωνίας της Βάρκιζας.
Στην Αθήνα, η ελευθερία ήταν σχεδόν απεριόριστη. Στις άλλες πόλεις λιγότερη και στην ύπαιθρο ανύπαρκτη. Ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος γράφει έξαλλος: «… Παρουσιάζετο το εκπληκτικόν και εγκληματικόν, το αποκαρδιωτικόν φαινόμενον δια την νοοτροπίαν των εθνικοφρόνων να παραμένει ο Ζαχαριάδης τελείως ελεύθερος μέσα στην Αθήνα και να διευθύνει τον αγώνα εκ του ασφαλούς, υπό τας ευλογίας και την καταραμένην αφέλειαν Κυβερνήσεως και Εκκλησίας, αλλά και την εκρηκτικήν αγανάκτησιν του Επιτελείου».
Οι αντάρτες επιστρέφουν – ΟΚΔΑ και ΟΔΕΚΑ: τι ήταν;
Μετά τη Βάρκιζα χιλιάδες Ελασίτες και Ελαμίτες κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία. Στη χώρα του Τίτο λειτούργησε το στρατόπεδο Μπούλκες, για την παραγωγή στελεχών και εκπαίδευση οπλιτών. Το Μπούλκες ήταν ένα χωριό στο οποίο κατοικούσαν Γερμανοί που εκδιώχθηκαν μετά τον Β’ ΠΠ. Εκεί λειτούργησε “Σχολή Στελεχών” και από το καλοκαίρι του 1946 άρχισαν να εισέρχονται στην Ελλάδα μικρές ένοπλες ομάδες. Στην Αλβανία του Χότζα λειτούργησε ανάλογο στρατόπεδο στο Ρούμπικ. Μετά τη διάλυση του ΕΛΑΣ που, όπως γνωρίζουμε πολύ καλά έγινε τον Φεβρουάριο του 1945 πολλοί Αριστεροί που φοβούνταν τη δράση του κράτους και του παρακράτους βγήκαν στα βουνά.
Μπούλκες
Αυτοί συγκρότησαν μικρές ομάδες που επονομάστηκαν ΟΚΔΑ (Ομάδες Καταδιωκόμενων Δημοκρατικών Ένοπλων Καταδιωκόμενων Αγωνιστών). Καθεμία είχε δύναμη 8-10 ανδρών που εξέλεγαν τον διοικητή τους. Ο οπλισμός τους περιλάμβανε τυφέκια με λίγες σφαίρες. Το ΚΚΕ δεν άνοιγε τα κρυφά οπλοστάσια του στα βουνά, όπου υπήρχαν όπλα του ΕΛΑΣ που δεν είχαν “παραδοθεί” με τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Οι επίσημες Αρχές υπολόγιζαν ότι οι ομάδες των ΟΚΔΑ και ΟΔΕΚΑ ήταν σε ολόκληρη τη χώρα 200, με συνολικά 2.500-3.000 μέλη. Είχαν αυστηρές εντολές να παραμείνουν κρυμμένοι σε στρούγκες και σπηλιές. Ο Υποστράτηγος Ζαφειρόπουλος αναγνωρίζει στο βιβλίο του (σελ. 43), ότι «η δράσις των περιορίζετο εις μικράς ληστείας και δολοφονίας». Μόνο όταν οι ένοπλοι παρακρατικοί γίνονταν επικίνδυνοι δρούσαν οι ΟΚΔΑ και οι ΟΔΕΚΑ, καθώς το ΚΚΕ δεν ήθελε να αποκαλύψει πρόωρα την ύπαρξή τους.
