Ένα νέο, ταχέως αναπτυσσόμενο πεδίο στον χώρο της πληροφορίας και της τεχνητής νοημοσύνης φέρνει στο προσκήνιο κινεζικές ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες αξιοποιούν δημόσια διαθέσιμα δεδομένα και προηγμένα εργαλεία ανάλυσης για να χαρτογραφούν και να εμπορεύονται πληροφορίες στο Ιράν σχετικά με τις κινήσεις των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων – ακόμη και εν μέσω του τρέχοντος πολέμου, αποκαλύπτει η εφημερίδα The Washington Post σε ειδικό ρεπορτάζ.

Την ώρα που το Πεκίνο επιχειρεί να κρατήσει αποστάσεις από τη σύγκρουση, οι εταιρείες αυτές, ορισμένες εκ των οποίων διατηρούν δεσμούς με τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, φαίνεται να εκμεταλλεύονται την κρίση, προωθώντας υπηρεσίες που υπόσχονται να «αποκαλύπτουν» σε πραγματικό χρόνο τη διάταξη και τις μετακινήσεις αμερικανικών δυνάμεων.

Από τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου, χρήστες σε δυτικά και κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης εντόπισαν μαζική διάδοση αναρτήσεων που περιλάμβαναν λεπτομερή στοιχεία για αμερικανικές βάσεις, κινήσεις αεροπλανοφόρων και συγκέντρωση στρατιωτικών αεροσκαφών πριν από επιθέσεις.

Πίσω από αυτό το κύμα πληροφοριών βρίσκεται μια νέα αγορά, με εταιρείες που συνδυάζουν τεχνητή νοημοσύνη με ανοιχτές πηγές δεδομένων – όπως δορυφορικές εικόνες, καταγραφές πτήσεων και ναυτιλιακά στοιχεία – για να παράγουν εμπορεύσιμη στρατιωτική ανάλυση.

Παρότι τέτοιες τεχνικές χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια, η πρόοδος της τεχνητής νοημοσύνης έχει ενισχύσει σημαντικά την ακρίβεια και την ταχύτητα των αναλύσεων, καθιστώντας δυσκολότερη την απόκρυψη στρατιωτικών κινήσεων.

Αμερικανοί αξιωματούχοι και ειδικοί στις υπηρεσίες πληροφοριών εμφανίζονται διχασμένοι ως προς το πόσο άμεση είναι η απειλή. Ωστόσο, συμφωνούν ότι η ταχεία εξάπλωση τέτοιων υπηρεσιών αποτελεί ένδειξη αυξανόμενου κινδύνου και αντανακλά τη στρατηγική πρόθεση του Πεκίνου να ενισχύσει τις δυνατότητες συλλογής και διοχέτευσης πληροφοριών.

Η Κίνα έχει επενδύσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε ιδιωτικές εταιρείες που αναπτύσσουν τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης με στρατιωτικές εφαρμογές, στο πλαίσιο της στρατηγικής σύζευξης πολιτικού και στρατιωτικού τομέα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η MizarVision, εταιρεία με έδρα τη Χανγκτσόου, η οποία ιδρύθηκε το 2021. Χρησιμοποιώντας συνδυασμό Δυτικών και κινεζικών δεδομένων, αναλύει τη δραστηριότητα σε αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή, παρακολουθεί ναυτικές κινήσεις και εντοπίζει τον αριθμό και τον τύπο αεροσκαφών και συστημάτων αεράμυνας.

Η εταιρεία έχει δημοσιεύσει αναλύσεις που περιγράφουν τη συγκέντρωση αμερικανικών δυνάμεων πριν από την έναρξη της επιχείρησης «Epic Fury», συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης των αεροπλανοφόρων USS Gerald R. Ford και USS Abraham Lincoln, καθώς και της παρουσίας αεροσκαφών σε βάσεις στο Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ.

Σύμφωνα με τον ιστότοπό της, η εταιρεία ισχυρίζεται ότι μπορεί να «εντοπίζει» τη διάταξη στρατιωτικών δυνάμεων και να παρακολουθεί κινήσεις πυραυλικών συστημάτων σε πραγματικό χρόνο, αν και δεν αποκαλύπτει τις ακριβείς πηγές των δεδομένων της.

Αναλύσεις δείχνουν ότι οι εταιρείες αυτές αξιοποιούν ένα μίγμα δεδομένων από δυτικούς και κινεζικούς παρόχους, συμπεριλαμβανομένων εμπορικών δορυφορικών εικόνων. Ωστόσο, δεν είναι σαφές εάν δυτικές εταιρείες παρέχουν εν γνώσει τους τέτοια δεδομένα για στρατιωτική χρήση.

Ορισμένοι πάροχοι έχουν ήδη διαψεύσει οποιαδήποτε συνεργασία, επισημαίνοντας ότι εφαρμόζουν περιορισμούς στην παροχή εικόνων από περιοχές όπου επιχειρούν δυνάμεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.

Άλλη εταιρεία, η Jing’an Technology, υποστήριξε ότι κατέγραψε επικοινωνίες μεταξύ αμερικανικών βομβαρδιστικών stealth, υποστηρίζοντας ότι «για την τεχνητή νοημοσύνη δεν υπάρχει απόλυτη αορατότητα». Οι ισχυρισμοί αυτοί αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό από δυτικούς αναλυτές, που αμφισβητούν την ικανότητα τέτοιων εταιρειών να διεισδύουν σε διαβαθμισμένα συστήματα.

Παρά τις αμφιβολίες, ειδικοί επισημαίνουν ότι το πραγματικό ζήτημα δεν είναι μόνο οι τρέχουσες δυνατότητες, αλλά η κατεύθυνση στην οποία εξελίσσονται.

Η δραστηριότητα αυτών των εταιρειών προσφέρει στο Πεκίνο ένα σημαντικό πλεονέκτημα – τη δυνατότητα να ενισχύει συμμάχους ή να συλλέγει πληροφορίες χωρίς να εμφανίζεται επίσημα εμπλεκόμενο.

Όπως επισημαίνουν αναλυτές, το κράτος μπορεί να επωφελείται από την καινοτομία του ιδιωτικού τομέα, διατηρώντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα να αποστασιοποιείται από τις ενέργειές του.

Η εξέλιξη έχει ήδη προκαλέσει έντονη ανησυχία στην Ουάσινγκτον. Αμερικανοί νομοθέτες προειδοποιούν ότι εταιρείες με δεσμούς με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας μετατρέπουν εμπορικές τεχνολογίες σε εργαλεία στρατιωτικής παρακολούθησης.

Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ότι και άλλοι αντίπαλοι των ΗΠΑ, όπως η Ρωσία, ενδέχεται να παρέχουν πληροφορίες στο Ιράν, γεγονός που θα σηματοδοτούσε άμεση εμπλοκή μεγάλων δυνάμεων στη σύγκρουση.

Παρότι το Πεκίνο αποφεύγει την άμεση εμπλοκή, επιδιώκει να διατηρήσει την εικόνα του διαμεσολαβητή, καλώντας σε κατάπαυση του πυρός. Την ίδια στιγμή, όμως, η τεχνολογική του βάση φαίνεται να ενισχύει την επιρροή του σε ένα νέο πεδίο: αυτό της «ιδιωτικοποιημένης» στρατιωτικής πληροφόρησης.

Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια νέα πραγματικότητα, όπου η γραμμή μεταξύ εμπορικής τεχνολογίας και στρατιωτικής ισχύος γίνεται ολοένα και πιο δυσδιάκριτη – και όπου οι πόλεμοι δεν διεξάγονται πλέον μόνο με όπλα, αλλά και με δεδομένα.