Οι επιθέσεις της Μόσχας κατά της Αθήνας δεν είναι συγκυριακές, αλλά εντάσσονται σε μια σταθερή τακτική πίεσης προς χώρες που στηρίζουν ενεργά το Κίεβο και λειτουργούν ως κόμβοι για την αποδυνάμωση της ρωσικής επιρροής, με την Ελλάδα να βρίσκεται σταθερά ψηλά στη λίστα των στόχων.
O υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ / Φωτογραφία αρχείου: Shamil Zhumatov/Pool Photo via AP
Η νέα επίθεση της Μόσχας κατά της Αθήνας δεν μπορεί να ιδωθεί ως ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Αντίθετα, εγγράφεται σε ένα σταθερό μοτίβο, σύμφωνα με το οποίο η Ρωσία αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως πεδίο άσκησης επικοινωνιακής και πολιτικής πίεσης, εκτιμώντας ότι οι ιστορικοί, πολιτισμικοί και θρησκευτικοί δεσμοί μπορούν να αξιοποιηθούν για να καλλιεργηθούν εσωτερικές αμφιβολίες γύρω από τον δυτικό προσανατολισμό της χώρας και τη στρατηγική για το ουκρανικό. Εξάλλου η Ελλάδα ίσως είναι το μοναδικό παράδειγμα του σκληρού πυρήνα της Ευρώπης που εμφανίζεται αυτή η αντινομία ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα και στην αντίληψη ότι η χώρα διατηρεί ισχυρούς ιστορικούς πολιτισμικούς δεσμούς με τη Ρωσία.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι επιθέσεις από τη Μόσχα δεν απευθύνονται μόνο προς την ελληνική κυβέρνηση, αλλά στοχεύουν ευρύτερα και στην ελληνική κοινωνία.
Η Ελλάδα στρατηγικός παίκτης στην ενεργειακή ασφάλεια της Ουκρανίας
Το ίδιο διάστημα, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι αναφέρθηκε δημόσια στον ρόλο που διαδραματίζει η Ελλάδα στην ενεργειακή στήριξη της Ουκρανίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα του δοκιμάζεται από εκτεταμένα ρωσικά χτυπήματα σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές. Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, επισήμανε ότι «χρειαζόμαστε αυτήν την πρόσθετη εισαγωγή φυσικού αερίου, επειδή οι Ρώσοι κατέστρεψαν ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής μας» και ενημέρωσε ότι η ουκρανική κρατική εταιρεία Naftogaz, μέσω Ελλάδας, εξασφάλισε την πρώτη φετινή παράδοση αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου. Στο ίδιο μήνυμα, ο Ουκρανός πρόεδρος ανέφερε την Ελλάδα και τον κάθετο διάδρομο ως μέρος της λύσης για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας του, προσθέτοντας πως προετοιμάζεται «η πρώτη αμερικανική προμήθεια φυσικού αερίου μέσω της Ελλάδας και των Ευρωπαίων γειτόνων μας» και εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του για το γεγονός ότι οι σχετικές συμφωνίες προχωρούν.
Η συγκεκριμένη αναφορά φωτίζει έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στο στόχαστρο της ρωσικής ρητορικής. Η Αθήνα δεν περιορίζεται στην πολιτική στήριξη προς το Κίεβο, αλλά εξελίσσεται σε κρίσιμο ενεργειακό και γεωπολιτικό κόμβο, μέσω του οποίου διευρύνονται οι διαδρομές που μειώνουν την εξάρτηση της Ουκρανίας –και της Ευρώπης συνολικά– από τη Ρωσία. Για τη Μόσχα, αυτό συνιστά στρατηγική πρόκληση.
Παράλληλα, η Ελλάδα έχει ταυτιστεί καθαρά με τις δυτικές επιλογές μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία: αποστολές στρατιωτικού υλικού, συμμετοχή σε ευρωπαϊκές και διατλαντικές πρωτοβουλίες ενίσχυσης του Κιέβου, αλλά και εμπλοκή σε σχήματα αμυντικής και τεχνολογικής συνεργασίας. Όλα αυτά συγκροτούν, από τη ρωσική οπτική, την εικόνα μιας χώρας που βρίσκεται στον σκληρό πυρήνα του «αντιρωσικού μετώπου» εντός της ΕΕ.
Σε αυτό το περιβάλλον εντάσσονται και οι επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις της εκπροσώπου του ρωσικού ΥΠΕΞ, Μαρίας Ζαχάροβα, το τελευταίο διάστημα. Η Ζαχάροβα έχει κατηγορήσει κατ’ επανάληψη την Αθήνα για «εχθρικές ενέργειες», για «αντιρωσική υστερία» και για επιλογές που –κατά τη Μόσχα– στρέφονται ευθέως κατά των ρωσικών συμφερόντων. Στο στόχαστρο έχουν βρεθεί, μεταξύ άλλων, η συνεργασία Ελλάδας–Ουκρανίας σε ζητήματα αμυντικής τεχνολογίας, αλλά και ο ρόλος της Αθήνας σε ευρωπαϊκά σχήματα προμήθειας οπλισμού προς το Κίεβο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι τοποθετήσεις αυτές συνοδεύτηκαν από έμμεσες προειδοποιήσεις περί «συνεπειών», υιοθετώντας μια ρητορική που ξεπερνά τα όρια της τυπικής διπλωματικής αντιπαράθεσης.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η χθεσινή παρέμβαση του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ. Ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας υποστήριξε ότι ήταν η Αθήνα που διέκοψε τη συνεργασία δεκαετιών με τη Μόσχα μετά την έναρξη της ρωσικής στρατιωτικής επιχείρησης στην Ουκρανία, μιλώντας για αποδόμηση ενός ευρέος φάσματος ρωσοελληνικών σχέσεων – από την πολιτική και την οικονομία έως τον πολιτισμό και τα ανθρωπιστικά ζητήματα. Παράλληλα, κατηγόρησε την Ελλάδα ότι συγκαταλέγεται στις πρώτες χώρες που έστειλαν όπλα στο Κίεβο και επικαλέστηκε την παρουσία ελληνικών κοινοτήτων σε περιοχές που επηρεάζονται από τον πόλεμο, υποστηρίζοντας ότι οι ελληνικές επιλογές τις εκθέτουν σε κινδύνους.
Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι η Ρωσία επιτίθεται στην Ελλάδα όχι μόνο για όσα κάνει, αλλά και για όσα συμβολίζει: μια χώρα της Ανατολικής Μεσογείου που λειτουργεί ως ενεργειακός και γεωπολιτικός κόμβος της Δύσης, στηρίζει έμπρακτα την Ουκρανία και δεν αφήνει περιθώρια για «γκρίζες ζώνες» στην τοποθέτησή της. Αυτός ο συνδυασμός εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η Αθήνα παραμένει σταθερός στόχος της ρωσικής ρητορικής.