Σταδιακά όμως άρχισαν (καλοκαίρι – φθινόπωρο 1946) να καταφθάνουν στην Ελλάδα εκπαιδευθέντες στο Μπούλκες. Η ανάπτυξη του αντάρτικου γινόταν με γρήγορους ρυθμούς. Τον Ιούνιο του 1946, οι Αρχές υπολόγιζαν τον αριθμό των ανταρτών σε 4.500, τον Ιούλιο σε 5.000 και τον Αύγουστο σε 5.400. Ο Υποστράτηγος Ζαφειρόπουλος μάλλον υπερβάλλει όταν γράφει στο βιβλίο του “Ο Αντισυμμοριακός Αγών” (σελ. 61): «Κατά το τέλος του 1946: Υπήρχαν εις ολόκληρον την Ελλάδα 13.400 συμμορίται διεσκορπισμένοι εις 20 διαφόρους περιοχάς. Εις την Γιουγκοσλαβίαν και λοιπά δορυφόρα κράτη 12.000 συμμορίται εν εφεδρεία, εκπαιδευόμενος και εξοπλισμένοι». Ο Σ. Γρηγοριάδης αμφισβητεί τα νούμερα αυτά και γράφει ότι οι αντάρτες δεν ήταν ούτε οι μισοί. Ωστόσο, το ΚΚΕ άρχισε να ανοίγει τα μυστικά οπλοστάσια και ο εξοπλισμός των ανταρτών βελτιωνόταν συνεχώς…
Οι κρατικές δυνάμεις: Χωροφυλακή, Εθνοφυλακή, Λόχοι Κυνηγών και ο υπό ανασύσταση Ελληνικός Στρατός
Από την άλλη πλευρά, το κράτος, με τη βοήθεια και την παραστρατιωτικών ομάδων άρχισε να προετοιμάζεται για την ένοπλη αναμέτρηση. Υπήρχε βέβαια ο Βρετανικός Στρατός (3 Μεραρχίες). Δεν θα επενέβαινε όμως, παρά μόνο αν εξαντλούνταν οι δυνατότητες του ελληνικού ανθρώπινου δυναμικού και κινδύνευε το κράτος με κατάρρευση. Αλλά και οι αντάρτες είχαν αυστηρή εντολή να μην θίγουν σε καμία περίπτωση τους Βρετανούς.
Το βάρος των επερχόμενων συγκρούσεων θα σήκωναν η Χωροφυλακή, η Εθνοφυλακή και ο Ελληνικός Στρατός, που βρισκόταν σε διαδικασία ανασυγκρότησης. Η Χωροφυλακή αποτελούσε την πρώτη γραμμή άμυνας. Την άνοιξη του 1946 διέθετε 27.000 άνδρες, από τους οποίους, οι 14.000 βρίσκονταν στη Βόρεια Ελλάδα. Ο Αθανάσιος Δ. Γκανούλης στη Διπλωματική του Εργασία με τίτλο “Ακροδεξιές οργανώσεις και παρακράτος στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1949-1967″(Θεσσαλονίκη 2016) γράφει ότι από τον Δεκέμβριο του 1944 ως τον Μάρτιο του 1945 συγκροτήθηκαν τρεις Στρατιωτικές Διοικήσεως Εθνοφυλακής, τρεις Διοικήσεις Μεραρχιών Εθνοφυλακής, δεκατρείς Ταξιαρχίες Εθνοφυλακής και 65 Τάγματα.
Η στελέχωσή της συνεχίστηκε ως τον Μάρτιο του 1946. Η Εθνοφυλακή θα επενέβαινε όπου προλάβαινε και όταν δημιουργούνταν προφανής κίνδυνος. Συχνά δεχόταν και η ίδια επιθέσεις. Όμως, ο εξοπλισμός της ήταν πενιχρός και καθώς επανδρωνόταν χωρίς συστηματικό έλεγχο φρονημάτων είχε διαβρωθεί από αριστερούς σε μεγάλη έκταση. Πολλοί απ’ όσους κατατάσσονταν σ’ αυτή, δεν ήταν απλώς κομμουνιστές ή Εαμίτες, αλλά έσπευδαν αμέσως να συγκροτήσουν μυστική οργάνωση, κομματική ή Εαμική στη μονάδα τους (Σόλων Γρηγοριάδης, “ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1941-1974: ΤΟΜΟΣ Β’, σελ. 143).
Ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος γράφει σχετικά: “Μέχρι του Μαΐου 1946, τόσον οι έφεδροι των κλάσεων 1937,1938,1939,1940, όσον και οι νεοσύλλεκτοι της κλάσεως 1945, κατετάσσοντο χωρίς να γίνεται έλεγχος των φρονημάτων και λόγω τούτου εις τας μονάδας και κέντρα εκπαιδεύσεως η κατάστασις ήτο ύποπτος και λίαν επικίνδυνος”. Υπήρχαν επίσης, οι Λόχοι Κυνηγών, που συγκροτήθηκαν το 1946 κατά την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου. Ήταν ειδικές μονάδες κρούσεως της Χωροφυλακής και του Ελληνικού Στρατού, με αποστολή την εκκαθάριση της υπαίθρου από τις ανταρτικές ομάδες. Συστάθηκαν κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα από άνδρες που αποσύρθηκαν από ευάλωτους σταθμούς Χωροφυλακής, για να λειτουργήσουν ως ευέλικτες μονάδες καταδίωξης των ανταρτών. Αντί να επιχειρούν στην ύπαιθρο, οι Λόχοι συχνά οχυρώθηκαν εντός των χωριών. Αυτή η παθητική στάση είχε ως αποτέλεσμα να περιοριστεί η δράση τους, αφήνοντας την ύπαιθρο εκτεθειμένη
ΜΑΥ και ΜΑΔ: οι παρακρατικοί “στρατιωτικοί”
Για ενίσχυση των κυβερνητικών δυνάμεων αποφασίστηκε να ιδρυθούν οι ΜΑΥ (Μονάδες Ασφαλείας ή Αυτοασφαλείας Υπαίθρου) και οι ΜΑΔ (Μονάδες Αποσπασμάτων Δίωξης). Η ίδρυση των ΜΑΥ έγινε στις 7/10/1946, με το παρακάτω σχέδιο του ΓΕΣ:
14. ΓΕΣ Α3 (Α/ΓΕΣ, Π. Σπηλιωτόπουλος), «Σχέδιον οργανώσεως ειδικών Μονάδων Αύτοασφαλείας Υπαίθρου, 7 Όκτωβρίου 1946», στό ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ἀρχεῖα, ό.π. τόμος 3, σ. 71.
15. Στό ἴδιο, σ. 71. Πιό ἀναλυτικά ἡ ἀποστολή τῶν μονάδων ὁριζόταν ὡς ἑξῆς:
«α) Ἀσφάλεια τῶν κατωκημένων τόπων ὑπό ἐπιδρομάς συμμοριῶν καί προστασία τῶν κατοίκων διά τήν ἐλευθέραν ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν των. Λῆψις μέτρων πρός ἀπαγόρευσιν τροφοδοσίας καί γενικῶς συντηρήσεως συμμοριῶν.
β) Συλλογή καί παροχή πληροφοριῶν ἐπί τῆς δράσεως τῶν συμμοριῶν εἰς τήν περιοχήν ὡς καί ἐπί παντός προσώπου συνεργαζομένου μέ τάς συμμορίας.
γ) Παροχή ἐνόπλου συνδρομῆς εἰς τά κινητά Ἀποσπάσματα τοῦ Στρατοῦ τῆς Χωροφυλακῆς.
δ) Προσβολή καί ἐξόντωσις δι’ ἐνέδρων ἤ συνδεδυασμένων ἐπιθετικῶν ἐνεργειῶν κατατμηθεισῶν ὁμάδων συμμοριῶν.
ε) Ἐξεύρεσις τῶν ἀναγκαιούντων εἰς τόν ἐνεργοῦντα εἰς τήν περιοχήν ταύτην Στρατόν Συνδέσμων, ὁδηγῶν ἤ ὑποζυγίων.
στ) Ἔλεγχος παντός ξένου πρός τήν περιοχήν ἀτόμου καί κινουμένου δι’ αὐτῆς ἄνευ εἰδικῆς ἀδείας τῆς ἀρμοδίως ἐξουσιοδοτημένης Ἀρχῆς ἤ ἑτέρου γειτονικοῦ Στρατ. Τμήματος […]»
Οι ΜΑΥ και οι ΜΑΔ ήταν παρακρατικοί, αλλά υπό άμεσο στρατιωτικό έλεγχο, σχηματισμοί. Η απόδοση, ειδικά των ΜΑΥ ήταν ανεπαρκής. Με την ανασυγκρότηση του Στρατού και τη δράση των ΜΑΥ και ΜΑΔ θα ασχοληθούμε σε άρθρο μας την ερχόμενη εβδομάδα.
Πηγές: ΣΟΛΩΝ ΝΕΟΚ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ, “Ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας”, ΤΟΜΟΣ Β’, POLARIS ΕΚΔΟΣΕΙΣ, 2010
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, “ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1946-1949”, ΤΟΜΟΣ 1, Βιβλιόραμα εκδόσεις
Αθανάσιος Δ. Γκανούλης, “Ακροδεξιές οργανώσεις και παρακράτος στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1949-1967”, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Θεσσαλονίκη, 2016.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή