website analysis Βερολίνο – Επέτειος / Σκάβοντας στα συντρίμμια του τείχους – Epikairo.gr

Σαν σήμερα 36 χρόνια πριν, διαδηλωτές και από τις δύο μεριές της διαιρεμένης πόλης, γκρέμισαν το τείχος του Βερολίνου.

Ο πάταγος ακούστηκε σε όλο τον κόσμο και δικαιολογημένα: ακόμη ζούμε τις επιπτώσεις εκείνης της ιστορικής μέρας.

Οι αποκαλύψεις για το τέρας της Στάζι, της διαβόητης μυστικής υπηρεσίας, η καταθλιπτική σύγκριση των Τράμπαντ της ανατολικής με τις Μερσεντές της δυτικής Γερμανίας, έδωσαν τη χαριστική βολή σε ένα ήδη φθαρμένο καθεστώς: το καταδίκασαν σε ιστορική περιφρόνηση.

Χρειάστηκαν 35 χρόνια και μία δημοσιογράφος συγγραφέας που είχε ζήσει τα παιδικά της χρόνια στην Ανατολική Γερμανία, για μια πιο ισορροπημένη ιστορική αναδρομή. Στο εξαιρετικό βιβλίο της «Πέρα από το τείχος Ανατολική Γερμανία, 1949 -1990» (μτφρ. Νίκος Ρούσσος, εκδ. Παπαδόπουλος) η Κάτια Χόγιερ ερευνήτρια και αρθρογράφος στη Washington Post, παρουσιάζει την καθημερινή ζωή στη Λαϊκή Δημοκρατία (ΛΔΓ) χωρίς στερεότυπα.

Η Χόγιερ καθόλου δεν χαρίζεται στις βαρβαρότητες του καθεστώτος, από την παρακολούθηση της ζωής των πολιτών μέχρι τις συλλήψεις, τα κυρίως ψυχολογικά βασανιστήρια και τις απελάσεις των αντιφρονούντων. Περιέχει επίσης αποκαλυπτικά στοιχεία για τις μάχες εξουσίας και τα συντροφικά μαχαιρώματα μέσα στο κόμμα της εργατικής τάξης, που δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν από τις ίντριγκες και τις προδοσίες στην απέναντι καπιταλιστική πλευρά.

Παρουσιάζει τη φυλάκιση του πληθυσμού μέσα από το κτίσιμο του τείχους και τις απεγνωσμένες προσπάθειες των ανθρώπων να ξαναβρούν την ελευθερία τους. Ορισμένες από αυτές, όπως η απόδραση μιας οικογένειας με ένα αερόστατο, μπορείτε άλλωστε να δείτε στο ντοκιμαντέρ «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα τείχος», που προσφέρει το Τvxs στους συνδρομητές του.

Συγχρόνως όμως, η συγγραφέας σκάβει κάτω από τα συντρίμμια του τείχους για να βρει και να παρουσιάσει και την άλλη, αποσιωπημένη πλευρά. Το εκτεταμένο κοινωνικό κράτος, τη βελτίωση της θέσης της γυναίκας, τα μέτρα για να εξασφαλιστεί η πρόσβαση στα Πανεπιστήμια των φτωχών παιδιών της εργατικής τάξης και η κοινωνική κινητικότητα.

«Ο κομμουνισμός ήταν κάτι μεταξύ φυλακής και παιδικού σταθμού», είχε δώσει τον αξεπέραστο ορισμό ο Βάτσλαβ Χάβελ ο θρυλικός αντιφρονών και πρώτος πρόεδρος της μετακομουνιστικής Τσεχοσλοβακίας. Τα αποσπάσματα από το βιβλίο που ακολουθούν τον επιβεβαιώνουν απόλυτα:

Το 1958 ήταν καταχωρημένες στη ΛΔΓ 300.000 τηλεοράσεις. Οι τηλεθεατές μπορούσαν να παρακολουθήσουν ένα πρωινό πρόγραμμα (αρχικά απλώς μια επανάληψη του βραδινού προγράμματος για όσους δούλευαν βάρδια μέχρι αργά), καθώς και προγράμματα όπως η δημοφιλής βραδινή παιδική εκπομπή Abendgruß, που περιλάμβανε τον Unser Sandmann (Ο Μορφέας μας).

