website analysis Υπάρχει ταξικότητα στη ζωή μας; Δύο τραγωδίες, άλλη κατανόηση – Epikairo.gr

Δύο δυστυχήματα, με διαφορά μίας μόλις ημέρας, συγκλόνισαν την Ελλάδα. Ένα θανατηφόρο εργατικό δυστύχημα σε εργοστάσιο στα Τρίκαλα και ένα πολύνεκρο τροχαίο στη Ρουμανία με θύματα νεαρούς φιλάθλους του ΠΑΟΚ. Η κοινωνική συγκίνηση ήταν άμεση και απολύτως αναμενόμενη. Όταν η απώλεια έρχεται μαζικά και απότομα, δεν αφήνει περιθώρια για εύκολη επεξεργασία ή ψύχραιμη απόσταση.

Πριν από κάθε άλλη σκέψη, υπάρχει το ανθρώπινο. Ο πόνος της απώλειας, το σοκ, η σιωπή, η ανάγκη για σεβασμό και συμπαράσταση προς τους οικείους των θυμάτων. Αυτός ο κύκλος δεν κλείνει ποτέ πραγματικά και καλώς δεν κλείνει. Όμως η κοινωνία, αν θέλει να λειτουργεί ως κάτι περισσότερο από άθροισμα ατομικών συγκινήσεων, οφείλει να προχωρά και ένα βήμα παραπέρα. Οφείλει να σκέφτεται, να αναστοχάζεται, να εξάγει συμπεράσματα.
 

Οι δύο περιπτώσεις δεν είναι ίδιες. Δεν έχουν κοινά αίτια, δεν προκύπτουν από τις ίδιες παραλείψεις, δεν βαραίνουν τους ίδιους υπαίτιους. Θα ήταν σφάλμα –και άδικο– να επιχειρήσει κανείς μια πρόχειρη εξίσωση στο βωμό τους εύκολου και πλεονάζοντος συναισθηματισμού. 

Ακόμη και στον 21ο αιώνα, ακόμη και μέσα στη μετανεωτερική κοινωνία της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, της κινητικότητας, της διευρυμένης κατανάλωσης και της ψευδαίσθησης των απεριόριστων επιλογών, η ταξικότητα δεν έχει εξαφανιστεί. Αντιθέτως, υπάρχουν ενδείξεις ότι σε αρκετές εκφάνσεις της ζωής όχι μόνο επιμένει, αλλά ενδεχομένως ενισχύεται σε σχέση με το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Και αυτό είναι κάτι που σπάνια συζητάμε με καθαρούς όρους.

Το παρόν κείμενο δεν γράφεται για να καταγγείλει αφηρημένα μια «άδικη κοινωνία». Η αδικία και η ανισότητα είναι διαχρονικό χαρακτηριστικό κάθε ανθρώπινης κοινωνίας. Το ζητούμενο δεν ήταν ποτέ η πλήρης εξάλειψή της – και αν κάποτε ήταν ή είναι ακόμη, είναι περισσότερο ουτοπία, ιδρυτικά και καταστατικά ευγενής. Ζητούμενο είναι ο περιορισμός της, η άμβλυνσή της, η μεταφορά της σε επίπεδα που δεν συνθλίβουν ανθρώπινες ζωές. Ούτε, φυσικά, στόχος του κειμένου είναι  ένα «κατηγορώ» προς τους ιδιοκτήτες μιας συγκεκριμένης βιομηχανίας. Η ευθύνη τους μένει να αποδειχθεί, όποια άποψη και αν έχει ο καθείς από εμάς. Τα γεγονότα διερευνώνται και η ευθύνη ανήκει στην Ελληνική Πολιτεία να τους καταλογίσει ό,τι τους αναλογεί, στη βάση τεκμηρίων και όχι εντυπώσεων. 

Αν επιβεβαιωθεί ότι υπήρχαν καταγγελίες για αισθητές διαρροές και αυτό δεν αντιμετωπίστηκε επαρκώς, τότε ανοίγει αναπόφευκτα ένα πεδίο σκέψης. Όχι μόνο για το τι δεν έγινε – αυτό είναι το αυτονόητο και το πανδήμως απαιτητό. Εκ των ων ουκ άνευ. Αμέσως μετά όμως μπορούμε να σκεφτούμε και το γιατί, παρά τον φόβο, παρά την αίσθηση κινδύνου, οι άνθρωποι αυτοί συνέχιζαν να πηγαίνουν καθημερινά στη δουλειά τους. Η απάντηση δεν είναι δύσκολη και δεν είναι ηθική.

Για εκατομμύρια εργαζομένους σε όλον τον κόσμο, η εργασία δεν είναι επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Η «εναλλακτική» του να μη δουλέψεις απλώς δεν υπάρχει, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι αποδέχεσαι έναν υποθετικό –ή και πραγματικό– κίνδυνο για τη σωματική σου ακεραιότητα. Η εργασία δεν είναι κατάπτωση ούτε ένδειξη ανέχειας – είναι όμως μια υποχρεωτική συνθήκη για τα εκατομμύρια των ανθρώπων. Για αυτό και η εργασία (πρέπει να) διέπεται από κανόνες, προδιαγραφές και λοιπές παραμέτρους διασφάλισης της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και την υγείας.

Ξεκαθαρίζω ότι δεν ανακαλύπτουμε κάτι νέο. Αυτή ήταν και παραμένει η καθημερινότητα μεγάλου μέρους της κοινωνίας, εδώ και δεκαετίες. Εκείνο που αξίζει να επαναφέρουμε στη συζήτηση είναι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε – ή αποφεύγουμε. Η ζωή είναι ταξική. Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε τον όρο. 

