Με την εξάρθρωση δύο ακόμη εγκληματικών οργανώσεων σε Κρήτη και Βόρεια Ελλάδα, ανέρχονται πλέον σε πέντε τα κυκλώματα που φέρονται να εμπλέκονται σε υποθέσεις παράνομων επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Χιλιάδες κατηγορούμενοι και 92 συλλήψεις για απάτες σε βάρος του ΟΠΕΚΕΠΕ / Φωτογραφία: Eurokinissi

Πρόκειται για πέντε κυκλώματα που έχουν εξαρθρωθεί σε διάστημα μικρότερο των 10 μηνών από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, υπό την εποπτεία του εισαγγελέα Δημήτρη Γκύζη.

Τα συνολικά στοιχεία που αποκαλύπτει σήμερα το iefimerida αποτυπώνουν το εύρος της υπόθεσης: από τον περασμένο Σεπτέμβριο έχουν σχηματιστεί δικογραφίες σε βάρος 1.151 κατηγορουμένων, έχουν συλληφθεί 92 άτομα στο πλαίσιο των επιχειρήσεων του αποκαλούμενου «ελληνικού FBI», ενώ η συνολική διαπιστωμένη και εκτιμώμενη ζημία από τη δράση των συγκεκριμένων κυκλωμάτων υπερβαίνει τα 19.000.000 ευρώ.

Παράλληλα, έχουν εκδοθεί από τον κ. Γκύζη πάνω από 220 διατάξεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων.

Οι παραπάνω εγκληματικές οργανώσεις εντοπίστηκαν στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας που ξεκίνησε το περασμένο καλοκαίρι με παραγγελία του κ. Γκύζη. Αντικείμενο αυτής είναι η τυχόν ύπαρξη εγκληματικών ομάδων στα Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων (ΚΥΔ), καθώς μέσω αυτών φαίνεται να καθοδηγούνταν αγρότες και δήθεν «αγρότες» για το πώς θα λάβουν υψηλές επιδοτήσεις που δεν δικαιούνταν, έναντι βέβαια ποσοστού για τους «καθοδηγητές».

Εκτός από τα νούμερα που «ζαλίζουν», τα έως τώρα στοιχεία της έρευνας δείχνουν πως η «συνταγή» της απάτης ήταν σχεδόν ίδια σε όλες τις περιπτώσεις. Τα μέλη των κυκλωμάτων εντόπιζαν εκτάσεις που είτε ήταν δημόσιες είτε ανήκαν σε τρίτους είτε ήταν βοσκότοποι χωρίς πραγματική χρήση. Στη συνέχεια εμφανίζονταν ως νόμιμοι χρήστες τους, καταθέτοντας εικονικά μισθωτήρια ή ψευδείς δηλώσεις κατοχής, ώστε να τις δηλώσουν στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου (ΟΣΔΕ) και να εμφανίζονται ως δικαιούχοι αγροτικών ενισχύσεων.

Κομβικό ρόλο φέρεται να είχαν πρόσωπα με γνώση της διαδικασίας υποβολής δηλώσεων -κατά βάση ιδιοκτήτες ΚΥΔ-, τα οποία καθοδηγούσαν βήμα-βήμα την καταχώριση των στοιχείων. Με τη χρήση παραποιημένων δικαιολογητικών, ψευδών βεβαιώσεων, στοχευμένων δηλώσεων αλλά και ανοχή του συστήματος κατάφερναν να εγκρίνονται οι αιτήσεις που υπέβαλαν για εκτάσεις που δεν τους ανήκαν ή δραστηριότητες που στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν.

Σε αρκετές περιπτώσεις, σύμφωνα με τις δικογραφίες που έχουν σχηματιστεί έως τώρα, οι ίδιες εκτάσεις δηλώνονταν από διαφορετικά πρόσωπα, ενώ σε άλλες εμφανίζονταν εικονικές κτηνοτροφικές δραστηριότητες, πλασματικός αριθμός ζώων ή καλλιέργειες που ουδέποτε αναπτύχθηκαν.

Οι πληρωμές, όταν εγκρίνονταν, κατέληγαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς δηλωμένων δικαιούχων και, σύμφωνα με τις Αρχές, ακολουθούσε μοίρασμα των ποσών μεταξύ των εμπλεκομένων. Σε αρκετές περιπτώσεις, δε, χρησιμοποιήθηκαν συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα ως «μπροστινοί», επιδιώκοντας προφανώς να περιορίσουν τον κίνδυνο αποκάλυψης της απάτης.

Η εικόνα που προκύπτει και από τις δύο πρόσφατες δικογραφίες είναι αυτή ενός καλοστημένου μηχανισμού με διακριτούς ρόλους: οι οργανωτές εντόπιζαν τα «κενά» του συστήματος, οι διαμεσολαβητές εξασφάλιζαν τα απαραίτητα έγγραφα, οι δηλούντες εμφανίζονταν ως δικαιούχοι και στη συνέχεια το παράνομα εισπραχθέν ποσό μοιραζόταν. Ένα μοντέλο που, όπως εκτιμούν οι διωκτικές αρχές, λειτούργησε για χρόνια, απομυζώντας κοινοτικούς πόρους που προορίζονταν για πραγματικούς παραγωγούς.