Η εκπομπή έγινε χαρακτηριστικό κομμάτι της ζωής σχεδόν κάθε παιδιού, καθώς ο γενειοφόρος ανθρωπάκος με το τριγωνικό καπέλο έπαιρνε το ακροατήριο μαζί του στις περιπέτειές του, προτού κλείσει το πρόγραμμα με ένα τραγούδι για καληνύχτα, δίνοντας σε εκατομμύρια παιδιά στην Ανατολική Γερμανία το σήμα ότι ήταν ώρα για ύπνο.

Παρόλο που η Δυτική Γερμανία είχε δικό της Μορφέα, ο Μορφέας της ΛΔΓ αποδείχθηκε τελικά πιο ανθεκτικός στον χρόνο.

Εξακολουθεί να μεταδίδεται ακόμα και σήμερα. Ο Μορφέας δεν αποτελούσε απλώς ένα καθησυχαστικό χαρακτηριστικό κομμάτι της παιδικής ηλικίας, αλλά ενσάρκωνε και την τεχνολογική εξέλιξη της εποχής, καθώς ταξίδευε στο διάστημα ως κοσμοναύτης ή οδηγούσε φουτουριστικά αυτοκίνητα.

Όμως αυτό για το οποίο καμάρωνε περισσότερο από καθετί άλλο η βιομηχανία καταναλωτικών ειδών της ΛΔΓ ήταν η πρόοδός της σε ό,τι αφορούσε την προσφορά ψυγείων. Το 1960 μόλις το 6% των νοικοκυριών διέθετε ψυγείο. Το 1970, ωστόσο, το 56,4% των νοικοκυριών διέθετε ψυγείο, ποσοστό που ξεπερνούσε κατά πολύ το 28% της Δυτικής Γερμανίας.

Η σαββατιάτικη εργασία καταργήθηκε το 1967, ενώ οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας μειώθηκαν σε 43,75 με ίδιες απολαβές. Ο κατώτατος μηνιαίος μισθός αυξήθηκε από 220 σε 300 μάρκα, ενώ υπήρχε οδηγία να αυξάνονται σταδιακά οι μισθοί όλων εφόσον βρίσκονταν ακόμη κάτω από τα 400 μάρκα.

Το επίδομα τέκνου αυξήθηκε από 40 σε 60 μάρκα για το πρώτο παιδί και από 45 σε 70 μάρκα για κάθε επιπλέον παιδί. Οι επιδοτήσεις για ενοίκιο, τρόφιμα, πολιτιστικές δραστηριότητες και δημόσια συγκοινωνιακά μέσα καθιστούσαν προσιτά όλα αυτά τα αγαθά. Παραδείγματος χάρη, μια επίσκεψη στον κινηματογράφο κόστιζε μόλις 50 πφένιχ.

Καθώς ο κόσμος είχε πλέον περισσότερο χρόνο και χρήμα, αναδύθηκε μια ζωηρή κουλτούρα αναψυχής. Στους Ανατολικογερμανούς άρεσε να απολαμβάνουν τη ζωή, και η γαστρονομία ήταν ένας από τους τομείς που σημείωσαν ιδιαίτερη επέκταση.

Παντού ξεφύτρωναν κοτοπουλάδικα «Deluxe» που πουλούσαν«Goldbroiler», ενώ η αλυσίδα Gastmahl des Meeres πουλούσε θαλασσινά, ψάρια και παναρισμένες «Ψαρομπουκιές α λα Ροστόκ». Το 1968 σχεδόν κάθε νοικοκυριό διέθετε ραδιόφωνο, ενώ τρία στα τέσσερα διέθεταν τηλεόραση. Μέχρι το τέλος της επόμενης δεκαετίας σχεδόν κάθε νοικοκυριό είχε και τα δύο.

Το 1965 η κυβέρνηση προχώρησε σε μια σειρά από εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις με σκοπό να εξασφαλιστεί η εδραίωση μιας αταξικής κοινωνίας. Στο μέλλον θα χρειάζονταν αρκετοί εργαζόμενοι υψηλής ειδίκευσης ..Για τον σκοπό αυτόν όλα τα παιδιά φοιτούσαν σε σχολεία γενικής παιδείας, τις λεγόμενες δευτεροβάθμιες πολυτεχνικές σχολές (POS),

Κατά τα πρώτα δέκα χρόνια της εκπαίδευσής τους. Οι σχολές αυτές παρείχαν γενικές γνώσεις, καθώς και μια γκάμα από πρακτικές δεξιότητες που προετοίμαζαν την πλειονότητα των παιδιών για τις μελλοντικές τους δουλειές στη γεωργία και τη βιομηχανία.

Σε αντίθεση με το σύστημα τριών επιπέδων της Δυτικής Γερμανίας, που κατέτασσε τα παιδιά από μικρή ηλικία ανάλογα με τις ικανότητές τους, το σύστημα αυτό υποτίθεται ότι διασφάλιζε πως τυχόν μειονεκτήματα στο πολιτιστικό περιβάλλον της οικογένειας θα προλάβαιναν να εκμηδενιστούν μέσω της παιδείας, έτσι ώστε να εδραιωθεί ένα πιο αξιοκρατικό σύστημα.

Τη δεκαετία του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960 περίπου ένας στους πέντε μαθητές θα προτεινόταν στη συνέχεια προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του με σκοπό την απόκτηση προσόντων για είσοδο στο πανεπιστήμιο, κατόπιν διαβούλευσης, μεταξύ διδασκόντων, γονέων και του ίδιου του παιδιού  –  αναλογία πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι στη Δύση..

Όσοι βρίσκονταν σε πορεία εισόδου στο πανεπιστήμιο ήταν, επίσης υποχρεωμένοι να ολοκληρώσουν παράλληλα την επαγγελματική τους κατάρτιση, συνήθως επιλέγοντας μεταξύ γεωργίας και βιομηχανίας, έτσι ώστε να αποκτούν τόσο ακαδημαϊκά, όσο και επαγγελματικά προσόντα.

Αυτό εξυπηρετούσε έναν διττό σκοπό, καθώς τους παρείχε μια εναλλακτική επιλογή σε περίπτωση που η κρίση του δασκάλου ήταν εσφαλμένη και τα υψηλά ακαδημαϊκά κριτήρια του δευτεροβάθμιου σχολείου εκτεταμένης φοίτησης (EOS) αποδεικνύονταν υπερβολικά, ενώ παράλληλα διατηρούσε την πολιτισμική σύνδεση των διανοούμενων, των ακαδημαϊκών και άλλων επαγγελματιών με τις εργατικές τάξεις.

Όσοι έμπαιναν στο πανεπιστήμιο και απασχολούνταν σε δουλειές γραφείου αντιλαμβάνονταν τι συνεπαγόταν η ζωή ενός χειριστή μηχανημάτων ή ενός αγελαδοτρόφου. Όλα τα παιδιά έρχονταν από μικρή ηλικία σε επαφή με χειρωνακτικές εργασίες.

Στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης μάθαιναν να χρησιμοποιούν εργαλεία, πώς λειτουργούσαν τα ηλεκτρικά κυκλώματα, καθώς και βασικές γεωργικές αρχές σε σχολικούς κήπους. Στη συνέχεια, στο σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διδάσκονταν πιο εξελιγμένες δεξιότητες όπως το τεχνικό σχέδιο και η σοσιαλιστική οικονομική θεωρία, ενώ έκαναν και περάσματα από εργοστάσια ή βοηθητικές γεωργικές εργασίες. Συνολικά, στις εργασιακές δεξιότητες αναλογούσε το 10,6% του προγράμματος σπουδών.

Η πρόσβαση φοιτητών της εργατικής τάξης στο πανεπιστήμιο δεν ήταν απλώς εφικτή μέσω της οικονομικής και διαρθρωτικής υποστήριξης, αλλά ενθαρρυνόταν κιόλας.