Οι επιλογές μας είναι και ταξικές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καθορίζονται αποκλειστικά από την τάξη. Υπάρχουν μορφωτικές, πολιτισμικές, κοινωνικές, ψυχολογικές παράμετροι που συνδιαμορφώνουν τις αποφάσεις μας. Όμως η ταξικότητα παραμένει παρούσα και καθοριστική. Άλλοτε οξύνεται, άλλοτε μετριάζεται. Άλλοτε γίνεται αόρατη και άλλοτε επιστρέφει βίαια στο προσκήνιο μέσα από γεγονότα. 

Το γράφω ξανά – δεν πρέπει να φοβόμαστε τις λέξεις. Δεν χρειάζεται και δεν είναι προωθητικό να αποκρύπτουμε και να εξοβελίζουμε τις λέξεις. Αυτές νοηματοδοτούν, περιγράφουν, ενίοτε φορτίζουν – αυτές έχουμε όμως για να συνεννοούμαστε. Παρωχημένη λέξη η ταξικότητα; Όχι. Ακριβής.

Χιλιάδες κόσμου υποδέχθηκαν και «αποχαιρέτισαν» τις σωρούς των νεκρών του δυστυχήματος στη Θεσσαλονίκη. Οι περισσότεροι -αν όχι όλοι- ήταν οπαδοί του ΠΑΟΚ. Όμως και οπαδοί από όλον τον κόσμο, σε κερκίδες μακρινές και άγνωστες έπραξαν κάτι αντίστοιχο. Εχθροί και φίλοι, οπαδοί διαφόρων αθλημάτων, τελετές θλίψης και συμμετοχής στο θρήνο. Οι κώδικες του οπαδικού κινήματος είναι ισχυροί γιατί όλοι εντός του, αναγνωρίζουν το ίδιο πάθος για την ομάδα. Το μοιράζονται. Καλώς πράττουν – είναι μια πρακτική που σφυρηλατεί δεσμούς, είναι μια ιεροτελεστία της «φαντασιακής κοινότητας». Και αν το δούμε με μεγαλύτερη ευρύτητα είναι η ψυχολογική ανάγκη του «ανήκειν» σε μια μεγάλη οικογένεια. Είναι συμμετοχή σε ένα γεγονός. 

Γύρω άλλωστε από το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό συναρθρώνονται πολλές δυναμικές. Ιστορία, κοινωνία, οικονομία, θέαμα, τηλεοπτικά μέσα, πλήθη – το ενδιαφέρον είναι ζωντανό και διευρύνεται. Η τραγωδία βιώνεται έντονα – ανθρώπινο και λογικό. 

Από την άλλη όμως σκέφτομαι ότι ίσως την δεκαετία του 1960 σε μια ευρωπαϊκή ή δυτική χώρα εάν συνέβαινε έκρηξη σε εργοστάσιο με νεκρούς εργάτες, τις επόμενες ημέρες θα πραγματοποιούνταν μια κινητοποίηση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, στην πόλη του συμβάντος, με μπροστάρηδες κόμματα, συνδικάτα και απλό λαό. Σήμερα δεν βλέπουμε κάτι τέτοιο. Οι blue collar εργαζόμενοι είναι μειοψηφία – κανείς μας δεν ταυτίζεται εύκολα με την μοίρα τους – είναι σαν εξωτικό κατάλοιπο άλλων εποχών. Η εργασία έχει αλλάξει. Τη μανιφακτούρα την έχει αντικαταστήσει το λαπτοπ, τη σαλοπέτα τα μοντγκόμερι και τα chinos και το βιομηχανικό σύμπλεγμα τα γραφεία. 

Εδώ οι κοινοί εργατικοί κώδικες, η αίσθηση της ίδιας μοίρας, η ταξική συνείδηση που λέγαμε κάποτε, έχει αποδυναμωθεί και η συλλογική εκπροσώπηση αυτής – τα συνδικάτα – έχει αποδιαρθρωθεί. Αξίζει να σημειωθεί λοιπόν και αυτό. Πιο εύκολα ταυτιζόμαστε με τον φίλαθλο παρά με τον βιομηχανικό εργάτη. Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα ή μήπως είναι και αυτή μια ψευδαίσθηση; Το γεγονός ότι δεν εργαζόμαστε δίπλα δίπλα, σε μια γραμμή παραγωγής, με εδαφικοποιημένη και σωματοποιημένη εγγύτητα, σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κοινά συμφέροντα και προτεραιότητες; Ας το σκεφτούμε.

Μετά την κατανόηση

Αν κατανοήσουμε ότι η ζωή έχει και το στοιχείο της ταξικότητας, αν αντιληφθούμε τα βασικά (που σε προηγούμενες δεκαετίες ήταν κάπως πιο κατανοητά και αντιληπτά) μετά μένει στον κάθε έναν και στην κάθε μία, πως θα τοποθετηθεί και πως θα δράσει εντός του πλαισίου αυτής της πραγματικότητας. Ατομικά ή συλλογικά, υπέρ της ισότητας ή υπέρ της ελευθερίας – αυτές οι τελευταίες άλλωστε αξίες δομούν τον νεωτερικό μας κόσμο από εποχής Γαλλικής Επανάστασης.
Το μείζον όμως είναι να μπορούμε να κατανοήσουμε το περιβάλλον γύρω μας με βάση τα δεδομένα και όχι μέσα από αναρτήσεις στο Instagram και στο tik tok. Εκεί, η ζωή είναι ωραία, απλή, ευθύγραμμη – γεμάτη επιλογές και απολαύσεις. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ σκληρότερη και περιοριστική. Είναι και ταξική.