Το σύστημα αυτό ήταν τόσο αποτελεσματικό ώστε το 1967 περίπου το ένα τρίτο των φοιτητών πανεπιστημίου στη ΛΔΓ προερχόταν από την εργατική τάξη, ενώ στη Δυτική Γερμανία το ποσοστό αυτό ανερχόταν μόλις σε 3% (και πριν από την επανένωση δεν θα ξεπερνούσε ποτέ το 5%).

Οι κοινωνικές πολιτικές της ΛΔΓ έχουν επίσης αφήσει βαθιά σημάδια, που δεν ήταν δυνατόν να εξαλειφθούν με την επανένωση το 1990. Μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές προκλήσεις της επανένωσης είχε να κάνει με το ότι ο ρόλος των γυναικών είχε αναπτυχθεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο σε κάθε χώρα.

Το 1989 η ΛΔΓ είχε το υψηλότερο ποσοστό γυναικείας απασχόλησης στον κόσμο, καθώς όλες σχεδόν οι γυναίκες εργάζονταν. Στην ΟΔΓ εργάζονταν μόνο οι μισές γυναίκες, στην πλειονότητά τους υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης.

Για τις Ανατολικογερμανίδες ήταν απόλυτα φυσιολογικό να έχουν σταδιοδρομία και παιδιά, χωρίς το ένα να επηρεάζει αρνητικά το άλλο. Η φροντίδα του παιδιού από τη γέννα κιόλας ήταν άμεσα διαθέσιμη και ουσιαστικά δωρεάν.

Ξεκινούσε από τις 6 π.μ. και τελείωνε στις 6 μ.μ. με σκοπό να καλύπτει τις κανονικές ώρες εργασίας, επιτρέποντας και στους δύο γονείς να εργάζονται υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Παρότι το δυτικογερμανικό σύστημα είχε προχωρήσει πολύ από τη δεκαετία του 1950, η φροντίδα του παιδιού εξακολουθούσε να θεωρείται προσωπική επιλογή που απαιτούσε ιδιωτική χρηματοδότηση και συμμετοχή των γονέων, ενώ συχνά ήταν διαθέσιμη μόνο για κάποια τμήματα της εργάσιμης ημέρας.

Τα δύο πρώτα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου καταργήθηκαν στην Ανατολική Γερμανία οι μισές από τις διαθέσιμες θέσεις για παιδιά έως τριών ετών, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί το εξαιρετικά δαπανηρό σοσιαλιστικό κράτος πρόνοιας.

Η πτωτική τάση συνεχίστηκε μέχρι το 2007 οπότε η προσφορά έφτασε στο ναδίρ της και υπήρχαν θέσεις μόνο για το 40% της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας.

Πολλές Ανατολικογερμανίδες μητέρες ξαφνικά δυσκολεύονταν να συνδυάσουν μητρότητα και ευκαιρίες σταδιοδρομίας, και σάστιζαν όταν έπρεπε να δικαιολογήσουν γιατί να θέλουν και τα δύο. Πολλές ένιωθαν ότι θα τις θεωρούσαν κακές μητέρες αν έστω προσπαθούσαν να το επιτύχουν.

Επειδή οι Ανατολικογερμανίδες συνήθως αποκτούσαν το πρώτο τους παιδί στη μέση ηλικία των 23 ετών, έξι χρόνια νωρίτερα από τις Δυτικές μητέρες, οι πολιτικές της ΛΔΓ είχαν και δημογραφικές επιπτώσεις. Η τελευταία γενιά παιδιών που γεννήθηκαν πριν από το 1990 μεγάλωσε με πολύ νεότερους γονείς σε σύγκριση με τους συνομηλίκους της στη Δύση.

Με αυτόν καθώς και με πολλούς τρόπους, οι κοινωνικές πολιτικές της ΛΔΓ είχαν αφήσει μια κληρονομιά που επιβίωσε περισσότερο από την ίδια τη χώρα

*Οι εικόνες προέρχονται από το Μουσείο DDR – Βερολίνο